tetartopress

«Κόκκινη έκλειψη» – Η Αργεντίνικη κοινωνία με τον Βιδέλα προ των πυλών


“Κόκκινη έκλειψη” (“Rojo”).
Σκηνοθεσία: Μπέντζαμιν Ναϊστάτ.
Πρωταγωνιστούν: Ντάριο Γκραντινέτι, Αλφρέδο Κάστρο, Κλαούντιο Μαρτίνεζ Μπελ, Αντρέα Φριγκέιρο.
Αργεντινή, 2018.
(Διαθέσιμο στο ertflix έως και 30/6/2023).

“Ναζί! Καταραμένοι, αναθεματισμένοι Ναζί!”, ουρλιάζει ο Ντιέγο στους ευκατάστατους πελάτες του εστιατορίου, χειροδικώντας, σπάζοντας ό,τι βρίσκει μπρος του. Τι γύρευε αυτός ο άγνωστος με τη θλιμμένη φυσιογνωμία στην επαρχιακή τους πόλη της Αργεντινής που, περιμένοντας όρθιος για τραπέζι, είχε απαιτήσει από τον δικηγόρο τους τον Κλαούντιο, να του παραχωρήσει το δικό του όπου μονάχα καθόταν περιμένοντας τη σύζυγό του; Τι τους είχε απωθήσει στη συμπεριφορά του; Η έλλειψη αστικής ευγένειας, η έλλειψη επίγνωσης της θέσης του ως ξένος εκεί ή μια φευγαλέα σύγκριση με τους ίδιους στη θέση του να μην τολμούν να ενοχλούν τον άνθρωπο όπου προστρέχουν για τα νομικά τους προβλήματα- και τις παρανομίες τους; Σιωπούσαν ακούγοντας την ταπεινωτική αγόρευση του Κλαούντιο που προκάλεσε το μένος του άγνωστου συμπατριώτη τους: “Δεν σου έμαθαν πως να ζητάς… Ζηλεύεις τους άλλους που ζουν αρμονικά γιατί είναι πέρα από τις δυνατότητές σου… Η ζωή σου είναι μια καταστροφή, είμαι σίγουρος ότι τσακώνεσαι διαρκώς… Είναι στη φύση σου, γι’ αυτό δεν είσαι ένοχος. Είσαι θύμα…”. Θαμπωμένοι από την επίδειξη ισχύος, σαγηνεμένοι από την αυτοκυριαρχία του, βέβαιοι για τη σκιαγράφηση της προσωπικότητας του ξένου- όσο πιο συνηθισμένες, στερεοτυπικές είναι οι ψυχαναλυτικές ερμηνείες που χρησιμοποιούνται, τόσο πιο λογικές ακούγονται- ανακουφισμένοι από τον αποτροπή του κινδύνου να καταλάβει ο Ντιέγο μια θέση ανάμεσά τους, κυριολεκτικά και συμβολικά, δεν αντιλαμβάνονταν την ψυχρότητα, την αδυσώπητη μονοτονία της φωνής του Κλαούντιο, απόρροια της επαγγελματικής του υπεροψίας και ενός λόγου που πείθει παραπλανώντας.

Το 1975, κόμματα κηρύσσονταν παράνομα στην Αργεντινή, ακροδεξιές παραστρατιωτικές οργανώσεις δολοφονούσαν, βασάνιζαν, “εξαφάνιζαν” αριστερούς, ακτιβιστές, συνδικαλιστές, κάθε ύποπτο ως αντιφρονούντα. Οι ΗΠΑ στήριζαν την τρομοκρατία και η Αργεντίνικη τηλεόραση αναφερόταν στα “δύο αδελφά έθνη”, προπαγανδίζοντας έμμεσα κατά τις μεταδόσεις επιδείξεων από Αμερικανούς καουμπόυς: “Καλπάζει το Αμερικάνικο άλογο πάνω στην Αργεντίνικη γη”. Ήταν σχεδόν 30 χρόνια μετά το καταφύγιο που είχε προσφέρει ο λαοφιλής Περόν σε χιλιάδες ναζιστές εγκληματίες πολέμου προσβλέποντας στα χρήματα και την πολιτικοοικονομική τεχνογνωσία τους, πολλοί απ’ αυτούς είχαν πια ενσωματωθεί και παρά τη ντροπή που ήδη εκφραζόταν στην Αργεντίνικη κοινωνία, η στάση του μεγαλύτερου μέρους της θύμιζε τη Γερμανική κοινωνία του ναζιστικού καθεστώτος: “Εδώ οι άνθρωποι θέλουν να δουλέψουν, να ζήσουν ειρηνικά… Χαρούμενοι καθημερινά με τις αξίες που διδάσκονται από παιδιά”, η σιωπηλή πλειοψηφία που πάντα κοιτάζει μόνο τη δουλειά της, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Γενική απάθεια για τις φήμες που πλήθαιναν ότι πτώματα συσσωρεύονταν στην έρημο- άραγε, γνώριζαν αλλά σιωπούσαν ή δεν γνώριζαν αλλά αδιαφορούσαν; Κανένας δεν αναρωτιέται για την τύχη του Ντιέγο ενώ γνωρίζουν τον σοβαρό τραυματισμό του, ούτε η σύζυγος του Κλαούντιο θ’ αναρωτηθεί ενώ είχε ανησυχήσει βλέποντάς τον αιμόφυρτο, είχε αρκεστεί στη διαβεβαίωσή του ότι θα τον μετέφερε άμεσα σε χειρουργείο- φόβος, αδιαφορία, αυτοϊκανοποιητικές ανθρωπιστικές ανησυχίες, πεποίθηση περί ατομικής ευθύνης των εξαφανισμένων. Σπίτια εγκαταλειμμένα με ματωμένους τοίχους, όλοι αγνοούν τους λόγους και τι απέγιναν τα πρόσωπα στις σκορπισμένες φωτογραφίες, λεηλασία τους από φτωχούς γείτονες μέχρι να αποκτηθούν από αστούς μέσα από απάτη και να λεηλατούνται νομότυπα πλέον- οι “εξαφανίσεις” πάντα γεννάνε οικονομικές ευκαιρίες. Η ανησυχία του μάγου στην παράστασή του, “το κόλπο δεν δουλεύει σήμερα”, δεν επανεμφανίζεται η γυναίκα που εξαφάνισε, γελάνε οι θαμώνες, όλα είναι θέαμα- η κανονικοποίηση των πραγματικών εξαφανίσεων.


Η ηθική σήψη έχει μολύνει τη νεολαία: παγώνουμε βλέποντας μια παρέα νέων να αποφασίζει ακαριαία, επαναλαμβάνοντας θαρρείς ένα πετυχημένο σχέδιο, τη δολοφονία ενός άλλου νέου- γιατί; Επειδή δεν ανέχονται τη φυσιολογική ενόχλησή του στην απαίτησή τους να τους επιβεβαιώσει αν ένας απ’ αυτούς “τρώει κέρατο”. Ο γόνος μιας αστικής οικογένειας πιέζει την κοπέλα του να κάνουν έρωτα αδιαφορώντας για τις αρνήσεις της. Οι ισχυρότεροι τιμωρούν σκοτώνοντας ατιμωρητί: σε μια τηλεοπτική διαφήμιση, ένας άντρας πυροβολεί έναν άλλον εκτός κάδρου (έναν κοινωνικά αόρατο, συμβολικά), σαν να πρόκειται για φυσική πια αντίδραση- γιατί; Επειδή απειλήθηκε με κλοπή της εύγευστης σοκολάτας του καθώς αρνήθηκε να δώσει στον άλλον έστω ένα κομματάκι. Δεν είναι μόνο απαγορευμένες οι βλέψεις για τα προνόμια, την ιδιοκτησία της ανώτερης τάξης και οι σκέψεις για οποιαδήποτε διασάλευση της ταξικής διαστρωμάτωσης, πλέον θεωρούνται άξιες τιμωρίας, ακόμα και θανάτωσης. Το δίκαιο του ισχυρού και ο νόμος στα χέρια του, η φυσική ροπή της αμοραλιστικής, απολιτικής κοινωνίας σε φασίζουσες νοοτροπίες και φασιστικές πρακτικές, η αποδοχή της κρατικής τρομοκρατίας στο όνομα ενός ιερού πολέμου εναντίον όσων δεν ενστερνίζονταν τις παραδοσιακές δυτικές και χριστιανικές αξίες ώστε η χώρα να ξαναγινόταν “ασφαλής”. Κι αν τα αστικά και μεσοαστικά στρώματα επεδίωκαν να εξασφαλίσουν την κοινωνική τους θέση, γιατί οι εργάτες και οι λούμπεν; Στην αρένα των ανταγωνιστικών μας κοινωνιών όπου εσωτερικεύουμε ως φυσική κατάσταση τις ανισότητες που νομοτελειακά δημιουργούνται, ένα τίμημα που πληρώνουμε είναι το έλλειμμα αυτοεκτίμησης που γεννάει την ανάγκη υπεραναπλήρωσής του μέσω της άσκησης εξουσίας, του εξοστρακισμού και της εξόντωσης των πιο αδυνάμων. Το πραξικόπημα του Βιδέλα και το κτηνώδες καθεστώς του βρίσκονται προ των πυλών. “Κλαις; Τι υποκριτής! Γι’ αυτό πάει κατά διαόλου αυτή η χώρα”: ο διάσημος ιδιωτικός ντετέκτιβ από την πρωτεύουσα χλευάζει τον Κλαούντιο ως “δευτεροκλασάτο επαρχιώτη τζέντλεμαν“ επειδή λυγίζει από ενοχές για το έγκλημά του κατά ενός αόρατου ανθρώπου ή τη δεινή θέση όπου βρέθηκε μετά την αποκάλυψή του. Ο ταπεινωμένος Κλαούντιο βιώνει την άλλη όψη του δικαίου του ισχυρού, σαν μύησή του στα φασιστικά ιδεώδη (εξαιρετική η συγκρατημένη, εσωτερική ερμηνεία του Γκραντινέτι), εμπεδώνοντας ότι η “φύση του εχθρού” δεν επιτρέπει ανθρωπιά, αναστολές, ηθικολογίες. Ο φόβος της ισχύος και η λατρεία της- το ψυχολογικό υπόστρωμα του φασισμού.

Αλληγορική, μυστηριακή ταινία όπου υφέρπει ανησυχία. Ωστόσο, η υποβλητικότητα αποδυναμώνεται όταν οι συμβολισμοί γίνονται διάφανοι, η νοηματική σύνδεση ορισμένων σκηνών σταδιακά γίνεται περισσότερο σε σεναριακό επίπεδο, οι χαρακτήρες του δικηγόρου (στις ενοχές του) και του καρτεσιανού και, ταυτόχρονα, θεοφοβούμενου ντετέκτιβ δεν εμβαθύνονται. Επίσης, θα θέλαμε μια μεγαλύτερη αναφορά στο ιστορικό πλαίσιο ώστε ορισμένα γεγονότα να γίνονταν περισσότερο κατανοητά. Παρά αυτές τις ενστάσεις μας, το υπνωτιστικό ξεδίπλωμα, η φωτογραφία σε κιτρινωπούς τόνους που παραπέμπει σε εκείνη την περασμένη εποχή και, ταυτόχρονα, μεταδίδει νοσηρότητα, σαν να αντανακλάται στο περιβάλλον ένα συλλογικό υποκείμενο νόσημα, η υπόγεια σαρκαστικότητα, τα νοήματα, η διαχρονική και οικουμενική διάσταση και, κυρίως, η πρωτότυπη σκηνοθετική ματιά, διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον μας. Και, όσο κι αν το κόκκινο χρώμα της έκλειψης ηλίου που διαχέεται, συμβολίζει την επίκληση του κομμουνιστικού κινδύνου από το κράτος για την ανάγκη να χυνόταν αίμα, η χρωματική του θέρμη θαρρείς ότι σταδιακά τυλίγει ευφρόσυνα και θεραπευτικά όσους δεν φοβούνται να κοιτάξουν τον ουρανό εκείνη την ώρα, και μαζί με τον παιγνιώδη τόνο της μουσικής, μας προοιωνίζει ότι κάποτε θα χτίσουμε τον νέο κόσμο της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της κοινοκτημοσύνης.

 
 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Ένας ελέφαντας με ρεντιγκότα

Ξένια Μαρίνου «Ένας ελέφαντας με ρεντιγκότα»

Το βιβλίο επιχειρεί μια διαφορετική τοιχογραφία των πρώτων τριάντα χρόνων της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, εστιάζοντας στην ανασυγκρότηση και στον τρόπο ...
Wu Ming «Αλτάι»

Wu Ming «Αλτάι»

Βενετία, 1569. Ένα μπουμπουνητό συγκλονίζει τη νύχτα, ο ουρανός είναι κόκκινος και επικρέμαται απειλητικά πάνω από τη λιμνοθάλασσα: είναι η ...
Ηρακλής Παναγούλης «Ανεβοκατεβαίνοντας κλίμακες»

Ηρακλής Παναγούλης «Ανεβοκατεβαίνοντας κλίμακες»

Τρεις χρόνοι, τρεις γεωγραφίες. Δρόμοι, διαδρομές και δίκτυα στην Πελοπόννησο του 18ου αιώνα, στη μεταπολεμική Δίβρη Ηλείας, στις σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες ...
Φρεντερίκ Α. Φαζαρντί "Sniper"

Φρεντερίκ Α. Φαζαρντί “Sniper”

Ο Σνάιπερ; Σίγουρα ο καλύτερος επίλεκτος σκοπευτής του πλανήτη. Ευσυνείδητος. Σκοτώνει μόνο για λεφτά· δεν του πέρασε ποτέ από το ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 208 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top