Τέταρτο
75 Προβολές

«Η γκαρσονιέρα» του Μπίλι Γουάιλντερ: Επιθυμίες, φόβοι, αλήθειες και ψέματα, όλα χιουμοριστικά, ανθρώπινα και καυστικά!




«Η γκαρσονιέρα» (The apartment)
Σκηνοθεσία: Μπίλι Γουάιλντερ
Πρωταγωνιστούν: Τζακ Λέμον, Σίρλει Μακ Λέιν, Φρεντ ΜακΜάρεϊ
Η.Π.Α., 1960.

Να πως απαντάει ο ηλικιωμένος διευθυντής μιας μεγάλης ασφαλιστικής εταιρείας στη Νέα Υόρκη στην κατά πολύ νεότερή του ερωμένη του που έχει θυμώσει επειδή της δίνει μονάχα το αντίτιμο του εισιτηρίου του μετρό για να επιστρέψει νυχτιάτικα στο σπίτι της, αντί να της δώσει λεφτά για ταξί: «Μα όλες τόσο μακριά μένετε;».

Για ν ‘ακολουθήσει η παρακάτω στιχομυθία:
– Φέρνεις κι άλλες σ’ αυτό το διαμέρισμα, λοιπόν;
– Όχι, βέβαια, είμαι παντρεμένος άνθρωπος.

Και το πλάνο τελειώνει σ’ αυτό το σημείο, με την πλήρη αντιστροφή κάθε λογικής που αφοπλίζει, αστεία και εξωφρενική μαζί! Υπονοώντας ότι η γυναίκα δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα μ’ αυτήν την απόλυτη ετοιμότητα του άντρα, το αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης, θαρρείς, εξάσκησής του! Μια ανδροκρατούμενη κοινωνία όπου τα υψηλόβαθμα αρσενικά στελέχη της επιχείρησης επιβάλλουν στις σχέσεις τους την ατσάλινη λογική του ολοφάνερα παραλόγου, μ’ ένα αδιαπραγμάτευτο ύφος. Χωρίς να τους χρειάζεται πια να καταφεύγουν σε εκφοβισμούς. Ακόμα κι όταν δίνουν μιαν υπόσχεση, φοβούμενοι την απώλεια της ερωμένης τους, γνωρίζουν πως ν ‘αναβάλλουν διαρκώς την εκπλήρωσή της, εξακολουθώντας να ελέγχουν την κατάσταση. Γιατί, η εξουσία θαμπώνει όσους παίζουν το ρόλο του θύματος, όσους δεν έχουν μια δική τους ζωή, αρκούμενοι στην πεποίθησή τους ότι μπορούν να την πάρουν στα χέρια τους ανά πάσα στιγμή.

Κι εμείς, γελάμε και, ταυτόχρονα, συνειδητοποιούμε τις δικές μας ομοιότητες με τις αδυναμίες και τα ψεγάδια όλων αυτών των χαρακτήρων. Γιατί, στο κινηματογραφικό σύμπαν του Μπίλι Γουάιλντερ, όλα είναι αστεία, πνευματώδη, σατιρικά και, ταυτόχρονα, καυστικά και υποδόρια, αλλά τόσο αισθητά, μελαγχολικά. Εδώ, ο Γουάιλντερ κυριολεκτικά μεγαλουργεί με το σαρδόνιο χιούμορ του, ασκώντας μέσα απ’ αυτό ανελέητη κριτική στην πατριαρχική κοινωνία, όχι μόνο σ’ αυτήν των Η.Π.Α.,  με την οξυδερκή και, συνάμα, γεμάτη από κατανόηση παρατήρηση των ανθρώπινων συμπεριφορών, με τη λύπη στον πυρήνα κάθε πνευματώδους ατάκας που διαδέχεται η μία μετά την άλλη με δαιμονιώδη ρυθμό! Ταυτόχρονα, θέτοντας όλο και πιο ξεκάθαρα το θέμα της προσωπικής ευθύνης όσων υπόκεινται τις συνέπειες της ισχύος των άλλων, χωρίς να προβληματίζονται για το πως θ’ αλλάξουν τη ζωή τους. Όλα αυτά ο Γουάιλντερ, πάντα χιουμοριστικά και ανθρώπινα- και πάντα καυστικά!


Στο συγκεκριμένο διαμέρισμα (όπως είναι η ακριβής μετάφραση του τίτλου της ταινίας) που χρησιμοποιείται και από άλλα υψηλόβαθμα στελέχη για τον ίδιο σκοπό, κατοικεί ένας υπάλληλός τους που εργάζεται στο γραφείο με αριθμό 861, στο 19ο όροφο του κτιρίου της εταιρείας των 32.000 υπαλλήλων, με την έδρα της στη μεγαλούπολη της Νέας Υόρκης των 8 εκατομμυρίων κατοίκων στα τέλη του 1959. Ο Μπαντ Μπάξτερ, όμως, παραχωρώντας τους το διαμέρισμα, καταφέρνει να ξεχωρίσει μέσα σ’ όλες αυτές τις πολυπληθείς ανωνυμίες και ν’ αναρριχηθεί στα ψηλότερα ιεραρχικά κλιμάκια. Μπορεί, βέβαια, η δραστηριότητά του να μην έχει άμεση σχέση με την επίτευξη των παραγωγικών στόχων της εταιρείας, ωστόσο ο ίδιος διαπιστώνει ότι η πολυπόθητη προαγωγή του μπορεί να κατακτηθεί μέσα από την αναγνώριση της δικής του συμβολής στην αναζωογόνηση των διοικούντων μετά από μια κοπιαστική μέρα στη δουλειά! Tι σαρκασμός από τον Γουάιλντερ! Το γνωστό «αμερικάνικο όνειρο», εδώ κατακτάται αλλιώς, δίχως να ‘χει πια σημασία η αξία καθαυτή του ανθρώπου.

Ο Μπάξτερ γνωρίζει τι επιδιώκει στη ζωή του, τη φαντασίωση να ζει όπως οι ιεραρχικά ανώτεροί του, χωρίς να ενδιαφέρεται να μάθει ποιος στ’ αλήθεια είναι. Όμως, η ζωή πάντα φέρνει κρίσιμα διλήμματα όσο κι αν προφυλαγόμαστε, κι ο Μπάξτερ θα ‘χει τη μοιραία γνωριμία με την Φραν Κιούμπελικ, τη γυναίκα που ρυθμίζει την κυκλοφορία των πάντα γεμάτων ασανσέρ στο κτίριο της εταιρείας (να υποδηλώνει, άραγε, το επώνυμό της, μια καταγωγή από ανατολικοευρωπαϊκή χώρα, σε μιαν αντιστοιχία με τη ζωή του ίδιου του Γουάιλντερ που είχε μεταναστεύσει από την πατρίδα του, την Αυστρία, στις Η.Π.Α., λόγω της Εβραϊκής καταγωγής του, λίγο μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, μπολιάζοντας το Αμερικάνικο σινεμά με την Ευρωπαϊκή του ματιά; ). Ο Μπαντ βρίσκεται ακόμα πριν τον έρωτα στη ζωή του ενώ η Φραν, μετά τον έρωτα πια. Ο άντρας θέλει να ζήσει το δικό του παραμύθι, χωρίς αυτό να τελειώσει ποτέ, κι η γυναίκα δεν θέλει να ζήσει άλλο το δικό της παραμύθι, με το ίδιο πονεμένο τέλος κάθε φορά. Δυο παραμύθια με κοινή πρώτη ύλη το θάμπωμα από την ισχύ των άλλων. Δυο ανήλικοι ενήλικες. Με τον ένα να πιστεύει σε μια ψυχική αγνότητα του άλλου- το αντίθετο απ’ αυτό που πιστεύει ο καθένας για τον εαυτό του.


Το αξέχαστο τέλος της ταινίας θα είναι μια καινούρια αρχή στη ζωή των ηρώων, με γέλια και λύτρωση ανάμεσά τους, όχι, όμως, ένα happy end. Γελάμε σ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας αλλά, ταυτόχρονα, ο Γουάιλντερ δεν μας αφήνει να πάρουμε ανάσα, όσο κι αν δεν χάνουμε την πίστη μας για το θετικό της έκβασης. Οι ήρωές του δεν φαίνεται να ξεχνάνε τι πέρασαν μέχρι να φτάσουν στην καινούρια αρχή τους. Φόβοι και πισωγυρίσματα είχαν διαδεχθεί  κάθε τόσο τις σημαντικές αποφάσεις τους. Ολοζώντανοι άνθρωποι οι χαρακτήρες της ταινίας που πάνω τους, καθρεφτίζονται δικές μας καθημερινές συμπεριφορές, κίνητρα και φόβοι μας, ελπίδες κι απογοητεύσεις μας. Όμως, ακόμα και στις σκοτεινές περιόδους τους, οι ήρωες του Γουάιλντερ δεν κλαίνε μονάχα αλλά μπορούν να γελάνε! Και το χιούμορ του, δεν είναι κάποιου είδους διαφυγή από τον εαυτό τους παρά η διατήρηση της επαφής με την άλλη όψη της ζωής!

Η εξέλιξη της ταινίας βασίζεται πάνω στην ισορροπία της σκηνοθετικής ματιάς, στην κοφτερή της διεισδυτικότητα και σ’ ένα τέλειο σενάριο που δεν χάνει το ρυθμό του ούτε στιγμή, που δεν έχει ούτε μια ευκολία ούτε κάποια παράταιρη ενέργεια των χαρακτήρων σε σχέση με τη σκιαγράφησή τους. Και, βέβαια, πάνω στις εξαιρετικές ερμηνείες του Τζακ Λέμμον, με την κινησιολογία του, τη ελαφρά σκυφτή στάση του σώματός του και τη διαρκή ομιλητικότητά του, αποδίδοντας το γκροτέσκο στοιχείο της προσωπικότητας του Μπάξτερ, και της Σίρλεϋ Μακ Λέην, που αποδίδει ιδανικά τη δυναμική γυναίκα που αναπτύσσεται μέσα στο περίβλημα του ρομαντικού κοριτσιού. Είναι σχεδόν αδύνατον να μην την ερωτευτείς σ’ αυτόν το ρόλο της, νέα, αιθέρια και αισθησιακή! «Η γκαρσονιέρα» είναι ένα αριστούργημα που αντέχει μέσα στο χρόνο κι ο Μπίλι Γουάιλντερ, ένας από τους διαχρονικά μεγάλους σκηνοθέτες του κινηματογράφου.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 68 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top