Τέταρτο
143 Προβολές

«Μνήμες φόνων»: Μνήμες από τον σπουδαίο Μπονγκ Τζουν-Χο




«Μνήμες φόνων» (Salinui chueok / Memories of murder)
Σκηνοθεσία: Μπονγκ Τζουν-Χο
Ηθοποιοί: Σονγκ Κανγκ-Χο, Κιμ Σανγκ-Κιουνγκ.
Νότια Κορέα, 2003

Το 1986, σε μια αγροτική περιοχή της Νότιας Κορέας, ένα αγόρι μιμείται κοροϊδευτικά το στέλεχος της αστυνομίας που δίνει εντολές στους υφισταμένους του, μπροστά στο πτώμα μιας στραγγαλισμένης γυναίκας. Ο αστυνομικός Παρκ νιώθει φρίκη, έχει, όμως, την πεποίθηση ότι ο δολοφόνος δεν θα του ξεφύγει, πιστεύοντας ότι με το βλέμμα του μπορεί να διαβάσει τα κίνητρα κάθε ανθρώπου. 17 χρόνια αργότερα, ο παλιός αστυνομικός έχει πια αλλάξει επάγγελμα. Ο Παρκ δεν είχε καταφέρει να συλλάβει τον κατά συρροή δολοφόνο μετά από άλλους 12 φόνους έως το 1991, πάντα ανύπαντρων γυναικών, πάντα με τον ίδιο τρόπο, με τα εσώρουχά τους δεμένα στο στόμα τους. Τώρα, ο δρόμος του τον έχει ξαναφέρει σ’εκείνο το ίδιο σημείο, μετά από τόσα χρόνια. Ο Παρκ, συνομιλώντας μ’ ένα κορίτσι, αντιλαμβάνεται ότι αυτό έχει δει τον δολοφόνο και στην αγωνιώδη ερώτησή του για το πως έμοιαζε αυτός, ακούει ότι ήταν ένας συνηθισμένος άνθρωπος. Ο παλιός αστυνομικός πίστευε όλα εκείνα τα χρόνια των άκαρπων ερευνών, ότι στο πρόσωπο του δολοφόνου θα ήταν ολοφάνερα αποτυπωμένη η ψυχολογική του διασάλευση. Το κορίτσι, συζητάει πρόθυμα μαζί του, καταλαβαίνοντας την αγωνία του. Σ’ εκείνα τα χρόνια της έπαρσής του, ένα αγόρι τον ειρωνευόταν αυθόρμητα. Σ’ αυτά τα χρόνια της πτώσης του, ένα κορίτσι τον πλησιάζει αυθόρμητα.

Όλα εκείνα τα χρόνια των άκαρπων ερευνών, οι υποψίες του Παρκ και του στενού του συνεργάτη (ο οποίος έπασχε φανερά από μια ψυχολογική διασάλευση) που εκτελούσε τη «βρώμικη δουλειά» του ξυλοφορτώματος κάθε υπόπτου, συνδράμοντας στην εκμαίευση μιας πολυπόθητης ομολογίας, στρέφονταν αρχικά σε περιθωριοποιημένους ανθρώπους με πνευματικές και ψυχολογικές δυσλειτουργίες. Το σκεπτικό τους έλεγε ότι το κίνητρο των φόνων ήταν η εκδίκηση για τις ερωτικές απορρίψεις που αναμφίβολα θα είχαν βιώσει αυτοί οι ύποπτοι. Αυθαίρετο αλλά δεν παύει να μας φαίνεται λογικό. Έχει σχέση με το αίσθημα ανωτερότητάς μας απέναντι σε κάποιους ανθρώπους που έχουν μια σωματική δυσμορφία, μια πνευματική δυσλειτουργία, που ζουν περιθωριοποιημένα ή μοναχικά, με συμπεριφορές έξω από τα κοινωνικά πρότυπα, έχει σχέση με την πεποίθησή μας ότι θα έχουν σημαδευτεί ανεξίτηλα απ’αυτό το βάσανό τους. Ή ότι το κακό, σαν μια αυθύπαρκτη κατάσταση που προϋπάρχει, βρίσκει πρόσφορο έδαφος μέσα στις ψυχές αυτών των ανθρώπων για να εκδηλωθεί. Οι αστυνομικοί κατασκεύαζαν κίνητρα και ενόχους, αποσπώντας ομολογίες οι οποίες πάντα κατέρρεαν σαν χάρτινοι πύργοι αφού χαρακτηρίζονταν από εξώφθαλμες αβλεψίες: πως ένας άνθρωπος με πρόβλημα λεπτής κινητικότητας στα χέρια του, θα μπορούσε να είχε δέσει το εσώρουχο στο στόμα μιας γυναίκας; Όταν η ερευνητική ομάδα συμπληρώθηκε από έναν αστυνόμο από την πρωτεύουσα και τον μεγαλύτερο σε ηλικία αρχηγό τους (συνολικά, 300.000 αστυνομικοί ασχολήθηκαν με τη συγκεκριμένη υπόθεση όλα τα χρόνια), η προσέγγισή τους έγινε πιο ορθολογική, με όλο και μεγαλύτερες ελπίδες – και με όλο και μεγαλύτερη απογοήτευση κάθε φορά. Η ερμηνεία των ενδείξεων εξακολουθούσε να ήταν εμμονικά μονοσήμαντη, οι αναγωγές τους ήταν αυθαίρετες ενώ άλλες προφανείς ενδείξεις παραβλέπονταν (όπως οι συχνές ασκήσεις ετοιμότητας όταν οι πολίτες κλείνονταν στα σπίτια τους με σβησμένα τα φώτα, στο πλαίσιο της προετοιμασίας για επίθεση από εξωτερικούς εχθρούς – όμως, εκείνα τα βράδια ο αθέατος εσωτερικός εχθρός δολοφονούσε τις άτυχες γυναίκες). Η κατασκευή μιας άλλης πραγματικότητας ώστε να επιβεβαιωνόταν ότι δεν θα μπορούσε να υπάρχει άλλη απ’ αυτήν που οι ίδιοι καταλάβαιναν και ερμήνευαν, πολλαπλασίαζε εκθετικά τις δυσκολίες των ερευνών τους.


Ο Τζουν-Χο (ο πασίγνωστος πλέον σκηνοθέτης της ταινίας «Παράσιτα»), μας εμπλέκει συναισθηματικά σ’ αυτήν την απόγνωση που εξαπλωνόταν μέσα τους. Στην αρχή, δυσφορούμε με τις βίαιες μεθόδους ανάκρισης και με την ολοφάνερη επιχείρηση κατασκευής ενόχων που απεικονίζεται στην ταινία. Και στη συνέχεια, αγωνιούμε μαζί με τους αστυνομικούς, επιθυμούμε την επιβεβαίωση των ενδείξεών τους ακόμα κι όταν φαίνεται, για μιαν ακόμα φορά, ότι ούτε αυτός είναι ο δράστης. Η αρχική επιθυμία τους για δόξα, να έσπαγαν τα στενά όρια της περιοχής τους και της χώρας τους, κατέληγε σταδιακά στην απελπισία και την οργή τους για όποιον αποδεικνυόταν αθώος. Όχι μόνο δεν είχαν επαναφέρει την ασφάλεια στην περιοχή, επιπλέον αδυνατούσαν ν’ αντιμετωπίσουν αυτήν την προσωπική τους αποτυχία. Θέλουμε τόσο πολύ να είχε τελειώσει επιτέλους εκείνο το κακό όνειρο πριν τελειώσει η ταινία: πως είναι δυνατόν ο δολοφόνος να μην έχει κάνει το μοιραίο λάθος μέσα σε τόσα χρόνια; Πως μια μεμονωμένη ψυχοπαθολογική περίπτωση μπορούσε να διαφεύγει από κάθε οργανωμένη έρευνα; Πότε θα ξαναγινόταν επιτέλους ασφαλής η ζωή εκεί; Μπορεί, τελικά, να είναι ανίκητο το κακό;

Σε ποιους, όμως, έχουμε αναθέσει την προστασία μας, σε ποιους έχουμε εκχωρήσει το δικαίωμα για έρευνα, κρίση και επιβολή ποινών; Πόση σημασία δίνουμε στις καταγγελίες που ακούγονται συχνά για τις μεθόδους που χρησιμοποιούνται για την απόσπαση μιας ομολογίας; ‘Η στα πορίσματα των ψυχολόγων σχετικά με την εσωτερίκευση της ενοχής και του ρόλου του θύτη από πολλούς υπόπτους, μετά την ψυχολογική και σωματική βία που τους ασκείται; Όταν δεχόμαστε την ομολογία ενός υπόπτου ως προϊόν της ελεύθερης βούλησής του, μέχρι της απόδειξης του εναντίου, δεν νομιμοποιούμε τελικά την άσκηση βίας πάνω του; Αν είχε αποκαλυφθεί ο δολοφόνος μέσα από μια τέτοια σκληρή ανακριτική διαδικασία, η ικανοποίησή μας από το αποτέλεσμα θα αποδυνάμωνε thn κριτική εναντίον των απάνθρωπων μεθόδων; Ή, έστω κι ένας μονάχα ένοχος αν αποκαλύπτεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, δεν μας αρκεί για να τις δικαιολογήσουμε ως τις πιο αποτελεσματικές, έστω αναγκαστικά; Όμως, εδώ, βλέποντας αυτές τις εικόνες καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά τις ανακρίσεις, δυσφορούμε, εκ τους ασφαλούς, επειδή είναι φανερή η επιχείρηση κατασκευής ενόχου.


Βλέπουμε εικόνες όπου η αστυνομία χτυπάει φοιτητές που διαδήλωναν κατά του προέδρου της χώρας. Ακούμε τον αρχηγό της αστυνομίας να διαμαρτύρεται για την απόφαση της κυβέρνησης να μην ενισχύσει τις έρευνές τους επειδή προέκρινε τη χρήση μεγαλύτερης δύναμης στην καταστολή διαδηλώσεων. Με αφορμή αυτές τις εικόνες της ταινίας, μαθαίνουμε τα εξής για την πρόσφατη ιστορία της Νότιας Κορέας: δεκαετίες έντονων λαϊκών αντιδράσεων και απεργιακών κινητοποιήσεων, εκλογές με βία και νοθεία, στρατιωτική δικτατορία, σφαγή 200 πολιτών στην πόλη Κουάνγκτζου το 1980, λογοκρισία στον Τύπο, διαφθορά και ποινικές διώξεις κατά εκατοντάδων κρατικών αξιωματούχων. Ο Τζουν-Χο συνδέει εμμέσως πλην σαφώς τη δράση του δολοφόνου μ’ αυτό το κοινωνικό πλαίσιο. Μια κοινωνία που υπόκειται κι αναπαράγει αυτήν την κρατική βία και διαφθορά: η αστυνομία αυθαιρετεί, δέρνοντας και κατασκευάζοντας ενόχους και οι πολίτες συμπεριφέρονται ρατσιστικά κι εξουσιαστικά στον μικρόκοσμό τους. Στην άσκηση εξουσίας προς τον ανίσχυρο, εντάσσεται κι ο σεξισμός: οι γυναίκες που δολοφονούνται είναι ανύπαντρες, σαν να τιμωρούνται γι’ αυτήν την παρέκκλισή τους από την κανονικότητα, η εκδοχή της γυναίκας αστυνομικού απορρίπτεται από τους άντρες συναδέλφους της κοροϊδευτικά.

Επιθυμούμε βαριές ποινές για όσους κρίνονται ένοχοι, τη σκληρή τιμωρία αυτών που η εκπαίδευσή μας χαρακτηρίζει ως ανώμαλους, κακούς. Κι αν αργότερα αποκαλύπτεται το πλαστό μιας ομολογίας ή το λάθος των ερευνών, τότε λυπούμαστε μεν γι’ αυτόν τον άνθρωπο που έχει περάσει ένα ενδεχομένως μεγάλο μέρος της ζωής του άδικα σε κάποια φυλακή, όμως, δεν εξακολουθούμε να θεωρούμε τέτοια τραγικά λάθη που μπορούν να καταστρέψουν ανθρώπους ως στατιστικά αποδεκτά; Στην πραγματικότητα, στη Νότια Κορέα ένας αθώος άνθρωπος κλείστηκε στη φυλακή για 20 χρόνια για μερικούς απ’αυτούς τους φόνους, έχοντας υπογράψει τρεις ομολογίες μετά από το ξύλο που έφαγε στις ανακρίσεις, με την ελπίδα ότι θ’ απέφευγε τη θανατική ποινή. Τελικά, ο αληθινός δολοφόνος ταυτοποιήθηκε μόλις πέρυσι (όμως, πλέον, οι υποθέσεις έχουν παραγραφεί).


Ο υπέρ-ταλαντούχος Τζουν-Χο δημιούργησε, όπως πάντα, μια πολύ πυκνή ταινία σε νοήματα ενώ, ταυτόχρονα, καθηλωνόμαστε από την αφηγηματική του ικανότητα, μην θέλοντας ν’ αποσπάσουμε την προσοχή μας και τον ειρμό μας ούτε μια στιγμή από τα τεκταινόμενα στην οθόνη. Μπορείς να μιλάς για ώρες γι’ αυτήν την ταινία- και με αφορμή αυτήν την ταινία. Ο Νοτιοκορεάτης δημιουργός μας μιλάει για τις μνήμες των φόνων που δεν μπορούσαν να ξεθωριάσουν μετά από τόσα χρόνια, και, μαζί τους, για τις μνήμες της αποτυχίας της σύλληψης του δράστη και γι’ αυτές της κρατικής βίας εκείνης της περιόδου. Για το τραύμα που παρέμενε ανοικτό. Ίσως το μόνο πταίσμα που θα μπορούσαμε να προσάψουμε στον Τζουν-Χο, είναι ότι δεν δίνει λίγο περισσότερο βάρος στη σύνδεση ανάμεσα στην κοινωνική παθογένεια και την προσωπική του δολοφόνου. Θέτει όμως στιβαρά το θέμα για την ηθική αυτουργία των αρμοδίων θεσμικών οργάνων που ερευνούν, καταστέλλουν, καταδικάζουν και τιμωρούν λες και το έγκλημα έχει τις ρίζες του μονάχα στην ατομική ψυχοπαθολογία κάθε φορά, λες κι η ευθύνη για όποιον μολύνεται από το κακό δεν μπορεί να είναι παρά αποκλειστικά προσωπική. Ο Κορεάτης δημιουργός, επιπλέον, αποσπά εξαιρετικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του, με προεξάρχοντα έναν εκ των μέγιστων ηθοποιών των καιρών μας, τον Σονγκ Κανγκ-Χο. Η απόγνωση που εκφράζει το βλέμμα του, χαράσσεται βαθιά μέσα στη μνήμη μας.

Μια σπουδαία ταινία από τον σπουδαίο Μπονγκ Τζουν-Χο.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 70 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top