Τέταρτο
103 Προβολές

«Η έκλειψη» του Μικελάντζελο Αντονιόνι: Η επικείμενη έκλειψη των εικονικών σχέσεων




«Η έκλειψη» (L’eclisse)
Σκηνοθεσία: Μικελάντζελο Αντονιόνι
Πρωταγωνιστούν: Αλέν Ντελόν, Μόνικα Βίτι.
Ιταλία, 1962

Φαρδιές λεωφόροι, μεγάλα πάρκα, ιδανική ρυμοτομία, οι άνθρωποι, όμως, απόντες. Πολυκατοικίες που φτάνουν έως τον ουρανό, με ευρύχωρα διαμερίσματα, γεμάτα με έπιπλα και καλλιτεχνικά έργα. Τόσο ευχάριστες οι εικόνες αυτής της ευμάρειας- όμως, βλέπουμε και τη δίψα για τον αέναο πολλαπλασιασμό της, που η ανάγκη της επιβάλλεται, θαρρείς, πάνω στους ανθρώπους. Μια ζωή που επαναλαμβάνεται, αγώνας για όλο και μεγαλύτερα κέρδη, μελετημένες αλλά αναγκαστικά γρήγορες αποφάσεις, ένταση, εξορκισμός του φόβου της καταστροφής και μια ανακουφιστική αίσθηση θριάμβου ενάντια σ’ έναν αόρατο εχθρό στο τέλος κάθε μέρας. Μέχρι πότε, όμως; Μέχρι την πρώτη άτυχη ή άστοχη επένδυση- τόσο μόνο χρειάζεται για να’ ρθει το τέλος. Μια χαρά τόσο εύθραυστη σαν να μην υπήρξε ποτέ όταν πια τελειώσουν όλα. Όσα περισσότερα έχουν, τόσο περισσότερα θέλουν, και όσα περισσότερα αποκτούν, τόσο πιο πολύ φοβούνται ότι θα τα χάσουν. Κι όταν πια τα χάσουν, νιώθουν ότι δεν τα είχαν ποτέ. Οι ξορκισμένοι φόβοι θ’ αναδυθούν, η ανησυχία θα εξαπλωθεί και οι επιφανειακές ανθρώπινες σχέσεις θα εξαχνωθούν. Είναι η έκλειψη που συμβαίνει, με φυσική νομοτέλεια θαρρείς. Τότε είναι που η υφέρπουσα ασθένεια της ανθρώπινης αποξένωσης θα εκδηλωθεί.

Βρισκόμαστε σ’ ένα προάστιο της Ρώμης, στα 1962, εποχή μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης. Μια νέα γυναίκα, όμορφη, ευκατάστατη, έχοντας όλα όσα θεωρούνται οι προϋποθέσεις της αστικής ευτυχίας, είναι ο μόνος άνθρωπος μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον που σταδιακά συνειδητοποιεί τι δεν θέλει πια, αναζητώντας τι είναι αυτό που θέλει. Κάθεται, σηκώνεται, ξανακάθεται και πάλι σηκώνεται μέσα στο μεγάλο διαμέρισμα όπου ζει με τον μεγαλύτερό της σε ηλικία σύντροφο, ψάχνοντας ένα σημείο για ν’ αποθέσει το σώμα της αναπαυτικά. Τόσο μεγάλο διαμέρισμα και νιώθει σαν να μην χωράει εκεί μέσα. Τον εγκαταλείπει, διστακτικά αλλά με όλο και πιο στέρεα βήματα. Και μετά, η φυσική έλξη με έναν απαστράπτοντα, νεότερο άντρα. Και πάλι η ίδια αίσθηση του ανικανοποίητου, η ίδια έλλειψη κατανόησης της υπαρξιακής της αγωνίας. Δυο άντρες που θα’ θελαν να την κατανοήσουν αλλά χωρίς πολύ χάσιμο ενέργειας, καταλογίζοντάς της τη δική τους έλλειψη ψυχικής διαθεσιμότητας και καταλήγοντας στη γνώριμη αρσενική επιθυμία της κατοχής της. Όλα πρέπει να κατακτώνται και να κατέχονται ώστε να ξεχνιούνται οι βαθύτεροι φόβοι.


«Μακάρι να μην σε αγαπούσα ή να σε αγαπούσα περισσότερο», λέει η γυναίκα στο δεύτερο σύντροφό της. Είναι μια πένθιμη καθήλωση ή μια εσωτερική δυναμική που φουντώνει; Η θλίψη της μνήμης για το πόσο εύκολα ένιωθε ευτυχισμένη μέχρι τώρα ή το αποτίναγμά της και το άνοιγμά της προς το άγνωστο πια; Ελάχιστες οι στιγμές της ξεγνοιασιάς της, ιδιαίτερα όταν μεταμορφώνεται κυριολεκτικά σε μιαν άγνωστη γυναίκα από μιαν άλλη ήπειρο, που το φωτογραφημένο πρόσωπό της κοσμεί τον τοίχο ενός ευρύχωρου διαμερίσματος. Μεταμορφώνεται σε τέτοιο βαθμό που λες και μετεμψυχώνεται σ’αυτήν την άλλη γυναίκα, λες και επικοινωνεί με το πνεύμα της και με τη βουβή απόγνωσή της μπροστά στην καταλήστευση του τόπου της.

Ο Αντονιόνι, σ ‘αυτήν εδώ την τελευταία ταινία της τριλογίας του για την ανθρώπινη αποξένωση (μετά την “Περιπέτεια” το 1960 και τη “Νύχτα” το 1961), βάζει πάλι μια γυναίκα στο επίκεντρο  της υπαρξιακής του περιπέτειας. Ευαίσθητη στα συμπτώματα αυτής της απροσδιόριστης, ύπουλης ασθένειας της αποξένωσης, η αγωνία της όλο και βαθαίνει θέλοντας να σπάσει τον ψυχολογικό κλοιό που σφίγγει γύρω της. Θέλει πια να μάθει αν η φυσική έλξη που νιώθει, αρκεί για να φέρει μαζί της τη συντροφικότητα που λαχταράει ή αν απορρέει από τα εσωτερικευμένα κοινωνικά πρότυπα. Ποιες είναι οι αλήθειες που εκλαμβάνονται ως ψέματα, και ποια τα ψέματα που επιθυμούμε να τα ζούμε σαν αλήθειες. Αργός ο ρυθμός που ξετυλίγεται η ταινία, μεγάλα σε διάρκεια κεφάλαια που μας φέρνουν όλο και πιο κοντά σ’ αυτήν την εσωτερική διαδρομή, μαυρόασπρη η φωτογραφία με έντονα κοντράστ, εικόνες απλωμένων άδειων τοπίων όπου θα ‘πρεπε ν’ ανθίζει η κοινωνικότητα, σε αντίθεση μ’ αυτές του συνωστισμού και της υπερδραστηριότητας στους ναούς του χρήματος. Αισθανόμαστε όλο και πιο κοντά στην επικείμενη έκλειψη των εικονικών ανθρώπινων σχέσεων. Η ματιά του Αντονιόνι παρατηρεί το πρόσωπο της υπέροχης, υπέροχης (δις) Μόνικα Βίτι ή στέκεται πίσω της, κοντά στην πλάτη της και μας μεταδίδει όλη την αγωνία της, σαν να θέλει να τη μοιραστούμε μαζί της αφού εκείνη δεν μπορεί να τη μοιραστεί με κανέναν από τους χαρακτήρες της ταινίας. 58 χρόνια όμως μετά, η ταινία έχει πια αποκτήσει κάποιες ρυτίδες: το μακρύ ξετύλιγμα των ιστοριών του πρώτου μέρους κουράζει κάπως αφού έχουμε ήδη κατανοήσει την απουσία σχέσεων, η σκιαγράφηση των χαρακτήρων δεν εμβαθύνεται. Αναρωτιόμαστε επίσης κατά πόσο μπορεί να μας ενδιαφέρει τελικά η έλλειψη επικοινωνίας ανάμεσα σ’ αυτούς τους εκπροσώπους της αστικής τάξης. Μέσα από την εσωτερική ερμηνεία της Βίτι όμως, σαν ένας εκπεσών άγγελος που αγωνιά να θυμηθεί, νιώθουμε ένα νήμα να μας συνδέει βαθύτερα μ’ αυτό το δράμα που παρακολουθούμε.


Το τελευταίο κεφάλαιο, όμως, σαν μια άλλη ταινία μέσα στη ταινία, το παρακολουθούμε με ορθάνοιχτα τα μάτια, με την αναπνοή μας να βαθαίνει, ανησυχώντας. Νέες πολυκατοικίες ανεγείρονται, πολλά νέα ευρύχωρα κλουβιά όπου ο άνθρωπος θα συνεχίσει να στεγάζει την αποξένωσή του από τους άλλους και από τον ίδιο του τον εαυτό. Το γκρίζο χρώμα των παλιών πολυκατοικιών φαίνεται τόσο παράταιρο στο φυσικό φως και κάθε πλάνο όλο και πιο κοντά στους τεράστιους τσιμεντένιους όγκους, μας ανησυχεί όλο και περισσότερο. Τόσο παράταιροι, θαρρείς παραισθητικά παράταιροι, η ψευδαίσθηση της ζωής των ανθρώπων που ζουν εκεί μέσα άψυχα, συναισθηματικά αποστεωμένοι… Άνθρωποι που περνάνε αδιάφορα από εκείνα τα μέρη όπου οι δύο εραστές γελούσαν κι ανησυχούσαν, αγνοώντας το δράμα που είχε παιχτεί εκεί. Πότε άραγε είχε παιχτεί εκείνο το δράμα; Όλα ξεθωριάζουν, ο χρόνος κυλάει, δεν ξέρουμε πόσος χρόνος πέρασε από τότε που τους είδαμε για τελευταία φορά. Κάποιοι άλλοι άνθρωποι, από τις πιο χαμηλές εισοδηματικές τάξεις, περιμένουν ανυπόμονα το λεωφορείο ή επιστρέφουν με το τελευταίο βραδινό σε ζευγάρια ή μεγαλύτερες παρέες. Μια εφημερίδα γράφει ότι “η ειρήνη είναι αδύναμη” λόγω της αόριστης απειλής για πυρηνικό πόλεμο. Σύννεφα, δύση, βραδινά φώτα δρόμου, άδειοι δρόμοι, ένα δυστοπικό φινάλε όπου ο Αντονιόνι ανάγει την έλλειψη επικοινωνίας που είχε αφηγηθεί ως εκείνη την ώρα, σ’ ένα πανανθρώπινο επίπεδο πια. Ένα μοναδικό φινάλε, που βιώνεται με όλη τη συνειδητότητά μας, με βεβαιότητα ότι μας αφορά άμεσα, που εντυπώνεται για πάντα στη μνήμη μας.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 71 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top