Τέταρτο

258 Προβολές

Με τους φασίστες έχουμε ανοιχτούς λογαριασμούς



Η εγχώρια διαπλοκή με ασυνήθιστους για την ίδια ελιγμούς -τουλάχιστον για τα τελευταία 40 χρόνια- προσπαθεί να ξαναβρεί το βηματισμό της και να αποκαταστήσει τη φαινομενικά διαταραγμένη ισορροπία της.

Μια κάστα επιχειρηματιών, νεοεισερχόμενων πολιτικών αξιωματούχων, δικαστικών και μιντιαρχών, παζαρεύουν, δημιουργούν νέες συμμαχίες, ξεδιπλώνουν τα χαρτιά και τις προσφορές τους, προσπαθώντας να ισορροπήσουν εκ νέου αντλώντας τα περισσότερα δυνατά οφέλη.

Και κάπου εμβόλιμα σ’ όλο αυτό το αλισβερίσι, έρχονται και οι αποφάσεις της «δικαιοσύνης» για να προκαλέσουν, να δημιουργήσουν αναστάτωση, ψιθύρους και εκνευρισμό στην κοινωνία.

Η εισαγγελέας Αδαμαντία Οικονόμου, που κατά την αγόρευσή της δεν «είδε» ευθύνη στην οργάνωση της Χρυσής Αυγής, ούτε για την δολοφονία Φύσσα, αλλά ούτε και για τις δεκάδες άλλες επιθέσεις, είναι η ίδια η οποία είχε προτείνει την ενοχή του Τάσου Θεοφίλου. Όμως, δεν είναι μία ή ένας δικαστικός λειτουργός που προκαλούν τον κλαυσίγελο και το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Δεν είναι κάποιες άστοχες αποφάσεις της δικαιοσύνης που ενέχουν τον ανθρώπινο παράγοντα, το λάθος ή την παραπλάνηση. Είναι η ίδια η φύση της δικαιοσύνης του αστικού κράτους η οποία προφανέστατα είναι ταξική και μεροληπτική. Πολλώ μάλλον όταν διανύουμε μια περίοδο πλήρους και εμφανούς σήψης αυτού του κράτους, η «δικαιοσύνη» του γίνεται πλέον και απροκάλυπτη.

Φασίστες που προκαλούν, εγκληματικές φασιστικές οργανώσεις που τείνουν να χαρακτηριστούν σχεδόν ως πολιτιστικοί σύλλογοι, χοροί εκατομμυρίων που διαφεύγουν και αθωώνονται, αδικήματα που παραγράφονται, αξιωματούχοι που χρήζουν απεριόριστης ασυλίας, κόποι εργαζομένων που παραθερίζουν στη Μύκονο, το Κατάρ ή άλλους εξωτικούς προορισμούς, πρεζοκάραβα που αρμενίζουν ακυβέρνητα, επιφανή πρόσωπα μπορούν να ασελγούν κατά ανηλίκων μιας και τα αδικήματά τους πρόκειται να παραγραφούν. Κατά τα λοιπά, καθαρίστριες φυλακίζονται, διαδηλωτές εξουθενώνονται οικονομικά και ψυχικά με αλλεπάλληλες και κοστοβόρες διαδικασίες, σπίτια πλειστηριάζονται προς όφελος των τραπεζών. Χώροι αντίστασης δαιμονοποιούνται και «απολυμαίνονται» (με λίγο παραπάνω αίμα), το οικογενειακό άσυλο καταπατάται, άνθρωποι εξευτελίζονται, βασανίζονται και ξυλοκοπούνται χωρίς καν δίκες από τους εντεταλμένους αυτού του ίδιου κράτους.

Καμία έκπληξη. Το μόνο που ακόμα προκαλεί εντύπωση είναι η ίδια η διατήρηση της λειτουργίας της αποκαλούμενης δικαιοσύνης. Στο κάτω – κάτω, καταντά σπαρακτικά γραφικό, να συνεχίσουμε μετά από τόσα χρόνια και τόσο πανομοιότυπα ίδιες τακτικές, να προσποιούμαστε τους αιφνιδιασμένους ή τους σοκαρισμένους. Ζούμε τη δικαιοσύνη των εχόντων. Οι έχοντες και το παρεάκι τους, αποφάσισαν πως τα ψίχουλα που μας διένεμαν ήταν μια κάποια αδικία και θέλησαν να αποκαταστήσουν τη «δικαιοσύνη», αποσύροντάς τα.

Άλλωστε τι παραπάνω να ειπωθεί από τα προ καιρού χιλιοειπωμένα:

«Υπάρχει μια σχετική ισότητα απέναντι στο νόμο: δεν μπορεί να με καταδικάσει κάποιο δικαστήριο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να παραβιάζει κατάφορα τα δικαιώματα που μου παρέχει ο νόμος. Αν και το πράγμα σταματάει εδώ, όταν η υπόθεση που βρίσκεται ενώπιων του δικαστηρίου δεν είναι μια κοινωνική υπόθεση, αλλά άπτεται της πολιτικής ή των υποθέσεων της κυβέρνησης, οπότε σε αυτή την περίπτωση η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης μένει μόνο στα χαρτιά».- Κορνήλιος Καστοριάδης (Σεπτέμβριος 1993)

Ιστορικά ο ναζισμός και ο φασισμός, δεν είναι κομμάτια εκπορευόμενα από την κοινωνία, αλλά είναι το «χαρτί» του καπιταλισμού όταν βρίσκεται σε τέλμα και θέλει να αναδιανείμει τον πλούτο. Κάθε υγιές κομμάτι της κοινωνίας έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τους τραμπούκους και τους βασανιστές. Κάθε υγιές κομμάτι της κοινωνίας έχει ανοιχτούς λογαριασμούς με τους φασίστες. Μόνο, που ξεπερνώντας τις όποιες κατά καιρούς αυταπάτες μας, αυτοί οι λογαριασμοί δεν θα επιλυθούν με τους δικούς τους μηχανισμούς, αλλά με όρους αντίστασης και εν τέλει με τους δικούς μας όρους, τους όρους του δίκιου.

Η κοινωνία πιέζεται, φτωχοποιείται, αδικείται κατάφορα. Θα ήταν καλό να έχουν στο νου τους οι ισχυροί και οι έχοντες, πως η αποκατάσταση της καθολικής και ανεξάρτητης δικαιοσύνης, θα είναι ένα πρώτο βήμα καλής θέλησης. Χρήσιμο όταν βρεθούν να εκλιπαρούν για κοινωνική ειρήνη.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 126 Άρθρα

Να ενοχλήσω θέλω τις λέξεις, να κοιτάξω πίσω απ’ αυτές. Να περπατήσω θέλω, εκεί που το αόρατο γίνεται ορατό, ανάμεσα σε αραδιασμένες λέξεις και να επαναφέρω τ’ ανείπωτα. Έτσι νομίζω πρέπει να ξεκινήσουμε, απλά. Να επανοικειοποιηθούμε το λόγο, για να μην είναι ιδιοκτησία των ισχυρών και των «αυθεντιών». Να σπάσουμε το φράγμα της σιωπής και του ακρωτηριασμένου λόγου. Και λίγο λίγο θα μάθουμε να σκεφτόμαστε και να πράττουμε πέρα από το δεδομένο. [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top