Τέταρτο

«Μικρή μαμά» της Σελίν Σιαμά – Τα παιδιά που πλησιάζονται και λύνουν τα μάγια της περιχαράκωσης των γονιών


“Μικρή μαμά” (Petite maman)
Σκηνοθεσία: Σελίν Σιαμά
Πρωταγωνιστούν: Ζοζεφίν Σανζ, Γκαμπριέλ Σανζ, Στεφάν Βαρουπέν
Γαλλία, 2021

-“Αγαπούσα αυτό το δωμάτιο αλλά όταν το βράδυ έκλειναν τα φώτα, φοβόμουν εδώ”.
-“Γιατί φοβόσουν;”
-“Είναι παιδικό θέμα”, απαντά απρόσμενα κοφτά στην Νελλύ η μητέρα της, την ώρα της τρυφερής τους επικοινωνίας.
-“Είμαι παιδί, μ’ ενδιαφέρει”, αποκρίνεται ήρεμα το κορίτσι, διψώντας να μάθει για τα παιδικά χρόνια τής μητέρας της.

Την επόμενη μέρα, η μητέρα φεύγει απροειδοποίητα, προσπαθώντας να διαχειριστεί μόνη το πένθος τής απώλειας τής μητέρας της και γιαγιάς τής Νελλύ, μακριά από το σπίτι των παιδικών της αναμνήσεων, μακριά από την επιθυμία τής μικρής να μοιραστούν τη θλίψη τους.

-“Δεν μιλάμε ποτέ για τα παιδικά σου χρόνια”.
-“Μα μιλάμε συνέχεια γι’ αυτά”.
-“Μου λες μόνο μικρές ιστορίες, όπως τα χριστουγεννιάτικα δώρα που σού έκαναν αλλά όχι τα αληθινά πράγματα, όπως τους φόβους σου”.
-“Φοβόμουν τον πατέρα μου”, ψιθυρίζει στο αυτί της Νελλύ ο πατέρας της μετά από λίγη σκέψη, χωρίς να’ χει χάσει το χαμόγελό του που όσο τρυφερό είναι, τόσο δεν αφήνει περιθώρια για άλλη έκφραση στο πρόσωπό του. Ήταν λίγες στιγμές πριν που η Νελλύ είχε έρθει αντιμέτωπη με την ταραχή στο άκουσμα τής ξαφνικής αναχώρησης τής μητέρας, μόνη χωρίς τη γονεϊκή συνδρομή στην προσπάθειά της, αόρατη θαρρείς στα μάτια του.

Δύο γονείς αδιαπέραστοι συναισθηματικά που, μπροστά στην διεισδυτική ματιά και την ευθύτητα των ερωτήσεων της κόρης τους, αντιδρούν καταφεύγοντας είτε στη σιωπή και την απόσυρση είτε σε μια φυσική γλυκύτητα που όμως θέλει να αναπληρώσει την έλλειψη ανταπόκρισης στα συναισθήματα του παιδιού. Δεν ψεύδονται αλλά δεν είναι αληθινοί, δεν αντιλαμβάνονται ότι είναι διάφανοι στα μάτια του παιδιού όσα κι αν δεν του αποκαλύπτουν για τους εαυτούς τους, δεν έχουν επίγνωση της δικής τους αδιαφάνειας από τον ίδιο τους τον εαυτό. Πολλοί γονείς μεγάλωσαν απωθώντας τούς φόβους τους, με ματαιωμένη την επιθυμία για εγγύτητα με τους δικούς τους γονείς, διαμορφώνοντας μια επίπλαστη αίσθηση ανεξαρτησίας μέσα απ’ αυτήν τη διαπαιδαγώγησή τους, αναπαράγοντας, ασυνείδητα πλέον, το ίδιο μοτίβο στις σχέσεις με τα δικά τους παιδιά. Τα τραυματικά βιώματα της παιδικής ηλικίας ρίχνουν πάντα βαριά τη σκιά τους στην ενήλικη ζωή όσο αποφεύγουμε την αναγνώριση και αποδοχή τους, εκλογικεύοντας τον φόβο της έκθεσής μας στα παιδιά με πεποιθήσεις όπως ότι αυτά δεν μπορούν να καταλάβουν τι μας βασανίζει ή ότι διαταράσσεται το αίσθημα ασφάλειας που έχουν ανάγκη όταν φανερώνουμε τι μας φοβίζει, για ποιους εγωισμούς και αποτυχίες μας ντρεπόμαστε. Η αποξένωση στους κόλπους της αστικής οικογένειας, έχει αναλυθεί εξονυχιστικά σε θεωρητικό επίπεδο, ωστόσο δεν παύει να διαιωνίζεται στην πραγματικότητα.


Η Νελλύ θα γνωρίσει ένα συνομήλικο κορίτσι, μοναχικό κι αυτό, κι αυθόρμητα θα μοιραστούν τα συναισθήματα και τις ανάγκες τους. Στην αβίαστη σύνδεσή τους, υπάρχει ένα μεταφυσικό στοιχείο: η καινούρια φίλη τής Νελλύ έχει το ίδιο όνομα μ’ αυτό τhς μητέρας της, ζει κι εκείνη με έναν γονιό στο σπίτι (τη μητέρα της), φτιάχνει μια καλύβα στο σημείο που κάποτε η μητέρα τής Νελλύ έφτιαχνε τη δική της, αυτήν που το κορίτσι λαχταρούσε να δει, θέλοντας να μάθει κάτι περισσότερο από την κρυφή παιδική ζωή της. Η πρώτη συνάντηση των δύο κοριτσιών πραγματοποιείται σε ένα μεγάλο φθινοπωρινό δάσος όπου ο ήχος έχει θαρρείς εξοριστεί,  αισθανόμαστε ότι θα μπορούσαμε να ακούσουμε τους χτύπους της καρδιάς τους. Όταν πρωταντικρίζονται από μακριά, θα ‘λεγες ότι τα δύο κορίτσια  ονειρεύονται με τα μάτια ανοιχτά, σαν η γνωριμία τους να προκαλείται από ένα αμοιβαίο κάλεσμα του ασυνείδητου τους ή σαν να μοιράζονται την αμοιβαία επιθυμία να ζήσουν ένα παραμύθι από όπου θα αντλήσουν δύναμη ώστε να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, ότι συνθέτουν έναν δικό τους κόσμο πέρα από τη λογική του χώρου και του χρόνου.

Τα δύο κορίτσια (είναι αδελφές, στην πραγματικότητα) δεν γελούν παρά σε μια μόνο σκηνή της ταινίας, ερμηνεύουν τούς ρόλους τους σχεδόν τελετουργικά (σε ορισμένες στιγμές, νιώθουμε σαν να ‘ναι μαριονέτες που τα νήματά τους κινούνται αόρατα), κάτω από το βάρος της φυσικής ή ψυχικής απουσίας των γονιών, της ανάληψης της φροντίδας τους (όπως όταν η Νελλύ σχεδόν ταΐζει τη μητέρα της βλέποντάς την απορροφημένη στη θλίψη), της συνειδητοποίησης του περάσματος του χρόνου μέσα από την πρώτη τους επαφή με τον φόβο του θανάτου ή το γεγονός του θανάτου ενός οικείου προσώπου και τον πόνο που επιφέρει το οριστικό της απώλειάς του. Τα δύο κορίτσια ζώντας στον δικό τους κόσμο παράλληλα με τον πραγματικό, υποδύονται φανταστικά πρόσωπα ή αναπαριστούν αγαπημένα πρόσωπα, καθώς θαρρείς ότι διαισθάνονται τον κρυμμένο τους πόνο και, μέσα από τη δική τους εγγύτητα και επικοινωνία, θέλουν να τα λυτρώσουν από τα μάγια της περιχαράκωσής τους (το ένα κορίτσι θα πει στο άλλο: “Δεν είσαι υπεύθυνη για τη θλίψη μου”- άραγε με ποια κρυμμένη ενοχή των γονιών τους συντονίστηκε ώστε να αναδυθούν αυτά τα λόγια από μέσα της και το σώμα της να λειτουργήσει σαν ένα ηχείο μιας αναγκαίας παραδοχής;).


Η απεικόνιση της παιδικής σχέσης αντανακλά το σκηνοθετικό ύφος που πλησιάζει το θέμα με ευαισθησία και σοβαρότητα. Αυτή η σχέση, όμως, εξελίσσεται περισσότερο ρεαλιστικά απ’ όσο θα θέλαμε, προσγειώνοντας την αρχική ονειρικότητα, η συσσώρευση των ομοιοτήτων ανάμεσα στη μικρή φίλη και τη μητέρα επιβεβαιώνει και υπερτονίζει, αποδυναμώνοντας την ατμόσφαιρα των “απόκοσμων αινιγμάτων” του δάσους και της μαγικής σύνδεσης των παιδιών, νιώθουμε ότι η σοβαρότητα συγκρατεί τη συγκίνηση, ιδιαίτερα στην απεικόνιση της θεραπευτικής επίδρασης στα δύο κορίτσια από την επαφή τους όπου βαραίνει η εγκεφαλικότητα. Ωστόσο, αυτά που αφουγκραζόμαστε μέσα στις σιωπές, τα υπέροχα μονοπλάνα που μας μεταφέρουν στο χώρο, η ακρίβεια της σκηνοθεσίας σε μια ταινία με διάρκεια μόλις 72 λεπτών όπου συμπυκνώνονται τόσα νοήματα, η ματιά πάνω στην παιδική ψυχοσύνθεση και την παιδική αγάπη για τους γονιούς οι οποίοι, το πιο συχνό, δεν της αφήνουν χώρο μέσα τους, όλα αυτά επανέρχονται επίμονα στη σκέψη μας για μέρες μετά τη θέαση της ταινίας. Είναι κρίμα μόνο, που δεν μας δονεί εσωτερικά…


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 135 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top