Τέταρτο
390 Προβολές

«Η αλήθεια» του Χιροκάζου Κόρε-Έντα: Σαν ένας διαλογισμός όπου καταλαβαίνουμε τόσα πολλά – σχεδόν τα πάντα!




«Η Αλήθεια» (La Vérité)
Σκηνοθεσία: Χιροκάζου Κόρε-Έντα
Πρωταγωνιστούν: Κατρίν Ντενέβ, Ζιλιέτ Μπινός, Ιθαν Χοκ
Γαλλία, Ιαπωνία, 2019

Το μικρό κορίτσι ανεβαίνει μόνο του τη σκάλα που οδηγεί στη σοφίτα του μεγάλου, άγνωστου σπιτιού, του σπιτιού της γιαγιάς της, σε μιαν άλλη χώρα, εκεί όπου θα κοιμηθεί μόνο του. Καθώς μπαίνει στο δωμάτιο, επιβραδύνει ανεπαίσθητα το βήμα της κι η κάμερα που την ακολουθούσε, κάνει μια σύντομη κίνηση πλησιάζοντάς το, τόσο σύντομη όσο μια ανάσα, τόσο σύντομη που ανακουφίζει αμέσως την έγνοια μας για το κορίτσι. Σαν να την είχε ακολουθήσει κάποιος ενήλικας, διακριτικά, για να βεβαιωθεί ότι το παιδί δεν θ’ αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα μακριά από την επίβλεψη των γονιών της, διακριτικά για να μην προσβάλει την αυτονομία του παιδιού που δεν είχε ζητήσει κάποια βοήθεια. Με μια κίνηση της κάμερας, σχεδόν ανεπαίσθητη αλλά και τόσο αισθητή, κατανοούμε ότι βρισκόμαστε στο σύμπαν του αγαπημένου μας Ιάπωνα δημιουργού Χιροκάζου Κόρε-Έντα.

Μια Γαλλίδα που ζει στις Η.Π.Α. μαζί με τον Αμερικανό σύζυγό της και την μικρή τους κόρη, επισκέπτεται οικογενειακώς τη μητέρα της στο Παρίσι, μια διάσημη ντίβα του κινηματογράφου. Η μητέρα της ήταν πάντα απόμακρη, περιχαρακωμένη στην καριέρα της και στη δημόσια εικόνα της. Τα τραύματα μέσα στη γυναίκα δεν λένε να κλείσουν, η ζωή της δεν λέει να προχωρήσει εσωτερικά παρά το ότι τώρα πια είναι κι αυτή η ίδια μητέρα, ότι ζει πια κάπου αλλού, μακριά, μια καινούρια ζωή. Τυραννιέται ακόμα απ’αυτήν την εγκατάλειψη, όμως, νιώθοντας πια πιο δυνατή, έρχεται στο Παρίσι για να της επιδείξει ότι έχει πια τη δική της ζωή, ότι την έχει ξεπεράσει. Στο σύμπαν του Ιάπωνα δημιουργού, η διαδικασία για τη λύση του δράματος δεν χρειάζεται να περάσει μέσα από μια οδυνηρή ενδοσκόπηση, μέσα από δίκαιες και βαριές κατηγορίες, ούτε από ένα πένθος για το ζωή που χάθηκε και την αγάπη που δεν προσφέρθηκε. Δεν πρόκειται για μια διαδικασία μάθησης μέσα στο χρόνο. Στο έργο του Κόρε-Έντα, οι άνθρωποι αποδέχονται να ζουν με όσα κουβαλάνε μέσα τους αφού είναι δικά τους, είναι ο εαυτός τους, είναι η ιστορία της ζωής τους. Όχι, όμως, κι η ίδια η ζωή τους. Η επιλεκτική προσκόλληση πάνω στις αναμνήσεις τους, η ασφαλής απόσταση κι ο κρυμμένος φόβος ότι η πληγή δεν θα κλείσει ποτέ, κυριαρχούν στις δυο αυτές γυναίκες. Δεν έχουμε παρόμοια συναισθήματα όλοι μας; Κλαίμε όχι μόνο όταν θυμόμαστε τι μας έχει πονέσει αλλά, επιπλέον, και γιατί δεν θέλαμε να είχαμε ζήσει αυτή τη ζωή παρά μια ιδανική άλλη ζωή. Η λύση του δράματος στον Κόρε-Έντα έρχεται μέσα την αβίαστη αποδοχή όταν πια το ’χουμε συνειδητοποιήσει.

Σ’ αυτήν εδώ την ταινία του, θαρρείς ότι συμπυκνώνει σχεδόν όλες τις ανάλογες συγκρούσεις που έχουμε γνωρίσει στην τέχνη, από τη σφοδρότητα στη «Φθινοπωρινή σονάτα» του Μπέργκμαν, τη μελαγχολική ενατένιση του ανθρωπιστή Τσέχωφ στο «Γλάρο», τη Γαλλική σχολή της ψυχανάλυσης. Και τα συμπληρώνει με τη φαινομενικά επιφανειακή αλλά γήινη, αποστασιοποιημένη από πολύπλοκες ερμηνείες και γι’ αυτό καίρια ματιά ενός Αμερικανού, μέσα από το ρόλο του συζύγου, ενός «δευτεροκλασσάτου» ηθοποιού, απεξαρτημένου αλκοολικού, που είναι, όμως, ο μόνος που κάνει τα παιδιά να γελάνε με την καρδιά τους αφού δεν έχει χάσει ο ίδιος την παιδικότητά του. Και, όπως πάντα, εμπνέεται από τον κλασσικό πρόγονό του, τον Γιασουζίρου Όζου που ανέλυε λιτά και ουσιαστικά τις οικογενειακές σχέσεις, Για τον Κόρε-Έντα, κάθε διαφορετική κουλτούρα δεν διαχωρίζει παρά αποτελεί μια άλλη ματιά πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις, που ολοκληρώνεται όταν πια επικοινωνεί με το διαφορετικό. Επιβεβαιώνει ότι τα σύνορα, οι γλώσσες, οι διαφορετικές πολιτιστικές αναφορές δεν είναι παρά μία άλλη έκφραση της φυσικής, κοινής ανάγκης των ανθρώπων να συνυπάρχουν και να επικοινωνούν.

Εδώ οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά ο ένας στον άλλον, όταν πια αφήνονται, χωρίς να έχει χρειαστεί κάποια προηγούμενη απόφαση γι’αυτό, στην αλληλεπίδραση ανάμεσά τους, στο φυσικό ρεύμα της ζωής, ζώντας πια μ’αυτό που είναι, όπου δεν περιέχεται μονάχα το παρελθόν κι όσα δεν έγιναν τότε παρά το τώρα, το παρόν. Συνειδητοποιούν ότι γυρνώντας προς τα πίσω για να θυμηθούν και ν’αναλύσουν ό,τι έγινε κάποτε, θαρρείς σε μιαν άλλη ζωή τους, αιχμαλωτίζονται στο χρόνο και το μέτρημά του, σε μιαν αναμονή. Δεν ωριμάζουν- λυτρώνονται! Αυτή είναι η μαγεία στη ζωή τους κι όχι μια καταγραφή των σταδιακών αλλαγών τους στο πέρασμα του χρόνου. Εδώ παύουν πια να κρίνουν τον άλλον, τον εαυτό τους και να διεκδικούν το δίκιο τους.


Μαζί με το κεντρικό δράμα της ταινίας, παρακολουθούμε και άλλη μια ταινία μέσα στην ταινία, όπου η διάσημη ντίβα παίζει το ρόλο μιας ηλικιωμένης γυναίκας που ταξιδεύει από το διάστημα, όπου ο χρόνος έχει παγώσει, για να έρθει επιτέλους κοντά στη δική της μητέρα που είναι άρρωστη. Μέσα απ’αυτό το ρόλο, έρχεται σ’επαφή με τα συναισθήματα της πραγματικής της κόρης που παρακολουθεί αυτές τις πρόβες. Ο Κόρε-Έντα σαν να φτιάχνει δυο ταινίες, τη μία μέσα στην άλλη, και τη μία μέσα από την άλλη, όπου, οι ηθοποιοί ζουν κάτι από τη δική τους ζωή μπροστά στην κάμερα- και κάτι από τη δική μας ζωή μαζί! Στοχάζεται με έναν ακόμα τρόπο πάνω στο τι είναι αλήθεια και τι, ψέμα: μια ηθοποιός της δεύτερης ταινίας δακρύζει, ο θεατής συγκινείται μ’ αυτήν την εικόνα. Ακούμε, μετά, ότι ακόμα κι αν δεν είχε καταφέρει να δακρύσει, αυτό θα λυνόταν με τη χρήση ενός κολλυρίου! Κατόπιν, βλέπουμε την κόρη της ντίβας να δακρύζει στις πρόβες, ενθυμούμενη κάτι από την «πραγματική» της ζωή: κι αυτή η εικόνα μας συγκινεί- κι ας ξέρουμε πια ότι αυτά τα δάκρυα που βλέπουμε στην οθόνη, ίσως είναι τεχνητά! Τα συναισθήματά μας είναι δικά μας κι αληθινά- η ερμηνεία τους κι ο αντίκτυπός τους, όμως, σε ποιο βαθμό είναι τεχνητά, κατασκευασμένα, έστω κι ασυνείδητα, έχοντας αποκλείσει τους άλλους και την αλήθειά τους;

Ο Κόρε-Έντα ξεδιπλώνει ήρεμα, χωρίς βιασύνη τις ιστορίες του- και τις εξαπλώνει μέσα μας, συντονίζοντάς μας με την ανάσα των ηρώων του, όπως σ’ όλες τις ταινίες του. Η κινηματογράφησή του συλλαμβάνει (θαρρείς, μέσα σε μια στιγμή) όλες τις χαρακτηριστικές χειρονομίες των ηρώων του και τις εκφράσεις των προσώπων τους που χρειαζόμαστε για να τους κατανοήσουμε- και μέσα απ’αυτούς, να κατανοήσουμε κι εμάς τους ίδιους. Ένας ηθοποιός του παρατηρεί την πλάτη ενός άλλου χαρακτήρα κι εμείς νιώθουμε την ψυχική κατάσταση αυτού του αθέατου σ’ εμάς προσώπου: είναι η ενέργεια των χαρακτήρων του που μας μεταδίδεται. Η σκηνοθεσία του είναι σαν ένα απόσταγμα εκείνης της παρατήρησης του άλλου όταν θέλεις μόνο να τον κατανοήσεις, χωρίς να τον κρίνεις.

Μπορεί κάποιος να προσάψει ότι το εύρημα της ταινίας μέσα στην ταινία χρησιμοποιείται σαν πρόσχημα για την επίλυση της κύριας σύγκρουσης. Ότι δεν αναδεικνύει την οξύτητα στις συγκρούσεις που περιγράφει. Ή ότι υπάρχει μια ευκολία στο τελικό πλησίασμα. Δίκιο θα’χει σε όλα αυτά- όμως, δεν έχει και τόση σημασία τελικά! Γιατί, η αύρα του Κόρε-Έντα μας αγγίζει βαθιά. Κι ύστερα, ο σκηνοθέτης υπονομεύει το όποιο happy end βάζοντας την ντίβα να σκέφτεται πως θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει στο ρόλο της, την πρωτόγνωρη συγκίνηση που νιώθει την ώρα που, επιτέλους, έχει στην αγκαλιά της την πραγματική της κόρη! Ο Κόρε-Έντα, όχι μόνο πιστεύει ολόψυχα στο πλησίασμα των ανθρώπων, όχι μόνο το εύχεται- μας το μεταδίδει σαν να το βιώνουμε κι εμείς μαζί με τους ήρωές του. Τα δάκρυα των ηθοποιών του γίνονται και δικά μας από τη συγκίνησή μας για τη μαγική δύναμη της βαθιάς ανθρωπιάς αυτού του δημιουργού. Η ταινία έχει τελειώσει και αισθανόμαστε σαν να ζήσαμε ένα διαλογισμό όπου καταλάβαμε τόσα πολλά- σχεδόν τα πάντα.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 78 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top