Τέταρτο

«Κουβέντες για ένα ψηλό κορίτσι» – Πότε αρχίζει να χάνεται η δυνατότητα στην αγάπη ανάμεσα σε δύο ανθρώπους χωρίς να το αντιλαμβάνονται;


«Κουβέντες για ένα ψηλό κορίτσι»  (Cateva conversatii despre o fata foarte inalta / Several conversations about a very tall girl)
Σκηνοθεσία: Bogdan Theodor Olteanu
Πρωταγωνιστούν: Φλορεντίνα Ναστάζε, Σιλβάνα Μιχάι
Ρουμανία, 2018.

Κι αν κάποιοι άνθρωποι κάνουν έρωτα γιατί ορισμένες φορές αισθάνονται ότι μ’ αυτόν τον τρόπο θέλουν να εκφράσουν την οικειότητά τους και την τρυφερότητά τους για τον άλλον, χωρίς όμως την επιθυμία να κυριαρχήσει η ερωτική διάθεση στη σχέση τους; Κι αν κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι η ερωτική πράξη ερμηνεύεται σαν ολοκλήρωση της κατάκτησης ενός ανθρώπου και σαν αμοιβαία πια επιθυμία για ερωτική σχέση, αντλώντας από αυτές τις πεποιθήσεις, τη βεβαιότητα και, συνακόλουθα την απαίτηση, για την πρωτοκαθεδρία στην καρδιά και την καθημερινότητά του; Πλησιάσματα, συναντήσεις και αποκλίσεις- οριστικοί χωρισμοί ή αφορμές για εσωτερικές αναζητήσεις και ελπίδες για βαθύτερη επικοινωνία; Γιατί, για τόσους ανθρώπους, η ανάγκη της κατάταξης της σχέσης μέσα σε μια από τις γνωστές κατηγορίες, είναι πιο σημαντική από την ίδια τη σχέση, την αλήθεια της και τη δυναμική της; Πότε αρχίζει να χάνεται η δυνατότητα στην αγάπη ανάμεσα σε δύο ανθρώπους χωρίς να το αντιλαμβάνονται;


Δύο νέες γυναίκες, με μικρή διαφορά ηλικίας μεταξύ τους, γνωρίζονται μέσα από το facebook και συζητούν για μια προηγούμενη κοινή τους ερωμένη που τις είχε εγκαταλείψει. Δύο διαφορετικές απόψεις για τον ίδιο άνθρωπο, δύο διαφορετικές εμπειρίες με τον ίδιο άνθρωπο- δύο ευαισθησίες διαφορετικές ως προς το πόσο αντέχουν ακόμα να πάσχουν. Η μία έχει την ανάγκη να μιλάει ακόμα γι’ αυτήν τη γυναίκα και με αυτήν την πρόθεση πλησιάζει την άλλη, θέλοντας να μάθει περισσότερα για αυτό το φάντασμα που τη στοιχειώνει ακόμα, που κοντά της είχε ανακαλύψει μια σημαντική πλευρά του εαυτού της. Η άλλη ανταποκρίνεται με την πρόθεση να την πλησιάσει ερωτικά μέσα απ’ αυτές τις συζητήσεις. Ανοιχτά δηλωμένες οι προθέσεις και των δύο, κι όμως, μέσα στην αλήθεια που έχει αμοιβαία κατατεθεί, παρεισφρέουν οι δικές τους ανάγκες, οι επιθυμίες και οι φόβοι τους. Είναι η ζωή που πάντα προσπερνά τις αρχικές επιδιώξεις όσο κι αν θέλουμε να την περιορίσουμε μέσα τους. Είναι η αλληλεπίδραση μέσα στις σχέσεις μας που προσφέρει τη δυνατότητα να συνειδητοποιήσουμε τις επιθυμίες να μετράμε στο ζύγι νίκες και ήττες, να προλάβουμε να πονέσουμε εμείς τον άλλον πριν μας πονέσει εκείνος.

“Στην πόλη μου, δεν υπάρχουν λεσβίες”, λέει η μια στην άλλη καθώς μιλάνε στο skype. Από την online συνομιλία με αμοιβαία δηλωμένες τις προθέσεις, στην online επικοινωνία που εμπλουτίζεται με προσωπικές εκμυστηρεύσεις, καταλήγοντας στην επαφή πρόσωπο με πρόσωπο. Από τις διαφορετικές πόλεις καταγωγής τους, στην πρωτεύουσα με τις περισσότερες δυνατότητες ελεύθερης έκφρασης και συνάντησης με άλλους ανθρώπους με τις ίδιες επιθυμίες- μαζί, όμως, με τους κινδύνους ενός εχθρικού περιβάλλοντος για κάθε άνθρωπο που εκφράζει τη διαφορετικότητά του. Αρκεί, όμως, μονάχα το θάρρος να δείχνεις αυτό που είσαι σε μια συντηρητική κοινωνία, η τόλμη της εκδήλωσης του σεξουαλικού προσανατολισμού ενάντια στα κοινωνικά στερεότυπα ώστε να ζεις απελευθερωμένα, ενάντια σε κείνους τους κανόνες που είναι εσωτερικευμένοι, την κληρονομιά  της προηγούμενης γενιάς στην επόμενη και ώστε να προκύπτει αβίαστα ο σεβασμός στους φόβους του άλλου και στο χρόνο που έχει ανάγκη για να τους αποτινάξει; Αρκεί μονάχα η νεανική τους ορμή ώστε να μην αποστάζουν και να μην ενισχύουν μια κυνική άποψη για τη ζωή, ερμηνεύοντας την άρνηση του άλλου σαν προδοσία και εγωισμό; Ώστε να αποζητούν κάθε μέρα το συντονισμό τους κι όχι να ναρκωθούν από τη συνήθεια; Ώστε να μην επιτελούν απαράλλαχτα την ίδια τελετουργία της χαρούμενης συνύπαρξης, ταινίες το βράδυ, μπάνιο μαζί, σεξ κάθε μέρα, κοινωνική ζωή παρέα με το ταίρι σου, όλα με τον κρυφό σκοπό να κατευνάζονται οι ανησυχίες για την απώλεια της ιδέας αυτής της σταθερότητας;


Με την κάμερα στο χέρι, ο Ολτεάνου συντονίζεται με τις ανησυχίες που δονούν εσωτερικά τις ηρωίδες του, τις παρατηρεί από κοντά, τις χειρονομίες τους, τις φευγαλέες εκφράσεις των προσώπων τους, τα αμήχανα γέλια μιας εξοικείωσης που ακόμα βαθαίνει και τις υπολογισμένες φράσεις μιας συμπεριφοράς προσηλωμένης στην κατάκτηση, τις διαφορές τους στη διατύπωση της επιθυμίας και σ’ αυτά που τις ελκύουν ή τις απωθούν. Μας μεταδίδει την αναζωογονητική αρχή της επικοινωνίας ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που αξιοποιούν τις σύγχρονες δυνατότητες γνωριμίας των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, έως την αρχή της γνώριμης περιπέτειας των ανθρώπινων σχέσεων όταν ο χρόνος μέσα στον οποίο φθείρεται η εμπιστοσύνη, είναι μικρότερος από εκείνον που είχε χρειαστεί για να κερδηθεί, όταν, τόσο σύντομα, θα πρέπει να επιλέξουν είτε να ακολουθήσει η μια την άλλη για να αντιμετωπίσουν μαζί τον πόνο και την περιχαράκωση είτε οι δρόμοι τους θα χωριστούν.

Η ταινία διαρκεί μόλις 70 λεπτά κι όμως, είναι τόσες πολλές οι σκέψεις και τα συναισθήματα που αναδύονται από την κατανόηση αυτών των δύο ανώνυμων γυναικών. Και, οι ερμηνείες της Φλορεντίνα Ναστάζε και της Σιλβάνα Μιχάι είναι τόσο φυσικές, δημιουργώντας δύο πολύ ζωντανούς χαρακτήρες- ιδιαίτερα αυτή της Μιχάι κλέβει την καρδιά μας, Ένα ψυχογράφημα που επανέρχεται στη σκέψη μας καθώς ορισμένες συχνές συμπεριφορές και απόψεις μας καθρεφτίζονται πικρά μέσα στους χαρακτήρες της ταινίας.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 98 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

ΤΟ «ΤΕΤΑΡΤΟ» ΠΡΟΤΕΙΝΕΙ

 

Back to Top