Τέταρτο
250 Προβολές

Η φάρμα των ζωών


Advertisement


Θα είναι φυλακισμένοι όχι σε κελιά , αλλά στο ίδιο τους το σπίτι. Θα έχουν τα κλειδιά στην πόρτα και την επιλογή στα χέρια τους, μα θα έχουν ξεχάσει τι σημαίνει «επιλογή». Θα ζουν φοβισμένοι, νερόβραστοι και απονευρωμένοι. Θα ερωτεύονται από το διαδίκτυο, θα κάνουν σεξ από το διαδίκτυο, θα τρώνε από το διαδίκτυο, θα διασκεδάζουν από το διαδίκτυο και σαν σύγχρονοι δούλοι, θα προαυλίζονται στο διαδίκτυο. Μόνος Θεός τους το χρήμα και η αυταρέσκεια του ατομισμού, φυλακισμένοι στο καθεστώς της ψυχαναγκαστικής ευτυχίας, θα νιώθουν άλλα, θα λένε άλλα και θα κάνουν άλλα. Η καθημερινότητά τους θα είναι μια μηχανική διεκπεραίωση, σαν ρομπότ θα προγραμματίζονται να φέρνουν εις πέρας οτιδήποτε θα προστάζει η φιλήσυχη κανονικότητα. Το μυαλό τους θα έχει μετατραπεί σε μια πολτοποιημένη μάζα που θα επεξεργάζεται μόνο χοντροκομμένες πληροφορίες και σαν καλοί υποτακτικοί θα αισθάνονται ότι τίποτα καλό δεν τους αξίζει και ακόμα κι όταν θα χαμογελούν θα νιώθουν τύψεις. Τα κέντρα πληροφοριών όπως σχολεία, τηλεόραση, ραδιόφωνα και ίντερνετ, θα απαρτίζονται από μηχανές που θα μετρούν, θα αναλύουν και θα προβλέπουν τις σκέψεις τους,  με κύριο στόχο την χειραγώγηση και τον έλεγχο των μαζών. Ακόμα και το οξυγόνο που θα εισπνέουν θα ανήκει σε ιδιώτες, όπως και το οτιδήποτε άλλο γύρω τους και αυτό που αποκαλούν πατρίδα, θα έχει μετατραπεί σε μια παράγκα μαφιόζων, σε ένα έδαφος πάνω στο οποίο  θα επιβιώνουν μόνο εκβιαστές, χαφιέδες και κρατικοδίαιτες μαριονέτες.

Η καθημερινότητα στην οποία θα καλούνται να αντεπεξέλθουν θα έχει μετατραπεί σε ένα ατελείωτο μαρτύριο, ένα τερέν αρπακτικών και κανιβάλων και η οποιαδήποτε ανθρώπινη εκδοχή και έκφανση, θα πατάει πάνω στην λογική του «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» με κάθε κόστος και οποιοδήποτε μέσο. Θα γοητεύονται με το κενό, θα γελούν με το χυδαίο, θα συναναστρέφονται με το τίποτα, θα υπάρχουν χωρίς να ξέρουν το γιατί και θα ποζάρουν τη θλίψη τους παστωμένη με πούδρα ευτυχίλας και χαρουμενιάς. Θα ζουν πρόχειρα, θα νιώθουν γρήγορα, θα σκέφτονται φθηνά και θα μεγαλώνουν παιδιά – μαριονέτες, γεμίζοντας τα με το άγχος του ετεροπροσδιορισμού και της σύγκρισης, κι όταν αυτά μεγαλώνοντας θα είναι γεμάτα ανασφάλειες και κόμπλεξ, όλοι θα κοιτιούνται απορημένοι και σαστισμένοι.

Advertisement

Θα ψάχνουν δράκους στα παραμύθια τους, θα φτιάχνουν θεούς και δαίμονες κομμένους και ραμμένους στα μέτρα τους, και όλες τους οι επιλογές στη στάση ζωής τους, θα δικαιολογούν μονίμως τη ροπή τους προς την μεριά του μικρόκοσμου τους. Εύκολα θα πιστεύουν, δύσκολα θα ερευνούν και θα γνωρίζουν. Θα εξυμνούν το αόρατο και θα δικάζουν το ορατό. Θα ενημερώνονται από πηγές που θα ενισχύουν την άγνοια τους και τις ήδη υπάρχουσες γενικευμένες και αόριστες πεποιθήσεις τους. Θα μισούν ό,τι τους ξεβολεύει, θα αυνανίζονται με κολακείες και θα αρκούνται στο λιγότερο κακό, στο όπως λάχει και στο ό,τι κάτσει.

Θα ζουν για τους άλλους , θα δουλεύουν για τους πλούσιους και θα πεθαίνουν για την πατρίδα.

Θα έχουν πάψει να αποτελούν μέρος του πανανθρώπινου γίγνεσθαι και αυτό που θα ενσαρκώνουν στην καλύτερη, θα είναι μια μάζα από πειράματα ενδείξεων αντοχής ηλιθιότητας και υποδούλωσης. Θα είναι πρωταγωνιστές της πιο αποκτηνωμένης εκδοχής της ανθρώπινης ιστορίας, και η εξάρτηση με τα ίδια τους τα δεσμά θα είναι τόσο μεγάλη που το παράλογο θα φαντάζει λογικό, η κυνικότητα θα περνά από τους δέκτες τους και θα τους εκπροσωπούν μιλώντας εξ ονόματος τους, έμποροι ελπίδας και μουλωχτοί αγύρτες. Ημίτρελες βιζιτούδες και υστερικοί φιμωμένοι της φήμης θα σαλιαρίζουν στα πάνελ παραγωγής ηλιθιότητας, θα τους υποδεικνύουν ότι για να αντέχουν τη ζωή θα πρέπει να πιθηκίζουν στο δόγμα του life style φορώντας κορδελίτσες στη μιζέρια τους. Δέσμιοι της οθόνης, πρεζάκια της εικόνας, δούλοι και σκλάβοι της ίδιας τους της σκέψης, θα σέρνονται στον οντά των αφεντάδων τους για λίγα μπόνους καλύτερου δούλου και ρουφιάνου. Θα αναπνέουν. Δεν θα ζουν. Θα δέχονται, δεν θα αμφιβάλλουν. Θα ζητιανεύουν αναγνώριση κι αποδοχή, δεν θα αρνούνται τίποτα και θα σαλιαρίζουν χαριεντιζόμενοι με τη μετριότητα και την ξεφτίλα.

Advertisement

Θα συνηθίζουν την ασχήμια, θα αποστρέφονται την ομορφιά και η κάθε τους συναναστροφή θα αποτελεί μια μάχη επικράτησης. Το σπουδαίο θα πάψει να γεννιέται, το αληθινό θα κρύβεται στο ψέμα και η αβίαστη καλοσύνη θα αρχίσει να υπολογίζει ακριβά και σχολαστικά το που θα σκορπίζεται. Η έλλειψη παιδείας και καλλιέργειας, όχι απαραίτητα με την έννοια της ακαδημαϊκής καταξίωσης και συλλογής πτυχίων, αλλά της μάθησης μεθόδου του πως αποκτιέται η γνώση σαν ισχυρό εργαλείο κριτικής σκέψης κι αμφισβήτησης , το διάβασμα και η πνευματική διεύρυνση και τροφή ως ζωτικής σημασίας ζήτημα και όχι προαιρετικής ενασχόλησης, η αποχαυνωτική πεποίθηση ότι κάποιος άλλος θα ενδιαφερθεί για την περίπτωση τους, η ονείρωξη της ελπίδας που μεταθέτει τα πάντα σε ένα αυθαίρετο μέλλον, η λογική της προχειρότητας, η πίστη σε θεούς, σωτήρες και αφέντες ή ακόμα χειρότερα η μοιρολατρία της αποδοχής ότι τίποτα δεν αλλάζει, θα έχουν ήδη συντελέσει ως βασικοί πυλώνες στη δημιουργία ενός σαθρού και άγονου εδάφους, που θα εκτυλίσσεται πλέον μπρος στα μάτια τους. Η αναγωγή της φήμης, της εφήμερης δόξας, της καριέρας, του καπάτσου, του κουτοπόνηρου, σε βασική προτεραιότητα και αξία και το χρήμα ως κριτήριο αξιολόγησης για το τι είναι σημαντικό και τι όχι, θα έχουν αποτελέσει όχι μοιραία λάθη μιας κατάστασης που εκτροχιάστηκε, αλλά τα βασικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας τους.

Κείμενα σαν αυτό θα μοιάζουν μακρινά και αφοριστικά, μα στην ουσία θα είναι η ελάχιστη προσπάθεια καταγραφής της πραγματικότητας τους, που θα ξεπερνάει την πιο νοσηρή και επικίνδυνη μυθιστορηματική φαντασία και σαν γάγγραινα θα σαπίζει όλο και πιο πολύ τους εναπομείναντες ζωτικούς πυρήνες της ύπαρξης τους.

Advertisement

Έτσι , με μαθηματική ακρίβεια το τίποτα θα ‘χει αποκτήσει υπόσταση, σε κοινωνικό, πολιτικό και καλλιτεχνικό επίπεδο, διαμορφώνοντας παθητικές συνειδήσεις και ανθρώπους υποτακτικούς και πνευματικά νεκρούς, που συνήθισαν και εκπαιδεύτηκαν στο να κρύβονται πίσω από το αφήγημα της θυματοποίησης τους, γυρεύοντας απαντήσεις για ζητήματα που αφορούν τους ίδιους και μόνο τους ίδιους. Όντες εκπαιδευμένοι να αναλύουν μια παθογενή πραγματικότητα κάνοντάς της νεκροψία και ελπίζοντας ότι μέσα από την ανάλυση κοπράνων θα φυτρώσουν τριαντάφυλλα, θα αναρωτιούνται αν θα αλλάξει η «κατάσταση», χωρίς να ξέρουν ακριβώς για ποια κατάσταση μιλούν και χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι οι καταστάσεις αλλάζουν πάντα. Κάθε μέρα. Κάθε ώρα. Κάθε λεπτό. Το ζήτημα είναι προς ποια κατεύθυνση αλλάζουν και προς όφελος τίνος. Μα φρόντισαν από νωρίς να σκέφτονται λίγο και να πράττουν πολύ. Σε ένα ενδιάμεσο φωτεινό πλαίσιο εξ ορισμού προσωρινό, μα τόσο σπάνιο, μοναδικό και μαγικό που δεν κατάφεραν ποτέ να σταθούν ισάξια απέναντι του.

Κι έτσι η ιστορία θα καταγράφει. Θα είναι αμείλικτη. Θα καταγράφει πραγματικά γεγονότα. Και τα γεγονότα δεν θα ανατρέπονται. Όταν συμβαίνει κάτι δεν μπορείς να το ανατρέψεις. Μπορείς να μάθεις από αυτό και να αποτρέψεις την επανάληψη του. Όσο συμβάλεις στη διαιώνιση αυτού που διαμαρτύρεσαι ότι σε ταλαιπωρεί, τόσο λιγότερο πείθεις ότι σε ταλαιπωρεί. Και τόσο θα ξεφυτρώνει μπροστά σου η αλήθεια. Και ως γνωστόν η αλήθεια είναι δεσμευτική και στερείται αυτοσχεδιασμού.

Έτσι συμβαίνει με τους ζωντανούς οργανισμούς. Κινούνται. Προχωρούν. Αλλάζουν. Αλλιώς, δεν είναι ζωντανοί. Είναι σκλάβοι. Και οι σκλάβοι αρέσκονται στην νεκρική ησυχία και θίγονται μόνο όταν τους υπενθυμίζεις τα δεσμά τους.

Advertisement

Advertisement

Advertisement

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

Advertisement

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 19 Άρθρα

Ο Γιάννης Μίχας Νεονακης ή αλλιώς Dave, ζει ανάμεσα μας απο τον Αύγουστο του 1983. Είναι ιδρυτικό μέλος των «Φράξια» ένα από τα πιο βαθιά πολιτικοποιημένα και ανθρωποκεντρικα συγκροτήματα της ανεξάρτητης σκηνής και ασχολείται με τον στίχο αλλά και γενικότερα με τον πεζό λόγο από την ηλικία των 13. Εκτός από την δισκογραφία του γκρουπ και την προσωπική του, έχει εκδώσει ένα βίβλιο με στίχους με τίτλο «Έχω τον λόγο μου» από τις Εκδόσεις Κονιδάρη και μια συλλογή ποίησης και στοχασμών με τίτλο «Αποσιωπητικά», από τις Εκδόσεις Grotesque. Δηλώνει πρωταγωνιστής παρασκηνίου, συνοδηγός, περιθωριακά ρομαντικός και κομπάρσος του «λίγο απ'όλα». | [email protected]

Advertisement

Back to Top