tetartopress

«Η αρπαγή» – Η επιθυμία της μητρότητας ως επιταγή της κανονικότητας στη μοναξιά των κοινωνιών μας


«Η αρπαγή» (Le ravissement).
(μετάφραση πρωτότυπου τίτλου: «Η έκσταση»).
Σκηνοθεσία: Ιρίς Καλτενμπάκ.
Πρωταγωνιστούν: Χαφσία Χερζί, Αλέξις Μανέντι, Νίνα Μερίς.
Γαλλία, 2023.

Τη μέρα που η Λιντιά χωρίζει από τον σύντροφό της μετά από τρία χρόνια συμβίωσης, εξωθημένη από τα γεγονότα να μην εθελοτυφλεί πια στη φθορά της σχέσης τους, η Σαλομέ, ο μοναδικός δικός της άνθρωπος, γιορτάζει τα γενέθλιά της μαθαίνοντας ότι είναι έγκυος. Η χαρά της Λιντιά για την φίλη της σκιάζεται από τη δική της μετέωρη κατάσταση, τόσο διαφορετική απ’ αυτήν της Σαλομέ, μόνη, χωρίς σύντροφο, χωρίς παιδί. Αντίθετα, όσα σκιάζουν τη χαρά- και την ανακούφιση- της Σαλομέ, η φθορά στη  σχέση της, αμφιβολίες για την ετοιμότητα να γίνει μητέρα, φόβοι για την εκπλήρωση των επαγγελματικών υποχρεώσεων, ιδιαίτερα σ’ ένα κράτος με ολοένα δυσμενέστερες εργασιακές συνθήκες, όλα υποχωρούν μπροστά στην επικείμενη επιτέλεση του ρόλου της μητρότητας.

«Ξέρω ότι κάπου μέσα μου αγαπώ το μωρό… Κάνω τις χειρονομίες, λέω τα λόγια αλλά υποκρίνομαι», η Σαλομέ λυγίζει από την επιλόχεια κατάθλιψη. Η Λιντιά την ενθαρρύνει με τα πρέποντα λόγια, συχνά κρατά το μωρό μια ολόκληρη μέρα ξεκουράζοντάς την- ανακουφίζοντάς την, για λίγο: δεν γίνεται, λοιπόν, και «δικό της» το μωρό που φροντίζει και ηρεμεί κοντά της; Γιατί τα παιδιά πρέπει να «ανήκουν» στους βιολογικούς γονείς και να μην μεγαλώνουν με όλους όσους νιώθουν ασφάλεια; Το να (κατ)έχουμε τα παιδιά «μας», δεν είναι προσκόλληση που ονομάζουμε αγάπη ώστε να μην φοβόμαστε τον φόβο της μοναξιάς, στοχεύοντας επιπλέον στην εμπέδωση μιας υποχρέωσης που οφείλουν να ξεχρεώσουν μελλοντικά;

Σε πόσους τοκετούς που έχει διενεργήσει ως μαία, θέλησε η Λιντιά να ήταν στη θέση εκείνων των γυναικών, ίσως ακόμα κι όταν σφάδαζαν από πόνο. Η εμπιστοσύνη που εμπνέει εμψυχώνοντάς τες να σπρώξουν, να σπρώξουν πάλι, να αντέξουν λίγο ακόμα μέχρι να φέρουν το παιδί τους στον κόσμο και οι επαγγελματικές της ικανότητες τής δημιουργούν την πεποίθηση ότι μπορεί να αντεπεξέρχεται στις αντιξοότητες των φυσικών τοκετών ενώ, ταυτόχρονα, θαρρείς ότι απαιτεί από τις γυναίκες που γεννάνε, να αντέξουν ως το τέλος ώστε να σταθούν άξιες του δώρου της εγκυμοσύνης που τους δόθηκε- και στον εξουθενωτικό τοκετό της Σαλομέ, αυτή η άρρητη απαίτηση κορυφώνεται σ’ έναν ιερό φανατισμό, υποτιμώντας τον θανάσιμο κίνδυνο, αρνούμενη να καταφύγει στην καισαρική- μια αγωνιώδης, εξαιρετική ψυχογραφικά σκηνή (για την κινηματογράφηση των τοκετών, που είναι πραγματικοί, η σκηνοθέτιδα δηλώνει ότι έτσι αποφασίστηκε να απεικονιστεί η μητρότητα ώστε να τεθούν ερωτήματα για την έκστασή της).

Ο Μίλος, Σέρβος πρόσφυγας στη Γαλλία κι οδηγός λεωφορείων από το πρωί έως το τελευταίο νυχτερινό δρομολόγιο, ξεκαθαρίζει ψυχρά στην Λιντιά ότι δεν θέλει να ξανασυναντηθούν παρά την  «υπέροχη βραδιά» τους, όπως την χαρακτηρίζει- όταν επέτρεψε στον εαυτό του να ανοιχτεί συναισθηματικά. Εκείνη δεν το αποκαλύπτει στην Σαλομέ (η υφέρπουσα κατάθλιψή της δεν γινόταν, θαρρείς ποτέ, αντιληπτή από την φίλη της), αντίθετα δηλώνει ότι είναι ερωτευμένοι- είναι τόσο συνήθης η ντροπή, η πεποίθηση του αποκλεισμού που αισθάνεται ένας άνθρωπος που δεν μπορεί, δεν πετυχαίνει να ζει όπως επιτάσσουν τα κοινωνικά πρότυπα: τη δεδομένη ύπαρξη ενός συντρόφου χωρίς τον φόβο της απώλειάς του με τον οποίο θα ιδεολογικοποιούνται συνένοχα οι συμβιβασμοί, απωθώντας συναινετικά την κοινή αλήθεια, θα αναπαράγονται οι γνωστές απόψεις για την αγάπη που διαδέχεται τον έρωτα όταν, στην πραγματικότητα, ο φόβος της μοναξιάς ή του αγνώστου για έναν νέο σύντροφο διαδέχεται τη μέθη για έναν προηγούμενο που τελειώνει πριν τον γνωρίσουμε- και χωρίς να είχαμε θελήσει να τον γνωρίσουμε, θα εκπληρωθεί ο μύθος της μητρότητας που βαραίνει όσο περνάνε «άκαρπα» τα χρόνια περιορίζοντας τη φυσική ανάδυση τής επιθυμίας της, θα αναπαράγεται η ενήλικη εξουσία της λήψης αποφάσεων στο όνομα του καλού της οικογένειας αδιαφορώντας για επιθυμίες κι ανάγκες των παιδιών. Μέσα σ’αυτά τα ενήλικα βάσανα, αποκρύψεις και περιχαρακώσεις των ανθρώπων αναφοράς της μεγαλώνει η νεογέννητη Εσμέ που το όνομά της σημαίνει «αγαπημένη» – άραγε, της δόθηκε από την Λιντιά σαν ευχή να βιώσει ό,τι δεν βιώνει η ίδια;


Η Λιντιά θα λέει ψέματα σκηνοθετώντας μια φανταστική ζωή, θα χρησιμοποιήσει το μωρό χωρίς όμως να του κάνει κακό, με σκοπό να γευτεί την πολυπόθητη κανονικότητα, έστω για όσο προλάβει αφού γνωρίζει ότι, αναπόφευκτα, όλα θα αποκαλυφθούν, και το υποκατάστατο μιας σχέσης με τον Μίλος όπου τόσα θα μπορούσαν να τους συνδέσουν, από τις παρόμοιες παραλλαγές της μοναξιάς τους μέχρι, αδιόρατα, την αλλοδαπή καταγωγή τους (η Λιντιά είναι μετανάστρια δεύτερης γενιάς). Αυτή η σκηνοθετημένη ζωή φέρνει τους πρωταγωνιστές της μπροστά στην προσομοίωση μιας ζωής που αποφεύγουν: αν μέσα από το ψέμα μπορεί να αναδυθεί η αλήθειά μας, αν μέσα από μια ιδεατή εκδοχή του εαυτού ερχόμαστε σε επαφή με τον αληθινό, αν σπάνε τα τείχη της μοναξιάς στη μεγαλούπολη και οι άνθρωποι πλησιάζονται, πόση σημασία έχουν το αρχικό ψέμα, τα ιδιοτελή κίνητρα; Γιατί νιώθουμε προδομένοι ως δέκτες ενός ψέματος αδιαφορώντας για κίνητρα, ψυχοσυνθέσεις, ευθύνες δικές μας ή και άλλων, γιατί καταδικάζουμε πράξεις, συμπτώματα, λόγια; Ο  χαρακτηρισμός της Λιντιά ως άρρωστης, χειριστικής, θα απέρρεε από ηθικό μανιχαϊσμό, από την επιθυμία για ηθική ανωτερότητα μέσω μιας αντανακλαστικής πια ηθικολογίας.

Η αφήγηση που εκτυλίσσεται με voice over του Μίλος, στην προσπάθειά του τόσο να κατανοήσει γιατί ή αν η Λιντιά τον εξαπάτησε όσο και να εξιχνιάσει τη δική του ευθύνη, δίνει «τη διάσταση έρευνας όπου ο χαρακτήρας της Λιντιά προσεγγίζεται από μια απόσταση, διατηρώντας το μυστήριο που την περιβάλλει», δηλώνει η σκηνοθέτιδα. Έτσι, κατανοούμε την Λιντιά μαζί του, λέξη λέξη, σιωπή σιωπή. Η κάμερα την παρατηρεί από απόσταση αναπνοής, συλλαμβάνει τα φευγαλέα βλέμματα, αφουγκράζεται τη χαμηλή φωνή της που μόλις ακούγεται, ζωντανεύει σαν την ύπαρξη που αυτή η γυναίκα- κάθε μόνος, αποκαρδιωμένος, φοβισμένος άνθρωπος- έχει ανάγκη να την παρατηρεί χωρίς τον φόβο της επίκρισης, να της μεταδώσει έγνοια ώστε να ανοιχτεί, να παραδεχτεί και να αποδεχτεί. Και, η ερμηνεία της Χερζί δίνει σπαρακτικά υπόσταση στον ρόλο της εσωστρεφούς Λιντιά, στο κουρασμένο, θλιμμένο βλέμμα της εκφράζεται βουβή απόγνωση αλλά κι ελπίδα που σιγοκαίει. Η σκηνοθετική ματιά μεσολαβεί ανάμεσα στον ψυχισμό της Λιντιά και τους δικούς μας, στους δικούς μας ψυχισμούς κι αυτούς του Μίλος και της Σαλομέ (η οποία μαζί με την Λιντιά εκφράζουν δύο αντίθετες πλευρές της σημερινής γυναίκας ως προς τη μητρότητα) ώστε, σαν σε καθρέφτη, να δούμε κρυμμένες πτυχές μας που ακόμα κι αν εξωτερικεύονται διαφορετικά, δεν συνιστούν παρά διαφορετικές παραλλαγές της υποταγής μας στους κοινούς μας φόβους στις κοινωνίες μας. Και, αναδύονται τόσο φυσικά η κατανόηση και η αποδοχή όπου καταλήγει- τι αντίθεση με τα αντικρουόμενα, με ακρίβεια διατυπωμένα αλλά απρόσωπα, αποστειρωμένα από τα ανθρώπινα δράματα, αφ’ υψηλού επιστημονικά πορίσματα.

Υπαρξιακό θρίλερ και μελαγχολική ατμόσφαιρα που, όμως, καταλήγουν αισιόδοξα στην έναρξη μιας λυτρωτικής πορείας, μια βαθιά ανθρώπινη, συγκινητική ταινία.

 
 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Corine Pelluchon «Ο Διαφωτισμός στην εποχή του εμβίου»

Corine Pelluchon «Ο Διαφωτισμός στην εποχή του εμβίου»

Υπάρχει τρόπος να υπερασπιστούμε τον Διαφωτισμό σήμερα; Το χειραφετικό του ιδεώδες διατηρεί ακόμη κάποιο νόημα; Όταν βρισκόμαστε μπροστά στην αφύπνιση ...
Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ «Η Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ»

Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ «Η Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ»

Η Αληθινή ζωή του Σεμπάστιαν Νάιτ είναι μια διεστραμμένα μαγική λογοτεχνική αστυνομική ιστορία – ευφυής, περίπλοκη, με συναρπαστική κορύφωση– για ...
Νίκος Δασκαλοθανάσης «Μοντέρνα Τέχνη 1850-1940»

Νίκος Δασκαλοθανάσης «Μοντέρνα Τέχνη 1850-1940»

Το βιβλίο αναφέρεται σε μία κρίσιμη περίοδο της ιστορίας της δυτικής τέχνης. Πράγματι, στα μέσα του 19ου αιώνα εμφανίζονται οι ...
Enzo Cormann, «σε τι μας χρησιμεύει το θέατρο;»

Enzo Cormann, «σε τι μας χρησιμεύει το θέατρο;»

«Εδώ και περισσότερο από είκοσι χρόνια που γράφω θεατρικά έργα, μου φαίνεται πως πάντα το σκεφτόμουν αυτό λίγο ή πολύ, ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 203 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top