Τέταρτο

Η «Αντιγόνη» εγκλωβισμένη στην τραγωδία της


Ο Χέγκελ πίστευε πως η Αντιγόνη είναι « ένα από τα υψηλότερα και τα πιο ολοκληρωμένα, από κάθε άποψη, έργα τέχνης που δημιούργησε ποτέ η ανθρώπινη προσπάθεια». Η Αντιγόνη, εμφανίστηκε πρώτη φορά στην Ευρωπαϊκή σκηνή και συγκεκριμένα στην Πρωσία στις 28 Οκτωβρίου 1841, στην αυλή του βασιλιά Φρειδερίκου Γουλιέλμου του 4ου, σε σκηνοθεσία Λούντβιχ Τικ και χορικά από τον Μέντελσον (όπου και παραλληλίστηκε με τη Μαγδαληνή που κατεβάζει το Χριστό από το σταυρό). Στην Ελλάδα, παραστάθηκε πρώτη φορά στο θέατρο Ηρώδου του Αττικού στις 7 Δεκεμβρίου του 1867, σε μετάφραση Αλ. Ρίζου Ραγκαβή και διοργανώθηκε για να τιμήσει τους γάμους του Γεωργίου Α΄ και της Όλγας. Από το 19ο αιώνα έως σήμερα η «ουράνια Αντιγόνη, η ευγενέστερη μορφή που εμφανίστηκε ποτέ στη γη» έχει παρασταθεί αρκετές φορές στην παγκόσμια σκηνή προκαλώντας πάντα εντυπώσεις όπου και αν αναβιώνει.

Στη Σοφόκλεια Αντιγόνη, η ομώνυμη ηρωίδα καλείται από τη συνείδησή της να αθετήσει το νόμο του Κρέοντα ώστε να μη ταφεί ο αδερφός της Πολυνείκης και να υπακούσει στο θεϊκό νόμο θάβοντας τον αδερφό της με αποτέλεσμα τη θανάτωσή της. Η Αντιγόνη ως έργο επιλέχθηκε να παρουσιαστεί στο πατρινό κοινό στην πρεμιέρα του 40ου Φεστιβάλ Πάτρας – Θεσμός Αρχαίου Δράματος, από την Αrs Aeterna, σε σκηνοθεσία και νέα επεξεργασία Θέμη Μουμουλίδη, με την συνεργασία του Μάνου Καρατζογιάννη.


Από τότε που ανέβηκε η Αντιγόνη στην Ευρωπαϊκή σκηνή, οι «αναγνώσεις» του έργου είναι αρκετές με τρεις να ξεχωρίζουν. Η ανάγνωση του Χέγκελ για την προτίμηση της Αντιγόνης στο θεϊκό νόμο και την ανυπακοή στους νόμους της πολιτείας, η ανάγνωση του Λακάν που την ανέβασε ως πρόσωπο σε ένα συμβολικό ανδροκρατούμενο επίπεδο και τέλος η ανάγνωση της Τζούντιθ Μπάτλερ που την εισήγαγε σε ένα προ-πολιτισμικό επίπεδο με έμφαση στη αιμομιξία και κατέληξε σε φεμινιστικές αποχρώσεις του έργου.

Στην παράσταση που είδαμε στην Πάτρα έλειπε η σκηνοθετική καθαρότητα. Ο σκηνοθέτης δεν ακολούθησε καμία «ανάγνωση», αλλά ούτε μας πρότεινε και κάποια δική του με αποτέλεσμα να παρουσιαστεί άλλη μια Αντιγόνη που δεν έχει κάτι νέο να μας πει και ακολουθεί το κείμενο· έστω και αν στη αρχή ξεκίνησε αφηγηματικά σε μια προσπάθεια να προσθέσει χρόνο στην παράσταση. Τα ξύλινα «τελάρα» στην αρχή που προσιδίαζαν σε κίονες – τρύπια θεμέλια της Θήβας, και μεταβλήθηκαν σε πάλκο αρχηγού κόμματος που ακούγεται από τα μεγάφωνα, φάνηκε σαν μια αποτυχημένη προσπάθεια στηλίτευσης της ηγέτιδας τάξης προερχόμενη από κομματικές συγκεντρώσεις δεκαετίας 1980. Ο εγκλωβισμός του σκηνοθέτη φάνηκε ιδιαίτερα όταν παρουσίασε τον Κρέοντα να «νίπτει τας χείρας του», με μια κανάτα, ενώ στο έργο ουσιαστικά ο εγκλωβισμένος δεν είναι η Αντιγόνη, αλλά ο Κρέοντας που διατηρεί εμμονικά τις αποφάσεις του και τιμωρείται εξ αιτίας αυτών. Κάτι που επ΄ ουδενί δεν φάνηκε παρά μόνο στο τέλος του έργου που υπάρχει αποκάλυψη.


Η προσπάθεια Μπρεχτικής αποτύπωσης μια αποστασιοποίησης, να γίνονται δηλαδή όλα στη σκηνή, με την ξεπερασμένη ενδυματολογική προσέγγιση, δηλαδή τα κοστούμια του χορού και τις μαγκούρες για να δείχνουν τον γεροντικό χορό, από το 1980 που παρουσιάστηκε από τον Στάιν ακριβώς έτσι, καθιστά τον χορό του έργου αναμενόμενο γεγονός μακριά από οποιαδήποτε φαντασία αποτύπωσης αρχαίου χορού. Το αποκορύφωμα ήταν το άκουσμα του «έρως ανίκατε μάχαν» στα αρχαία αντλώντας κάτι από το προγονικό κλέος προσφέροντάς το στο κοινό, σε μια προσπάθεια εξύψωσης της καταγωγικής αρχαιοελληνικής συνέχειας. Τέλος, η δολοφονία της Ευριδίκης γίνεται μέσα στο δωμάτιο και την περιγράφει ο εξάγγελος για να ενεργοποιήσει τη φαντασία του θεατή· όταν, όμως, γίνεται περιγραφή και υπάρχει παράλληλη δράση πίσω από την περιγραφή, ατονεί και η φαντασία και η ορατή αποτύπωση.

Οι ηθοποιοί κινήθηκαν σε αρκετά καλά επίπεδα υπόκρισης, με πρώτο και καλύτερο τον αειθαλή Θανάση Παπαγεωργίου, ο οποίος εξέπεμψε σοβαρότητα και κύρος, αποφεύγοντας τις στηλιζαρισμένες κινήσεις, δείχνοντάς μας με απλότητα τι σημαίνει υποκριτική. Η Χριστίνα Χειλά Φάμελη ως Αντιγόνη, έβγαλε αρκετή ενέργεια και βίωσε το ρόλο η ίδια, με συνέπεια να βιώσουν τις καταστάσεις που ζούσε και οι θεατές. Παράλληλα, η Ντόρα Μακρυγιάννη με πολλαπλούς ρόλους (όλοι οι ηθοποιοί συμμετείχαν και στο χορό) απέδωσε εξαιρετικά τις συναισθηματικές καταστάσεις των ρόλων με αποκορύφωμα την ψυχική οδύνη της Ευριδίκης στο άκουσμα του θανάτου του Αίμονα τον οποίο αποτύπωσε εξαιρετικά ο Δημήτρης Σαμόλης.


Το ενδυματολογικό κομμάτι από την Παναγιώτα Κοκκόρου δεν παρουσίασε καμία καινοτομία, με εξαίρεση την Αντιγόνη που σημειολογικά αποτύπωνε τη θηλυκότητα καθώς ήταν η μοναδική που φορούσε φούστα. Η Μουσική από τον Στάυρο Γασπαράτο, υπερτόνισε τις στιγμές αρκετά καλά  ενώ ο φωτισμός από το Νίκο Σωτηρόπουλο, σκιαγραφούσε τις συναισθηματικές καταστάσεις.

Η Αντιγόνη του Σοφοκλή είναι ένα αιώνιο έργο που θα αντανακλά πάντα τις προσπάθειες μια γυναίκας να υπακούσει στη συνείδησή της, μέσα σε ένα κόσμο αντρών που της επιβάλουν τα θέλω τους. Η παράσταση Αντιγόνη σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, μας έδειξε ακόμα μια φορά τη στατικότητα σε έμπνευση που υπάρχει στην Ελληνική θεατρική σκηνή τα τελευταία χρόνια.

Υ.Γ. Συγκινητική στιγμή για τους θεατές που παρευρέθησαν στην έναρξη της παράστασης ήταν όταν ο πρόεδρος του «Φεστιβάλ Πάτρας – θεσμός Αρχαίου Δράματος», Αντρέας Ανδριόπουλος, εξιστόρησε παιδικές του μνήμες από το Φεστιβάλ που φέτος κλείνει τα 40ου του χρόνια. Αμέσως μετά προβλήθηκε ένα καλά επιμελημένο βίντεο αφιέρωμα στο πρώτο Φεστιβάλ και στον αείμνηστο πρόεδρο και εμπνευστή του Ανδρέα Δ. Ανδριόπουλο.

* Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι του Παναγιώτη Μουλίνου

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 90 Άρθρα

Δημήτρης Ζαπάντης. Γεννήθηκα πριν 38χρόνια στο κάστρο της Πάτρας, ακόμα εκεί είμαι και ατενίζω την αγαπημένη μου πόλη από ψηλά. Ξεκίνησα να σπουδάζω θεατρολογία, στο πανεπιστήμιο της και διάγω βίον ήρεμον και οικογενειακόν τρόπον τινά. Όνειρό μου είναι να γίνω «κάποιος». Μόλις μεγαλώσω και νοικοκυρευτώ θα τα καταφέρω... | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top