Τέταρτο

Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης: «Πρώτη επαφή» – Καταναγκαστικοί εκπολιτισμοί με την ισχύ των όπλων



«Πρώτη επαφή»  (First Contact)
Σκηνοθεσία: Bob Connolly , Robin Anderson
Αυστραλία, 1983

Μια φυλή 1.000.000 γηγενών στη Νέα Γουινέα, που ζούσε απομονωμένα στο εσωτερικό του νησιού, σε μια από τις τελευταίες ανεξερεύνητες περιοχές του κόσμου τη δεκαετία του 1930, βλέπει άλλους ανθρώπους για πρώτη φορά. Οι ιθαγενείς θαμπώνονται από τις χάντρες που έχουν μαζί τους αυτοί οι λευκοί άνθρωποι, τα κοχύλια τους, τα τσεκούρια, το γραμμόφωνό τους – και τις καραμπίνες τους. Θα εξοικειωθούν σύντομα με τα περισσότερα απ’ αυτά τα άγνωστα αντικείμενα – για τα όπλα, όμως, δεν είχαν ακόμα γνωρίσει το σκοπό τους. Όταν οι λευκοί πυροβόλησαν ένα γουρούνι στο κεφάλι, τότε οι γηγενείς γνώρισαν και εσωτερίκευσαν αμέσως το φόβο, κι ας ήταν 1.000.000 αυτοί και μόνο 3 οι λευκοί.

Πολλά χρόνια αργότερα, αυτοί οι γηγενείς έχουν πια γεράσει, κατοικούν ακόμα σ’ εκείνη την κοιλάδα, η φυλή τους έχει ανανεωθεί με νέους και παιδιά, δεν ζουν πια απομονωμένα και τώρα παρακολουθούν το υλικό που είχαν φιλμάρει τότε, 50 περίπου χρόνια πριν, οι 3 Αυστραλοί: βλέποντάς το, οι γηραιότεροι γελάνε σαν δουν τον εαυτό τους στα νιάτα τους πάνω στο πανί, ταυτόχρονα ενθυμούμενοι ευχάριστα μέσα στο διαρκή φόβο τους περιστατικά εκείνης της εποχής. Όταν, όμως, βλέπουν τη σκηνή με τον πυροβολισμό του γουρουνιού στο κεφάλι, η έκφραση του προσώπου τους παγώνει.

Οι 3 Αυστραλοί ήταν αδερφοί που έψαχναν για χρυσό στο εσωτερικό του νησιού. Οι κάτοικοι εκεί πίστευαν ότι οι λευκοί άνθρωποι ήταν τα πνεύματα των νεκρών τους προγόνων, πριν το δέος τους εξελιχθεί σε φόβο. Μέχρι την έλευση των εξοπλισμένων με την προηγμένη τεχνολογία λευκών, δεν είχαν αφεντικά ούτε κάποιο καθημερινό πρόγραμμα. Όμως, μετά απέκτησαν εργοδότες και αμείβονταν με ένα κοχύλι για κάθε μήνα σκληρής δουλειάς, για το καθημερινό κουβάλημα,  το σκάψιμο και την καλλιέργεια της γης, ωστόσο, παρά το φόβο τους, δεν έχασαν την επιθυμία της χαράς, τραγουδώντας και χορεύοντας τις ώρες της καθημερινής εργασίας τους. Δεν είχαν υποταχτεί μόνο – είχαν προσφέρει και οι ίδιοι την ανεξαρτησία τους με προθυμία στους θεούς τους. Στο εμπόριο  που είχαν μάθει να κάνουν μαζί τους, είναι ευνόητο ότι προσέφεραν  ανταλλάγματα με πολύ μεγαλύτερη αξία, έμψυχη και άψυχη, απ’ αυτήν που αντικειμενικά χρειαζόταν για ένα ακόμα κοχύλι, πέρα απ’ αυτό του μισθού τους. Σημασία γι’ αυτούς, είχε η χαρά τους για το επιπλέον κοχύλι.



Το 1982, ο Bob Connolly και η Robin Anderson, γύρισαν αυτό το υπέροχο ντοκιμαντέρ που βασίζεται στις φωτογραφίες και στο φιλμαρισμένο υλικό των 3 αδερφών Leahy, εκείνο τον καιρό που ζούσαν στη Νέα Γουινέα, αναζητώντας χρυσάφι σε αχαρτογράφητες περιοχές. Και, ταυτόχρονα, ακούγοντας τους ήρωες εκείνης της εποχής να αφηγούνται τις αναμνήσεις τους στο σήμερα της ταινίας, οι συν-σκηνοθέτες θέτουν τα σημαντικά ερωτήματα σχετικά με την αντίληψή μας ως προς τι είναι πολιτισμός και γιατί ο δυτικός θεατής ταυτίζεται με την οπτική των Αυστραλών εξερευνητών που θεωρούσαν τους ιθαγενείς ως απολίτιστους. Ακόμα και στο σήμερα, οι λευκοί κυρίαρχοι χαμογελάνε καθώς θυμούνται τις αντιδράσεις εκείνων των ανθρώπων που λες και αισθάνονταν σαν παιδιά, με το δέος τους, το φόβο και την αθωότητά τους, όταν τους έβλεπαν να μαζεύουν με θαυμασμό το σάλιο που είχαν φτύσει στο χώμα οι επίγειοι θεοί τους. Έχει να κάνει με εκείνη τη βεβαιότητα για την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη, που έχει για τον εαυτό του ο ισχυρότερος, αυτός που έχει τη βούληση και τη δυνατότητα να επιβάλλει το νόμο του, χαρακτηρίζοντας αυτήν την επιβολή του ως φυσική υπεροχή και ως εκπολιτιστικό καθήκον, επιδεικνύοντας, ταυτόχρονα, συγκατάβαση προς αυτόν που θεωρεί ως κατώτερό του. Οι 3 Αυστραλοί αδερφοί πίστευαν και πιστεύουν ότι τούς απελευθέρωναν από τα δεσμά της βαρβαρότητάς τους και γι’ αυτό, ήταν δίκαιο να προστάζουν, να τιμωρούν και να αμείβουν με ένα μόνο κοχύλι το μήνα. Χαμογελάνε ενθυμούμενοι τις ένδοξες μέρες του παρελθόντος, συγκρατημένα όμως, θαρρείς και η χαρά δεν πρέπει να έχει θέση στη ζωή τους και στον πολιτισμό τους. Πόση μεγάλη διαφορά με τους γηγενείς που μπορούσαν και μπορούν να γελάνε πλέρια, με την καρδιά τους. Όμως, είχαν μόνο δόρατα, τόξα και ασπίδες ενώ οι άλλοι, καραμπίνες. Ήταν, κυρίως, εύπιστοι και μοιράζονταν μεταξύ τους ενώ οι άλλοι είχαν φτάσει μέχρι την πιο απάτητη γωνιά της γης για να βρουν χρυσάφι…

Το ντοκιμαντέρ «Πρώτη επαφή», το είδαμε στην ενότητα «Προορισμός: Ταξίδι» του online 23ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης. Περισσότερες πληροφορίες για τις επόμενες προβολές του ντοκιμαντέρ μπορείτε να βρείτε εδώ.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 92 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES


Back to Top