Τέταρτο
79 Προβολές

«Kι αύριο ο κόσμος όλος»: Το ζήτημα της βίας και της μη βίας στις αντιφασιστικές δράσεις

Advertisement


«Κι αύριο, ο κόσμος όλος» (Und morgen die ganze welt)
Σκηνοθεσία: Julia von Heinz
Πρωταγωνιστούν: Mala Emde, Noah Saavedra, Tonio Schneider, Luisa-Céline Gaffron, Andreas Lust.
Γερμανία, 2020.

Και μέχρι να ’ρθει ο άλλος κόσμος, ο δίκαιος, ειρηνικός, ο εξανθρωπισμένος κόσμος, μέχρι τότε όμως, ποια δράση να ‘ναι άραγε, η πιο στρατηγική και η πιο ανθρωπιστική ταυτόχρονα, μέσα σ’ αυτόν το βίαιο και πολύπλοκο κόσμο όπου εξακολουθούμε να ζούμε; Μέχρι τότε, ποια θέση μπορεί να ‘χει η βία μέσα σ’ αυτές τις δράσεις ενάντια στη θεσμικά κατοχυρωμένη βία του νεοφιλελευθερισμού; Σε ποιο βαθμό, σε ποια μορφή και σε ποιες περιπτώσεις; Τυχόν ανθρώπινες απώλειες θα ήταν ηθικά αποδεκτές ή θα ’πρεπε  να θεωρούνταν ως παράπλευρες; Ή, άραγε, δεν έχουν απομείνει αθώοι σ’ αυτόν τον κόσμο όπου ζούμε σήμερα;

Advertisement

Και, ποιοι μπορούν να χωράνε μέσα στο στρατόπεδο των αγωνιστών που ονειρεύονται ν’ αλλάξουν κι αύριο τον κόσμο όλο; Είναι, πρώτα απ’ όλα, ζήτημα ανατροπής των σημερινών ανισοτήτων απ’ αυτούς που τις υπόκεινται ή είναι, κυρίως, υπαρξιακή αγωνία κάθε ανθρώπου που συνειδητοποιεί τη στέρηση του οντολογικού και ιστορικού προορισμού του να ολοκληρώσει τον εξανθρωπισμό του;

Με ποιες προϋποθέσεις, λοιπόν, μπορούν να συστρατεύονται και οι αστοί δίπλα στους καταφρονεμένους της κοινωνίας, όπως η Λουίζα, μοναχοκόρη ευκατάστατης οικογένειας και πρωτοετής φοιτήτρια της νομικής, που αποφασίζει να ζήσει μέσα σ’ ένα αντιφασιστικό κοινόβιο, θέλοντας ν’ ασκήσει το συνταγματικό δικαίωμά της που απορρέει από το άρθρο 20 του γερμανικού συντάγματος, ότι κάθε Γερμανός έχει το δικαίωμα ν’ αντισταθεί σε οποιονδήποτε επιχειρεί να καταλύσει τη δημοκρατία όταν δεν υπάρχει εναλλακτικός αποτελεσματικός τρόπος αντίδρασης; Γιατί, η Λουίζα βλέποντας την κυβερνητική ασυλία στην ακροδεξιά μέσα από την ανοχή των γιορτασμών και των δράσεών της,  την ώρα που η αστυνομία εκκενώνει κτίρια όπου στεγάζονται αντιφασιστικά κοινόβια, κρίνει ότι οι συνθήκες επιτάσσουν την υλοποίηση αυτού του δικαιώματός της, έτσι όπως της διδάσκεται στο πανεπιστήμιο.

Advertisement


Η Λουίζα φλέγεται ν’ αγωνιστεί εναντίον του διογκούμενου ακροδεξιού ρεύματος στη Γερμανία, έχοντας τη διαύγεια να ισορροπεί ανάμεσα στο θυμικό της και στη διαρκή εμβάθυνση της πολιτικής της σκέψης. Επιλέγοντας τη συμπόρευση με κείνους τους συντρόφους που πιστεύουν ότι η χρήση βίας μπορεί να είναι αναγκαία σε ορισμένες καταστάσεις, ποτέ, όμως, σαν ένα ιδεολογικά τεκμηριωμένο επιχειρησιακό εργαλείο, ποτέ μέσα από στρατιωτικές πειθαρχίες και ιεραρχίες, γιατί αλλιώς θα έχαναν την αναρχική τους ψυχή. Αναρωτώμενοι, διαρκώς, για τη μορφή της βίας και τις περιστάσεις όπου θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, και πάντα ενάντια στη θεσμική βία των φορέων της εξουσίας και ενάντια σ’ αυτήν που έχει σιωπηλά εκχωρηθεί από το κράτος στους επιχειρησιακούς του βραχίονες, την αστυνομία και τις ακροδεξιές οργανώσεις, κατά των αδύναμων και των διαφορετικών – στη συγκεκριμένη συγκυρία, κυρίως κατά των προσφύγων και των μεταναστών.

Η αγωνία τους να μην γίνουν ίδιοι με τους ακροδεξιούς αντιπάλους τους, είναι κοινή με τους άλλους συντρόφους τους στο κοινόβιο, οι οποίοι δρώντας έως το απώτατο όριο της νομιμότητας (για παράδειγμα, βία γι’ αυτούς σημαίνει τη ρίψη χρωματιστών αυγών στα πρόσωπα ηγετικών στελεχών της ακροδεξιάς), δεν θέλουν να υπονομεύσουν την έκβαση των ενεργειών τους για τη νομική αναγνώριση του κοινόβιου από το κράτος. Ενώνονται μέσα από τις κοινές αξίες της αλληλεγγύης και της αντίδρασης και διαχωρίζονται από τις διαφορετικές αντιλήψεις πάνω στο πως της δράσης.

Advertisement

Υπάρχουν σαφείς δυσκολίες για κάποιον που δεν έχει ζήσει σε αντιφασιστικό κοινόβιο ή δεν έχει συμμετάσχει ενεργά σε αντιφασιστικές συλλογικότητες, να κατανοήσει αυτά τα διλήμματα σ’ όλο τους το βάθος. Η von Heinz, επενδύοντας γόνιμα τις εμπειρίες της προσωπικής της συμμετοχής σε τέτοιες δράσεις, με την κάμερα στο χέρι, μας μεταδίδει μεγάλη αυθεντικότητα στην απεικόνιση των διαλόγων, των σχέσεων και των δράσεων. Μας μιλάει για όλα αυτά, κυρίως μέσα από την ανάπτυξη του χαρακτήρα της Λουίζα, δίνοντας μεγαλύτερο βάρος στη μετάδοση της σταδιακής ριζοσπαστικοποίησής της, υποφωτίζοντας, όμως, έτσι τους υπόλοιπους χαρακτήρες: είτε αυτούς που συντάσσονται μαζί της χωρίς, όμως, τη δική της γενναιοψυχία ν’ απαρνηθεί κάθε δεσμό ασφαλείας της είτε εκείνους που είναι φορείς της αντίθετης θέσης. Γύρω της, αναπτύσσονται πειστικά μεν, ωστόσο πιο ελλιπείς στη σκιαγράφησή τους, ορισμένοι χαρακτήρες που περισσότερο τροφοδοτούν την πολιτική συνειδητοποίηση της Λουίζα παρά υπάρχουν ως αυθύπαρκτοι χαρακτήρες: ένας ευκατάσταστος νέος που δεν φοβάται να διακινδυνεύει τη σωματική του ακεραιότητα, θαρρείς για ν’ απωθεί όσο περισσότερο μπορεί τη ροπή του προς το συμβιβασμό (χαρακτηριστικά, σνιφάρει κόκα, μια ακριβή, αστική απόλαυση που φτάνει στις δυτικές κοινωνίες μέσα από διαδρομές αίματος πολλών φτωχών ανθρώπων), ένας άλλος νέος, χωρίς οικογενειακό καταφύγιο, που αξιολογεί τους κινδύνους μονάχα με ορθολογισμό, αδιαπραγμάτευτα αρνούμενος τη χρήση βίας ώστε να επιβεβαιώνεται διαρκώς η διαφορά τους από τους νεοναζί, και ένας παλαίμαχος ακτιβιστής με κατεστραμμένη την επαγγελματική του υπόσταση, έχοντας πια αποφασίσει να συνδράμει μόνο επικουρικά στον αντιφασιστικό αγώνα (η πιο ολοκληρωμένη σκιαγράφηση σε σχέση μ’ αυτήν των άλλων αντρικών ρόλων παρά τη μικρότερη διάρκειά του).

Όμως, το ψυχολογικό πορτραίτο της Λουίζα είναι τόσο ζωντανό, με τη συνδρομή της υπέροχης ερμηνείας της Mala Emde, που το βλέμμα της εκφράζει όλη την εσωτερική της αγωνία, τη δίψα της για μια δική της ζωή, τη δίψα για έρωτα, νιώθοντας ότι λαχανιάζουμε μαζί της σ’ εκείνα τα αγωνιώδη τρεχαλητά της, ότι γευόμαστε την απελπισία της εκείνες τις στιγμές της απογοήτευσής της, πριν δράσει και πάλι, αποφεύγοντας έτσι τις καθηλώσεις στα διλήμματά της.

Διαισθανόμαστε, ακόμα, μαζί με την αντίδρασή της ενάντια στη ραγδαία φασιστικοποίηση της κοινωνίας, την αντίδρασή της ενάντια στη βεβαιότητα των γονιών της για την επιστροφή του άσωτου τέκνου στην κανονικότητα, οι οποίοι, μέσα από την αποδοχή (ή, μήπως, την μη απόρριψη;) των πράξεων της κόρης τους, ερμηνεύουν τη στάση της σαν την ανάγκη εκτόνωσης της σαρωτικής νεανικής αμφισβήτησης του κατεστημένου κόσμου. Μέσα, κυρίως, από το χαρακτήρα της Λουίζα, η von Heinz θέτει ερωτήματα, απεικονίζει αδιέξοδα, χωρίς προκατασκευασμένες απαντήσεις. Και, ενδεχομένως, δεν τα φωτίζει επαρκώς όλα αυτά, όμως, μας βάζει μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, έχοντας την αίσθηση ότι ζούμε μαζί με τους ήρωές της, σε μια ταινία που πάλλεται, που δεν χάνουμε το ενδιαφέρον μας ούτε στιγμή.

Advertisement

(Είδαμε την ταινία «Κι αύριο, ο κόσμος όλος», στο 61ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης).

Advertisement

Advertisement

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

Advertisement

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 83 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Advertisement

Back to Top