Τέταρτο
109 Προβολές

«Γιοσέπ» του Ορέλ: Συνδέοντας το χτες με το σήμερα για τη μοίρα των προσφύγων στην Ευρώπη




«Γιοσέπ» (Josep)
Σκηνοθεσία: Ορέλ
Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, 2020

Πολλοί άνθρωποι είχαν την τύχη να γνωρίσουν από κοντά κάποια συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα που το όνομά τους έχει καταγραφεί στην Ιστορία για τους αγώνες τους κατά των φασιστικών καθεστώτων. Άνθρωποι που οι ζωές τους διασταυρώθηκαν με τις ζωές αυτών που μάχονταν και κινδύνευαν, εκείνη την ώρα που γραφόταν η Ιστορία. Πόσοι, όμως, απ’ αυτούς εμπνεύστηκαν από τη γενναιότητά τους, παίρνοντας τη μεγάλη απόφαση να τους συνδράμουν; Και, άραγε, πόσα θα μπορούσαν να συμπληρώσουν αυτοί οι αφανείς ήρωες, οι ανώνυμοι ιστορικά άνθρωποι, σε όλα όσα γνωρίζουμε για εκείνα τα ιστορικά πρόσωπα που οι αγώνες τους μας εμπνέουν διαχρονικά! Μπορούμε να φανταστούμε την επιθυμία τους, όχι να προβάλλουν το δικό τους εγώ, παρά να μας μεταδώσουν το μεγαλείο εκείνων των ανθρώπων, μέσα από περιστατικά και λεπτομέρειες της κοινής καθημερινής τους ζωής. Θαρρείς, νιώθοντας σαν ηθικό χρέος τους, όχι την ανάδειξη της δικής τους άγνωστης γενναιότητας παρά τη μύησή μας στον προσωπικό κόσμο της γενναιότητας εκείνων.

Ο Ισπανός από την Καταλονία Γιοσέπ Μπαρτολί ήταν γνωστός σκιτσογράφος στον Τύπο της Βαρκελώνης κατά τη δεκαετία του 1930, ήταν γραμματέας του Εργατικού Κόμματος Μαρξιστικής Ενοποίησης (P.O.U.M.), αγωνίστηκε κατά του δικτάτορα Φράνκο, κατέφυγε στη Γαλλία, ανάμεσα σε 500.000 περίπου Ισπανούς που εγκατέλειψαν την πατρίδα τους το Φεβρουάριο του 1939, μετά την κατάληψη της Βαρκελώνης από τις φασιστικές δυνάμεις (οι εθνικιστές επέβαλαν σκληρά αντίποινα στους αντιπάλους τους σε κάθε πόλη που καταλάμβαναν, εκτελώντας πολλούς απ’ αυτούς, και το 1939, άντρες, γυναίκες, παιδιά και γέροι θέλησαν να καταφύγουν στη Γαλλία μέσα από τα δύσβατα, χιονισμένα βουνά), συνελήφθη από την Γκεστάπο μετά την κατάληψη της Γαλλίας από τους ναζί, φυλακίστηκε στο στρατόπεδο του Νταχάου και δραπέτευσε από εκεί καταλήγοντας, μετά από μια μεγάλη διαδρομή, στο Μεξικό. Ένας άνθρωπος με μια μυθιστορηματική ζωή που το όνομά του έχει καταγραφεί στην Ιστορία.


Στη δημοκρατική Γαλλία όπου κατέφυγαν, όσοι Ισπανοί πρόσφυγες εγκλείστηκαν σε στρατόπεδα (οι στρατιώτες και οι ικανοί σωματικά άντρες) έχτισαν, με τα δικά τους χέρια, τα καταλύματα όπου έμειναν, αφού πρώτα σκεπάζονταν μέσα στην άμμο στις παραλίες για να προστατευθούν από το κρύο, υπέστησαν ξυλοδαρμούς έως και βιασμούς, ζούσαν χωρίς νερό και φάρμακα. Η ανομολόγητη αλλά τόσο φανερή πρόθεση της Γαλλικής κυβέρνησης ήταν η μαζική εξόντωση των προσφύγων, με συνέπεια το θάνατο πάρα πολλών ανθρώπων σ’ αυτούς τους χώρους. Σ’ ένα απ’αυτά τα στρατόπεδα, ένας Γάλλος αξιωματικός αφυπνίστηκε συνειδησιακά παρατηρώντας τον 29χρονο τότε Γιοσέπ Μπαρτολί να ζει μοναχικά σε μια σκηνή και να επιμένει να σκιτσάρει στο χώμα, θέλοντας να εικονογραφήσει τον πόνο και το ρατσισμό, παρά τις βιαιοπραγίες των φρουρών του. Ένας αφανής ήρωας που εμπνεύστηκε από τον Γιοσέπ και τον βοήθησε κρυφά, χωρίς να καμφθεί από τον ξυλοδαρμό του από τους φρουρούς συναδέλφους του. Ένας άνθρωπος που συνειδητοποίησε τον απανθρωπισμό του και αισθάνθηκε σαν ηθικό του χρέος, να συνδράμει τον αδύναμο, τον πρόσφυγα, ακόμα και διακινδυνεύοντας τη δική του ζωή. Μια βαθιά φιλία γεννήθηκε ανάμεσα στο Γάλλο φρουρό και τον Ισπανό αιχμάλωτο- και η επιθυμία της αφήγησής της θα πραγματοποιηθεί μονάχα όταν ο Γάλλος διαισθανθεί ότι θα έχει βρει εκείνον τον άνθρωπο που θα είναι διατεθειμένος, όχι μονάχα ν’ ακούσει, παρά, περισσότερο, να δεχτεί να κληρονομήσει, θαρρείς, αυτές τις αναμνήσεις. Τις προσωπικές του αναμνήσεις πάνω στη συνύπαρξη μ’ έναν ακατάβλητο άνθρωπο, μαζί με τις άλλες προσωπικές του αναμνήσεις πάνω σε γεγονότα της άγνωστης ιστορίας της δικής του πατρίδας. Και, μαζί μ’ αυτόν τον ακροατή, τις κληρονομούμε κι εμείς ως θεατές στο σήμερα, βρίσκοντας τον καλλιτέχνη που, αφηγούμενος αυτήν την ιστορία μέσα στην ταινία του, επιχειρεί να τη συνδέσει μ’ αυτές τις παρόμοιες καταστάσεις που βιώνουμε στο παρόν, θέλοντας να εμπνευστούμε από τους αγώνες εκείνου του γενναίου ανθρώπου και, ταυτόχρονα, ν’ αναρωτηθούμε για το δικό μας ηθικό χρέος.


Η ταινία του Ορελιέν Φρομάν, του σκηνοθέτη της ταινίας με το ψευδώνυμο Ορέλ, γνωστού κομίστα και σκιτσογράφου της εφημερίδας Le Monde, έχει μεγαλύτερη συναισθηματική δύναμη στις σκηνές με τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων και σ’ αυτές με τη συνειδησιακή αφύπνιση του Γάλλου φρουρού ενώ, αντίθετα, δεν εμβαθύνει στο μέρος της ψυχικής σύνδεσης και της επικοινωνίας ανάμεσα στον αφηγητή και στον ακροατή στο σήμερα. Είναι ατμοσφαιρική χάρη στη ρευστότητα του κινουμένου σχεδίου, στους μουντούς τόνους των χρωμάτων και στην αίσθηση των τόσο ζωντανών ανθρώπων μέσα από τις φωνές και τα αγκομαχητά των ηθοποιών που, έχοντας δανείσει τις φωνές τους, εκφράζουν κάτι από την ψυχή των σκιτσαρισμένων ηρώων στην οθόνη.

Με μια μινιμαλιστική προσέγγιση των προθέσεών της, θεωρεί ως δεδομένη τη γνώση όσων είχαν συμβεί εκείνη την ταραγμένη περίοδο από το σημερινό θεατή, που πάνω τους προσθέτει την προσωπική ιστορία του Γιοσέπ, στερώντας μας έτσι, όμως, κάποιες σημαντικές πληροφορίες. Να θεωρεί, άραγε, ότι δεν χρειαζόμαστε περισσότερα ιστορικά στοιχεία, γιατί σημασία έχει το μήνυμα, οι συνειρμοί που θα παραχθούν συνδέοντας το τότε με το τώρα σχετικά με όσα διαχρονικά υπόκεινται όλοι οι πρόσφυγες; Πως να μην κάνουμε αυτήν τη σύνδεση βλέποντας εγκλεισμένους ανθρώπους σε  κατ’ ευφημισμό χώρους φιλοξενίας, πώς να μην αναλογιστούμε τις ανομολόγητες αλλά τόσο φανερές προθέσεις σημερινών Ευρωπαϊκών κρατών για απομόνωση και καταδίκη σε αργό θάνατο του άλλου, του ξένου, του διαφορετικού ώστε να ικανοποιούνται τα φοβικά αντανακλαστικά των πολιτών τους; Και πώς να μην σφιχτεί η καρδιά μ’ αυτές τις μουντές εικόνες του; Ο Ωρέλ μας μεταδίδει ότι, όχι μόνο το τότε μοιάζει με το τώρα, παρά, επιπλέον, ότι αυτή η έκπτωση της ανθρωπιάς, συνεχιζόταν ήδη από πριν – και θα συνεχίζεται πάλι μετά.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 78 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top