Τέταρτο

Φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: «Το παγιδευμένο αερόστατο» – Πολιτική σάτιρα από τη Βουλγαρία του 1967


“Το παγιδευμένο αερόστατο” (Privarzaniyat Balon / The tied-up balloon)
Σκηνοθεσία: Μπίνκα Ζελιάσκοβα
Πρωταγωνιστούν: Γκριγκόρ Βάτσκοφ, Γκεόργκι Καλογιάντσεφ, Πέταρ Σλαμάκοφ.
Βουλγαρία, 1967.

Μόνο ένα μικρό κορίτσι, με ένα ζώο στα χέρια της, έχει σταθεί για να παρατηρήσει το αερόστατο που έχει φτάσει ως το χωριό της, την εποχή του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Οι κάτοικοι, κυρίως οι άντρες, έχουν τρέξει πανικόβλητοι να κρυφτούν, λες κι έχει έρθει η ώρα της δευτέρας παρουσίας. Το αερόστατο εξηγεί πρόθυμα στο κορίτσι: “Με είχαν δεμένο αλλά έκοψα τα σκοινιά μου και τώρα είμαι ελεύθερο. Είμαι λυτό μα δεμένο. Λυτό δεμένο“, φουσκωμένο με αέρα μόνο στο μπροστινό του μέρος και γι’ αυτό πιο ελαφρύ και ευέλικτο, ταυτόχρονα, όμως, και πιο εύκολο για τα ανθρώπινα χέρια να το τραβήξουν ως το έδαφος από τα κομμένα συστήματα πρόσδεσης. Μοιάζει με τεράστιο φουσκωμένο μπαλόνι σε σχήμα φάλαινας που λες κι ένα παιδί το άφησε από τα χέρια του, χαρίζοντάς του μια δική του ζωή στον ουρανό ή με διαστημόπλοιο που αυτονομήθηκε από την προγραμματισμένη πορεία του, επιστρέφοντας στη γη με πληροφορίες για ένα διαφορετικό κόσμο.

Μετά από συζητήσεις, διαφωνίες, εικασίες και υποψίες για το ρόλο του αφού οι κυβερνητικές αφίσες στο χωριό προειδοποιούν για τη διαρκή κι αθέατη παρουσία κατασκόπων, μετά από ονειροπολήσεις των κατοίκων για τα καινούρια ρούχα που θα μπορούσαν να φτιάξουν από το υλικό αυτού του στρατιωτικού αερόστατου, ερεθισμένοι πια οι άντρες αυτού του φτωχού χωριού στο βασίλειο της Βουλγαρίας, αποφασίζουν ότι έχει έρθει η ώρα να επιδείξουν τη γενναιότητά τους, ενθυμούμενοι τους ένδοξους καιρούς του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και τα πρόσφατα ανδραγαθήματά τους, όπως την καθυπόταξη ενός άτακτου γουρουνιού. Ορμούν, λοιπόν, στο κατόπι του αερόστατου με σκοπό να το καταρρίψουν καθώς τους ερεθίζει η ιδέα ενός τέτοιου σπουδαίου κατορθώματος, ενδεχομένως και η επιθυμία να το τιμωρήσουν για την αυτονόμησή του από τους δημιουργούς του. Δεν είναι, όμως, εύκολη η αποστολή τους: το αερόστατο δεν πέφτει κάτω παρά τις σφαίρες που ρίχνουν μαζικά οι χωρικοί γιατί πότε ξεμακραίνει, πότε χαμηλώνει ως τη γη, πότε ανυψώνεται ξαφνικά και πότε στέκεται από πάνω τους, ρίχνοντάς τους μια μεγάλη σκιά που τους εμπνέει φόβο- πόσο μικροί δείχνουν οι άνθρωποι από ψηλά!- απευθύνοντάς τους ερωτήσεις με τη μεταλλική του φωνή: “Άραγε, εσείς με δημιουργήσατε ή εγώ;“. Θα μπορούσε να αποκτά μια δική του συνείδηση μέσα από την προβολή της ανθρώπινης συνείδησης, αποσταγμένης θαρρείς από τούς φόβους, τα μίση, τις δεισιδαιμονίες και τις αγκυλώσεις τους και μέσα από την αντίστασή του στην καταστροφική τους μανία;

Παρά τη μυστηριώδη δυνατότητα του αερόστατου για λόγο, νόηση και παρατήρηση, θαρρείς έχοντας μάτια  παντού, παρά τις ονειρικές λήψεις της οπτικής του από ψηλά, μεταδίδοντάς μας το δέος των χωρικών στη θέα του, και στο βαθμό που μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε την ιστορία μιας κι αντιλαμβανόμαστε ότι ορισμένες σκηνές αναφέρονται σε άγνωστα γεγονότα και παραδόσεις της Βουλγαρίας (αναλυτές της γειτονικής χώρας έχουν γράψει ότι η ταινία είναι κυρίως μια σατυρική παραβολή για την ανεπιτυχή αλλά συνεχιζόμενη “απόπειρα πτήσης” των Βουλγάρων), η Μπίνκα Ζελιάσκοβα δεν φαίνεται να είχε (τόσο) το σκοπό να υποβάλλει μεταφυσικά θέματα όσο να δημιουργήσει μια καυστική πολιτική σάτιρα, έχοντας φανερά στο στόχαστρο, την εξουσία και τη φιλοδοξία για εξουσία. Οι αρχές της χώρας απαγόρευσαν την προβολή λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα της, με το σκεπτικό τής απεικόνισης των χωρικών σαν “πολιτικά πρωτογόνων” και η απαγόρευση ίσχυσε ως το 1989. Ωστόσο, δεν της απαγορεύτηκε η δυνατότητα να γυρίζει ταινίες και, μάλιστα, η σκηνοθέτιδα τιμήθηκε τη δεκαετία του 1960 με ένα μεγάλο κρατικό βραβείο για την προσφορά της στις τέχνες.


Στο “Παγιδευμένο αερόστατο”, βλέπουμε ένα αντρικό μπουλούκι ψευτοπαλληκαριάς με φιλονικίες για την αρχηγία, που θα ενωθεί με ένα άλλο από το διπλανό χωριό, μετά τη διαμάχη τους για την κυριότητα του αερόστατου όταν αυτό είχε περάσει στη θεωρούμενη ως εναέρια ζώνη του δεύτερου! Ανάμεσα στις κατηγορίες που εκτοξεύονται, ακούγεται κι αυτή της σύμπραξης με τον ναζισμό (η Βουλγαρία ανήκε στις δυνάμεις του Άξονα στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και είναι σαφής η αιχμή των πρώτων σκηνών όπου τελάληδες ανακοινώνουν την αλλαγή της ώρας ώστε να συμβαδίζει πλέον μ’ αυτήν της κεντρικής Ευρώπης, με σκοπό το “συντονισμό των δυνάμεων του Άξονα”- σαστίζοντας τα κοκόρια στο μεταξύ!). Αυτοί οι γνωστοί μεταξύ τους χωρικοί μάχονται περισσότερο θεατρινίστικα, ρωτώντας ταυτόχρονα ο ένας τον άλλον για τα οικογενειακά τους προβλήματα! Τώρα πια, είναι έτοιμοι να βαδίσουν ενωμένοι για τη μεγάλη νίκη, τραγουδώντας με στεντόρεια φωνή τα εμψυχωτικά άσματα του καιρού της στρατιωτικής τους εκπαίδευσης: “μάνα μας είναι η άσπρη σκηνή, αδελφές μας τα τουφέκια και παιδιά οι σφαίρες μας“.

Δεν θα είναι μόνοι τους, η αστυνομία ακολουθεί, έχοντας τη δικαιοδοσία για το κυνήγι του αερόστατου και ζωντανά σκιάχτρα ενσωματώνονται, θαρρείς οι ψυχές των προγόνων τους που συμπεριφέρονταν εξίσου ναρκισσιστικά ή οι δικές τους ώστε να μπορούν να παρατηρήσουν τούς εαυτούς τους; Φυσικά, μερικές ενδιάμεσες επιτυχίες είναι πάντα αναγκαίες για την ανύψωση του ηθικού των τόσο σκληροτράχηλων μαχητών: όλοι μαζί εναντίον ενός πεισματάρη γαϊδάρου, σηκώνοντάς τον θριαμβευτικά στα χέρια μέχρι κάποιος να πει ότι το ζώο θα ’πρεπε να τους κουβαλάει ή ο εκφοβισμός μιας νεαρής γυναίκας στα λευκά που έχει πέσει σ’ ένα λάκκο, τρέχοντας ασταμάτητα στο δάσος θαρρείς κυνηγημένη από μια αόρατη αρχή, με τους άντρες να της γαβγίζουν απειλητικά τώρα, σε μια αντιστροφή με τα αγριόσκυλα που έχουν αφομοιώσει τις ανθρώπινες απειλές και κατηγόριες,  αναπαράγοντάς τες στη σκυλίσια γλώσσα τους που μεταφράζονται στην οθόνη: “Είμαι σίγουρος ότι το αερόστατο είναι θηρίο. Θα το πυροβολήσουμε αν προσπαθήσει ν’ αποδράσει“, “Καθάρματα, ξεφορτωθείτε τα ταμπούρια σας αντί να χώνεστε σε υποθέσεις του  κράτους. Ξέρετε μόνο να γλείφετε τις μπότες της αστυνομίας. Βρωμόσκυλα της αστυνομίας“. Το σουρεαλιστικό στοιχείο και το χιούμορ του παραλόγου εκδηλώνονται κι αυτά στην ταινία. Μόνο τα παιδιά δεν έχουν διαφθαρεί, όπως το κορίτσι στην αρχή της ταινίας, τα τσιγγανάκια που κάνουν γυμνά μπάνιο στο ποτάμι κι άφοβα βγαίνουν για να παρατηρήσουν το αερόστατο, το αγόρι που κλαίει στην επιτυχία των χωρικών, έχοντας χάσει πια ένα θαυμαστό κόσμο φαντασίας.

Το απολαυστικά πνευματώδες “Παγιδευμένο αερόστατο” (βασισμένο σε βιβλίο του Βούλγαρου Γιόρνταν Ραντίκωφ) θεωρείται ως μια από τις κορυφαίες ταινίες της Μπίνκα Ζελιάσκοβα (το 1989, την χαρακτήρισε ως τη δική της ταινία για την περεστρόικα, έχοντάς την σκηνοθετήσει 22 χρόνια πριν την πραγματική περεστρόικα) και βλέποντάς την, καταλαβαίνουμε πόσο κρίμα είναι που το έργο της είναι άγνωστο εμπορικά στην Ελλάδα.

Την ταινία «Το παγιδευμένο αερόστατο», την είδαμε στο 62ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 111 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top