Τέταρτο

55 Προβολές

«Η τροτέζα και οι διαρρήκτες» – Με αφορμή τον πρόσφατο θάνατο του σπουδαίου ηθοποιού Μισέλ Πικολί

© Courtesy: Rialto Pictures / Studiocanal



«Η τροτέζα και οι διαρρήκτες» (Max et les ferrailleurs: Ο Μαξ και οι έμποροι απορριμμάτων)
Σκηνοθεσία: Κλώντ Σοτέ
Ηθοποιοί: Μισέλ Πικολί, Ρόμι Σνάιντερ, Φρανσουά Περιέ, Ζωρζ Γουίλσον, Μπερνάρ Φρεσόν.
Γαλλία, 1971

Δυό παλιόφιλοι από το στρατό συναντιούνται μετά από πολλά χρόνια. Ο ένας αποκαλύπτει, μ’ εμπιστοσύνη στο όνομα της παλιάς τους φιλίας, ότι τα βγάζει πέρα με μικροκλοπές και προτείνει με θέρμη στον άλλον να ξανασυναντηθούν. Ο άλλος τον ακούει μ’ ενδιαφέρον, του δίνει συμβουλές για μια μεγαλύτερη μπάζα, όμως, δεν μιλάει για τον εαυτό του.

Μόνο ο θεατής γνωρίζει το ποιος είναι: ένας αστυνομικός που το σχέδιό του είναι να ωθήσει τον παλιό του φίλο και τη συμμορία του σε μια μεγάλη κλοπή τράπεζας ώστε συλλαμβάνοντάς τον, ν’ αποκαταστήσει τόσο το αίσθημα της ασφάλειας στους κατοίκους του Παρισιού που έχει κλονιστεί μετά τις αλλεπάλληλες αποτυχίες της αστυνομίας ν’ αποτρέψει ληστείες μεγάλων τραπεζών (που, μερικές φορές, συνοδεύονται από θανάτους αθώων), όσο και τη δική του φήμη που έχει φθαρεί απ’ αυτές τις αποτυχίες της αστυνομίας. Θέλει να σκηνοθετήσει μιαν άλλη πραγματικότητα, αδιαφορώντας για την εικονικότητά της, αρκεί να μοιάζει διαφορετική απ’ αυτήν που αποκαρδιώνει τους πολίτες. Έστω και για ένα μικρό διάστημα, πριν την επόμενη ληστεία και τους επόμενους θανάτους, όπου ανάμεσα στην ανανεωμένη πίστη και τη νέα διάψευσή της, θα έχει προλάβει να χαρεί την επικράτηση ενός κόσμου δικής του σύλληψης, με ρόλους μοιρασμένους απ’ αυτόν με τέτοιο τρόπο που θαρρείς και τα νήματα των άλλων να κινούνται απ’ αυτόν. Έναν νέο, πλαστό, βραχύβιο κόσμο δικαίου, για τον οποίο πιστεύει ότι κανένας δεν θα μπορούσε να εγείρει καμμία αντίρρηση. Είναι το θεωρητικό όνειρο κάποιων ιδεολόγων που γι’ αυτούς, μπροστά στο όραμά τους, δεν έχουν σημασία τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, οι προσδοκίες τους, οι επιθυμίες τους, ο πόνος τους, η ντροπή τους. Εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη του παλιού του φίλου, λες και η ηθική έχει να κάνει εξ ορισμού με την επαγγελματική ιδιότητα του φορέα της και όχι με την προσωπική του αλήθεια. Λες κι η ηθική έχει να κάνει με το σκοπό και τις προθέσεις κι όχι με τη συμπεριφορά και τις πράξεις. Να πως ο κλέφτης είναι πιο έντιμος από τον αστυνομικό. Και να πως, η τάξη κι η ασφάλεια δεν έχουν κατ’ ανάγκη σχέση με την ηθική.

© Courtesy: Rialto Pictures / Studiocanal


Στο κάδρο θα μπει και η σύντροφος του παράνομου παλιού φίλου, μια γυναίκα που βιοπορίζεται συνειδητά από την πορνεία, έχοντας μια ανοιχτή σχέση μ’ αυτόν τον άντρα. Ο Μαξ (ο αστυνομικός της ιστορίας μας) την πλησιάζει αποκρύπτοντας, φυσικά, το ποιος στ’ αλήθεια είναι, και, μέσα από υπολογισμένες εκμυστηρεύσεις για τις αποτυχημένες διαπροσωπικές του σχέσεις, κάθε φορά με την ίδια μονότονη και προσχεδιασμένη ειλικρίνεια, γνωρίζοντας ότι θα καταφέρνει να πείθει για τον πλαστό του εαυτό με το να μιλάει για τον αληθινό του εαυτό, ασκεί μια μυστηριώδη σαγήνη πάνω της με σκοπό να την παρασύρει και να την καταστήσει το πιο απαραίτητο εξάρτημα στην υλοποίηση του σχεδίου του. Το μυστήριο, η διαφορετικότητα, πάντα ελκύουν – και, πολλές φορές, η επιτήδευση της έκφρασής τους επιτείνει την ισχύ τους, τροφοδοτώντας την έλξη κι απωθώντας εκούσια τη διαίσθηση που ψιθυρίζει τις επιφυλάξεις της για μια άλλη αλήθεια που μπορεί να κρύβεται επιμελώς. Ο αστυνομικός υποδύεται με αδιαμφισβήτητη γοητεία, με ψυχρή τελειότητα ένα ρόλο και ο Κλωντ Σοτέ μας θέτει ηθικά διλήμματα για το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, δοκιμάζοντας τις βέβαιες, άκαμπτες, στερεοτυπικές μας απόψεις. Κι όχι μόνο το ρόλο του ηθοποιού της ίδιας της ζωής του: επιπλέον, σκηνοθετεί συναισθήματα, σχέσεις, ανθρώπους, σαν επίγειος Θεός. Ένας μανιακός της πεποίθησης ότι το αποτέλεσμα, εκ των υστέρων, θα νοηματοδοτήσει και θα δικαιώσει κατ’ ανάγκη και τις προθέσεις του. Το μόνο που δεν μπορεί να σκηνοθετήσει, είναι ο έρωτας, όσο κι αν καταφεύγει στην κατασκευή ενός προκατασκευασμένου, πειστικού αντιγράφου του ώστε να μην διακινδυνεύσει την αποστολή του, πληρώνοντας, όμως, νομοτελειακά θαρρείς, το τίμημα στο τέλος. Τιμωρώντας όποιον απειλεί ν’ αμφισβητήσει τον προκαθορισμένο ρόλο του, οι ψυχολογικές δικλείδες ασφαλείας του καταρρέουν κι αυτή η τιμωρία που επιβάλλει, οδηγεί στη δική του οριστική τιμωρία.

© Courtesy: Rialto Pictures / Studiocanal


Ο Σοτέ εκκινεί από τη μορφή του φιλμ νουάρ για να δημιουργήσει μια λεπτή ψυχολογική σπουδή πάνω στο έντιμο και το ανέντιμο, πάνω στο αρραγές των θεσμικών ρόλων και το εύθραυστο των ψυχολογικών ρόλων, πάνω στις βεβαιότητες των παγιωμένων μας αντιλήψεων και στην απορία μας μπροστά στη διαφαινόμενη ανατροπή τους. Πυκνές νοηματοδοτήσεις και σπαράγματα απωθημένων φόβων αναδύονται μέσα από την καθαρότητα και την αμεσότητα της ματιάς του. Ο μεγάλος Γάλλος δημιουργός αποστάζει, με τη γνώριμη στοχαστικότητά του, εκείνη την ανεπαίσθητη θλίψη που κυλάει υπόγεια σε όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, φέρνοντας στο φως τις καίριες λεπτομέρειες μιας άλλης κρυμμένης, εσωτερικής πραγματικότητας. Αισθανόμαστε σαν να μπορούμε να διαβάσουμε ξεκάθαρα τις πλεκτάνες που εξυφαίνονται στο μυαλό του αστυνομικού, τη διείσδυση της σκέψης του στο μυαλό της γυναίκας, την κλιμάκωση της ερωτικής επιθυμίας που σπείρει μέσα της. Ο μεγάλος μας έρωτας σε κάθε ταινία της, η Ρόμι Σνάιντερ, που πιστεύει ότι μπορεί να εξακολουθήσει να πατάει στέρεα με το ένα της πόδι στον κόσμο που γνώριζε σχεδόν από πάντα και με το άλλο, σ’ έναν άγνωστο κόσμο που την ελκύει, μας μεταδίδει πλήρως τον κρυφό σπαραγμό ενός ανθρώπου που δεν μπορεί ν’ ανήκει τελικά σε κανέναν απ’ αυτούς. Είναι, όμως, χάρη στην εξαιρετική ερμηνεία του Μισέλ Πικολί, που μας γεννιούνται τόσοι μεστοί συλλογισμοί και μας μεταδίδεται όλη η αμφισημία μιας προσωπικότητας που την ώρα που επικοινωνεί, στην πραγματικότητα ανακρίνει, που το επάγγελμά του είχε γίνει η ίδια του ζωή που δεν ζει. Το φαινομενικά ανέκφραστο ύφος του που χαράσσεται από φευγαλέες συσπάσεις του προσώπου του σ’ εκείνες τις λίγες στιγμές που δεν μπορεί να ελέγξει την αμηχανία του και την επιθυμία του, η γοητεία που ασκεί και σε μας τους ίδιους παρά τη γνώση μας για το χαρακτήρα του, μας χαρίζουν μια αξέχαστη ερμηνεία.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 58 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top