Τέταρτο

«Η γυναίκα που έφυγε» του Χονγκ Σανγκ-Σου – Οι άντρες που παίρνουν τον εαυτό τους στα σοβαρά και οι γυναίκες που φεύγουν


“Η γυναίκα που έφυγε” (Domangchin yeoja / The woman who ran)
Σκηνοθεσία: Χονγκ Σανγκ-σου
Πρωταγωνιστούν: Κιμ Μιν-Χι, Σονγκ Σέον-μι, Λι Έουν-μι.
Νότια Κορέα, 2020

Η Γκαμ- Χι απαντάει στην φίλη της χωρίς καθυστέρηση, χωρίς βιασύνη, σαν να βλέπει σε μια αόρατη οθόνη τα λόγια που πρέπει να θυμηθεί για την πρώτη φορά που θα την ρωτούσαν πως περνάει με τον σύζυγό της: “Είμαστε διαρκώς μαζί”. Ύστερα από μια μικρή σιωπή, συνειδητοποιώντας το παράδοξο να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα μακριά από τον σύζυγό της στα πέντε χρόνια γάμου, συμπληρώνει με το βλέμμα της στραμμένο τώρα στην Γιουνγκ- Τζι: “Δεν έχουμε μείνει χώρια ούτε μια στιγμή”. Όταν ακούσει την απάντηση ότι εκείνη δεν θα άντεχε να είναι όλη μέρα μαζί με κάποιον άλλον, η Γκαμ-Χι θα συγκατανεύσει χαμηλώνοντας το κεφάλι.

Σ’ αυτήν την πρώτη φορά που λείπει από τη συζυγική εστία εξαιτίας ενός επαγγελματικού ταξιδιού του άντρα, η Γκαμ-Χι συναντιέται με τρεις παλιές της φίλες, επαναλαμβάνοντας κάθε φορά την τόσο ιερή πεποίθησή του ότι είναι φυσικό για δύο ανθρώπους που αγαπιούνται, να είναι διαρκώς μαζί. Γι’ αυτήν, δεν έχει σημασία αν την ενστερνίζεται: “Είναι αυτό που θέλει εκείνος, κι εγώ νιώθω κάθε μέρα λίγη περισσότερη αγάπη- αυτό είναι η αγάπη, λοιπόν!”. Άραγε, αναπαράγει τη θέση του συζύγου της σαν ένα μάντρα ή σαν ξόρκι; Διατηρεί ένα ρομαντισμό επειδή δεν έχει χάσει την αθωότητά της ή καταφεύγει στο ρομαντισμό μέσα από μια αφέλεια; Η Γκαμ-Χι ακούει τις φίλες της να μιλάνε για τις ζωές τους, τόσο διαφορετικές από τη δική της καθώς εκείνες είτε “έφυγαν”, έχοντας πάρει διαζύγιο, είτε συνειδητοποιούν ότι θέλουν να “φύγουν”, σαν να διαβάζει ένα μυθιστόρημα ή ένα απλοϊκό βιβλίο ψυχολογίας για την πολυπλοκότητα των σχέσεων και του γάμου.


Τι γίνεται, λοιπόν, με τους άντρες στην ταινία; Αυτοί, μόνο μπελάδες δημιουργούν στις γυναίκες! Να μια μικρή αλλά χαρακτηριστική πινακοθήκη εκδοχών της αντρικής ματαιοδοξίας: τα παρακάλια ενός άντρα σε μια γυναίκα που δεν θέλει να ξανακάνει έρωτα μαζί του, συνοδεύοντάς τα με ένα κατηγορητήριο παραδοσιακής αρσενικής κοπής, ένας άλλος που επαναλαμβάνει διαρκώς τις ίδιες φράσεις επί παντός επιστητού, με κατάλληλα παραλλαγμένες κάθε φορά ώστε η τόσο επιμελώς φιλοτεχνημένη περσόνα του να εξακολουθεί να θαμπώνει το κοινό, κάποιος που ασκεί εξουσία στο μικρόκοσμο της οικογενειακής εστίας επιβάλλοντας, στο όνομα μιας αυταπόδεικτης αγάπης ανάμεσα στους συζύγους, τον ηθικό κανόνα να μην απομακρύνονται ούτε στιγμή ο ένας από τον άλλον- έως τους πιο εξωφρενικά παράλογους φόβους όπως, για παράδειγμα, φόβο για τις καλοθρεμμένες αδέσποτες γάτες (με την κάμερα να ζουμάρει στο πρόσωπο της γάτας που αδιαφορεί για όλα αυτά)! Ο Χονγκ Σανγκ-Σου θεωρεί ως δεδομένη τη συναισθηματική ανωριμότητα των αντρών, απεικονίζοντάς την απολαυστικά κι ας διαφωνούμε προφανώς με τη μονομέρεια αυτής της οπτικής. Πάντως, στέκεται απέναντι και στις ηρωίδες του με μια επικριτική διάθεση, σε πολύ μικρότερο βαθμό βέβαια, επειδή, παρά τη μεγαλύτερη αυτοεπίγνωσή τους, επαναλαμβάνουν συμπεριφορές που έχουν απορρίψει πια ή καταφεύγουν σε μια απόσυρση από το πεδίο των σχέσεων.

Το ύφος του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη είναι αρχικά πιο ανάλαφρο, οι κωμικές στιγμές γίνονται λιγότερες στη διάρκεια αυτού του μικρού ταξιδιού της Γκαμ-Χι κι ο τόνος γίνεται πιο σοβαρός με κάθε συνάντησή της, μαζί με την κλιμάκωση στην απεικόνιση της αντρικής ματαιοδοξίας προς το πιο κρυμμένο και το πιο ύπουλο, χωρίς όμως η ατμόσφαιρα να βαραίνει ή να δραματοποιείται.

Ωστόσο, δεν χάνει την παιχνιδιάρικη διάθεσή του: ξαφνικά, στα στατικά και μεγάλα σε διάρκεια πλάνα, η κάμερα ζουμάρει με μια ορμητική κίνηση, γρήγορα αλλά όχι βιαστικά προς το πρόσωπο που πρόκειται να πει κάτι σημαντικό- όπως τα παιδιά που θα μάς έπαιρναν από το χέρι με όλη τους τη σοβαρότητα, πηγαίνοντάς μας εκεί όπου θα ήθελαν να προσέξουμε κάτι ή κάποιον. Η ματιά του Χονγκ Σανγκ- Σου στους ανθρώπους δεν παύει να είναι διεισδυτική, μεταδίδοντάς μας την οικειότητα, τα αυθόρμητα γέλια και τα μηχανικά γέλια που θέλουν να μοιάζουν με αυθόρμητα, τα λόγια που μετριούνται πριν ειπωθούν ώστε ο άλλος να μην έρθει σε δύσκολη θέση, την περισυλλογή σε μια προσωπική ερώτηση, το βάθεμα της συζήτησης και τις εκμυστηρεύσεις ή το ξεγλίστρημα, από τον ίδιο τον εαυτό πρώτα απ’ όλα. Είναι σημαντική η συμβολή των ηθοποιών του που καταθέτουν τόση φυσικότητα μπροστά στην κάμερα, σαν να παρακολουθούμε φίλες στην πραγματική τους ζωή να συζητούν για τους άντρες, τη διατροφή τους, την οικολογία, τα οικονομικά θέματα.


Μινιμαλιστικά απεικονίζεται αυτή η πορεία της τόσο συμπαθητικής Γκαμ-Χι προς την άγνωστη θλίψη της (σε μια φυσική και, συνάμα, εσωτερική ερμηνεία της υπέροχης Κιμ Μιν- Χι). Άραγε, θα επιστρέψει στο ασφαλές κλουβί της, κι αν ναι, θα είναι ο ίδιος άνθρωπος μ’ αυτόν που θυμάται τα τελευταία χρόνια ή είναι πια έτοιμη ν’ αποδεχτεί τις απρόσμενες κι ανεπιθύμητες ταραχές και να τις μοιράζεται, θα αναζητά το καθρέφτισμα του εαυτού της στην τέχνη ή μονάχα ένα καταφύγιο εκεί, θα επιδιώκει την επίγνωση ή τον κατευνασμό, ενδοσκόπηση ή εξιδανίκευση; Όμως στο φινάλε, μας λείπουν οι νύξεις για το δρόμο που θα ακολουθήσει η Γκαμ-Χι.

Ο Χονγκ Σανγκ-Σου σκηνοθετεί μια μικρή σε διάρκεια ταινία, φαινομενικά απλή, όπου αισθανόμαστε τη λεπτή ειρωνεία και την υποδόρια μελαγχολία για τις τακτοποιημένες και τις ξανατακτοποιημένες ζωές, για τις κρυφές ζήλιες, για τη θέρμη που σταδιακά τυποποιείται σε ευπρέπεια (οι τόνοι δεν ανεβαίνουν στις συζητήσεις και οι εντάσεις ανάμεσα στους χαρακτήρες έχουν λειανθεί, καταστάσεις που πρέπει να ‘χουν σχέση με τα πρότυπα συμπεριφοράς σ’ αυτήν τη χώρα), για τις φιλικές επανασυνδέσεις που, χωρίς να έχουν χάσει την παλιά τους θέρμη, έχουν πια ένα τελετουργικό στοιχείο στην επικοινωνία ανάμεσα στους παλιούς φίλους- αλλάζουν οι άνθρωποι, οι καθημερινές τους ζωές αποκλίνουν και οι ευκαιρίες για συχνή επικοινωνία λιγοστεύουν. Και, μέσα απ’ αυτήν την αποδραματοποιημένη ατμόσφαιρα, μας προσφέρονται ερεθίσματα για ν’ αντιληφθούμε πόσο συχνά λογαριάζουμε τις δικές μας μελοδραματικές περιπέτειες σαν αληθινά πάθη, χαμογελώντας ικανοποιημένα, και κρυφά από τον εαυτό μας, πιστεύοντας ότι ζούμε στην πραγματικότητα αυτές τις μεγάλες ιστορίες που συναρμολογεί η σκέψη μας. Η ταινία του έχει να μας πει πολλά, με έναν ιδιαίτερο και ενδιαφέροντα τρόπο, για τις ανθρώπινες σχέσεις στο αστικό περιβάλλον.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 111 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top