Τέταρτο
49 Προβολές

«Μαργαρίτες» της Βέρα Χυτίλοβα – Νεανικές αντιδράσεις στην Τσεχοσλοβακία της δεκαετίας του 1960




«Μαργαρίτες» (Sedmikrásky)
Σκηνοθεσία: Βέρα Χυτίλοβα
Πρωταγωνιστούν: Jitka Cerhová, Ivana Karbanová
Τσεχοσλοβακία, 1966

Η Μαρία η ξανθιά κι η Μαρία η μελαχρινή, λένε δυνατά και συντονισμένα με τη νεανική τους φωνή: “Αφού ο κόσμος είναι κακός, θα γίνουμε κι εμείς κακές!”. Μην νομίζετε, όμως, ότι είναι βαθιά απογοητευμένες, ότι τα νεανικά πρόσωπά τους είναι σκυθρωπά ή ότι οι φωνές τους σβηστές ή σκληρές. Όχι, κάθε άλλο!

Η μία Μαρία βγαίνει με ηλικιωμένους άντρες σε ακριβά εστιατόρια και σε λίγο, εμφανίζεται πάντα κι η άλλη Μαρία στο τραπέζι, τρώνε και πίνουν κερασμένα, πάνε στο σιδηροδρομικό σταθμό με τον εκάστοτε συνοδό τους, τον βάζουν μέσα στο τραίνο και τον αφήνουν στα κρύα του λουτρού να φεύγει μόνος του τελικά, με κείνες να γελάνε, πλέρια, ηχηρά, στα όρια ενός ντελίριου! Η αντίδραση των νιάτων έναντι της ισχύος, των προνομίων, του πλούτου – της εξουσίας. Βρισκόμαστε στην Τσεχοσλοβακία του 1966, μόλις δυο χρόνια πριν την “Άνοιξη της Πράγας”, και μέσα στην καρδιά εκείνης της δεκαετίας όπου εντείνονταν η πίεση στο κυβερνών κομμουνιστικό κόμμα για εκδημοκρατισμό, η έντονη κριτική της διανόησης κι ο ριζοσπαστισμός της κοινής γνώμης, μια εποχή αναζωογονητικής ρευστότητας. Και οι “Μαργαρίτες” δεν είναι μονάχα μια ταινία που αντιπροσωπεύει το πνεύμα εκείνης της εποχής, είναι η ταινία που, πιθανότατα, το αντιπροσωπεύει στο μεγαλύτερο βαθμό. Ή, με άλλα λόγια, μας είναι δύσκολο να φανταστούμε αυτήν την ταινία να έχει δημιουργηθεί σε άλλη εποχή, σε άλλη χώρα- και από άλλο δημιουργό! Οι δυο Μαρίες χορεύουν σ’ ένα νυχτερινό κέντρο αποσπώντας την προσοχή των πελατών από τους επαγγελματίες χορευτές, πίνουν τα γεμάτα κρασί ποτήρια από τα άλλα τραπέζια όπου κάθονται προφανώς ευκατάστατοι άνθρωποι, ντύνονται και ξεντύνονται ακατάπαυστα, τρώνε σελίδες περιοδικών με φωτογραφίες από πίτσες όταν πεινάνε, θαρρείς ότι δεν κοιμούνται ποτέ γιατί η σκέψη τους δουλεύει διαρκώς στους ρυθμούς ενός νεανικού, και γι’ αυτό αβίαστου, παροξυσμού για να γεννάει διαρκώς νέες φάρσες, νέα καπρίτσια- νέες “κακίες”, όπως τις ονομάζουν οι ίδιες. Σαν δυο ξωτικά του Σαίξπηρ σ’ έναν κόσμο αγέλαστης σοβαροφάνειας και θεσμοθετημένης αντιανθρωπιάς.


Μέχρι που, όμως, μπορεί να φτάσει και πότε τελειώνει μια τέτοια ζωή, με άρνηση για οποιαδήποτε επικοινωνία μ’ αυτήν την αλλοτριωμένη, πατριαρχική σε όλα τα επίπεδά της, κοινωνία, για κάθε ανθρώπινη σχέση με οποιονδήποτε άλλον, με άρνηση για την τρυφερή έκφραση των συναισθημάτων ακόμα και ενός νέου άντρα λες κι αδιαπραγμάτευτα πια αυτά δεν μπορεί παρά ν’ απορρέουν από έναν μικροαστισμό του και από μια δεδομένη επιθυμία του για κατάκτηση της γυναίκας; Υπάρχει, άραγε, κορεσμός από την καθημερινή, παραλλαγμένη επανάληψη της ίδιας επιθυμίας, από τη δίψα για ικανοποίηση του αυτοσκοπού ή θα μπορούσε να μην χορταίνονταν ποτέ; Οι δυό Μαρίες αντιλαμβάνονται κάποια στιγμή το αδιέξοδο της ενστικτώδους αντίδρασης και της διαρκούς πρόκλησης, ότι είναι πια σαν αόρατες για τους άλλους, οδεύοντας προς τη μεγάλη έξοδο. Σε μια τεράστια σάλα, με πολλά και διαφορετικά πιάτα, έτοιμα να σερβιριστούν: σε ποιους; σε πόσους πια; Φανερά αυτά που υπονοούνται σ’ αυτήν τη σκηνή, η οποία στάθηκε ο λόγος της κρατικής απαγόρευσης στην Χυτίλοβα να εργάζεται για 6 χρόνια, με το επίσημο σκεπτικό της σπατάλης μεγάλης ποσότητας φαγητού κατά τα γυρίσματα της ταινίας: ξανά, λοιπόν, το ερώτημά μας βλέποντας την ταινία: για ποιούς και για πόσους πια προοριζόταν μια τόσο μεγάλη ποσότητα φαγητού, σε μια λαμπερή αίθουσα όταν ο λαός ζούσε λιτοδίαιτα; Τώρα πια, οι δυό νέες λένε και ξαναλένε την ίδια φράση, με άλλον, όμως, τρόπο κάθε φορά από την αναδιάταξη της σειράς των λέξεων: “Είμαστε κακές και τιμωρούμαστε. Θα είμαστε καλές, θα δουλεύουμε σκληρά και θα είμαστε ευτυχισμένες πια”. Άραγε, το πιστεύουν, το θέλουν; Το προλαβαίνουν πια; Οι εικόνες των βομβαρδισμών στην αρχή της ταινίας που εναλλάσονταν μ’αυτές των δυό κοριτσιών, θα επανέλθουν στο φινάλε της ταινίας: κηρυγμένοι  πόλεμοι από ανθρώπους εναντίον άλλων ανθρώπων, και ακήρυχτοι πόλεμοι, όχι μόνο από ανθρώπους εναντίον ανθρώπων αλλά και από ανθρώπους  κατά των ίδιων τους των εαυτών.

Είναι δύσκολο να “μιλήσει” κάποιος γι’ αυτήν την ταινία- κολλάζ εικόνων, σουρρεαλιστικοί διάλογοι, καυστικό χιούμορ, πυρετώδεις ρυθμοί, μνήμες του βωβού κινηματογράφου απότομα σταματήματα στα πλάνα, χρωματικές εναλλαγές, αίσθηση σαν να κοιτάζεις ένα καλειδοσκόπιο, και πόσα άλλα ακόμα έχει ενοποιήσει η Χυτίλοβα μέσα σ’ αυτήν την ταινία της! Την πλησιάζουμε περισσότερο μέσα από την τοποθέτησή της στους ιστορικούς καιρούς της, μονοδιάστατα φυσικά, με την επίγνωση της δυσκολίας να μεταδοθεί η ατμόσφαιρα αυτής της εντελώς αταξινόμητης, ευφάνταστης, ιδιαίτερης ταινίας, που θαρρείς ότι παίζει μαζί μας όπως παίζουν και οι δυο ηρωίδες της με όλους όσους τυχαίνει να συναντούν στο σαρωτικό τους διάβα. Παίζει, μαζί με τη μελαγχολία να υφέρπει ως το τέλος. Οι “Μαργαρίτες” είναι από τις ταινίες όπου χωράνε διαφορετικές ερμηνείες για τα μηνύματά της – ακόμα και μέσα στον ίδιο το θεατή, μπορεί να υπάρχουν αντιφατικές ερμηνείες. Και δεν μπορείς να βρεις βοήθεια ούτε στη φράση που γράφεται στο κλείσιμο της ταινίας: “Η ταινία είναι αφιερωμένη σε όλους αυτούς που η μοναδική αιτία αγανάκτησης τους είναι μια ποδοπατημένη σαχλαμάρα”!

Την ταινία «Μαργαρίτες», την είδαμε στο 61ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που φέτος προβάλλεται διαδικτυακά.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 78 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top