tetartopress

«Ο κύριος Μπάχμαν και η τάξη του» – Μεταδίδοντας στους μαθητές ότι η ενσυναίσθηση είναι η κοινή ανθρώπινη γλώσσα


“Ο κύριος Μπάχμαν και η τάξη του” (Herr Bachmann und seine klasse / Mr. Bachmann and his class).
Σκηνοθεσία: Μαρία Σπετ.
Ντοκιμαντέρ γερμανικής παραγωγής, 2021.

Κάθε μέρα αρχίζει με τους μαθητές του κυρίου Μπάχμαν (έφηβες κι έφηβοι μεταξύ 12 και 14 χρόνων) να γέρνουν το κεφάλι στα θρανία, κλείνοντας για λίγο τα μάτια τους. Κατά τη διάρκεια του μαθήματος μπορούν ν’ αλλάξουν θέση, να μετακινηθούν ελεύθερα στον χώρο, ν’ αλλάξουν τη διάταξη των αντικειμένων, να φτιάξουν τσάι, να ζωγραφίσουν, να παίξουν ηλεκτρική κιθάρα και ντραμς (ο χώρος είναι αρκετά μεγάλος ώστε να μην διαταράσσεται η παρακολούθηση του μαθήματος από τα υπόλοιπα παιδιά), ακόμα και να πάρουν έναν υπνάκο στο θρανίο. Ο κύριος Μπάχμαν, κατανοώντας την παιδική ψυχοσύνθεση, ενθαρρύνει την εξωτερίκευση της κούρασης σ’ αυτά τα παιδιά μεταναστών που έχουν έρθει στη Γερμανία από ένα σωρό γωνιές του κόσμου: Τουρκία, Βουλγαρία, Μαρόκο, Ρωσία, Ρουμανία, Καζακστάν. Συχνά, τους ζητάει να πουν την ίδια γερμανική φράση στη μητρική τους γλώσσα και τότε, μια μουσικότητα θαρρείς ότι διαχέεται στο άκουσμα τόσων διαφορετικών λέξεων, γεννώντας εγγύτητα ανάμεσά τους καθώς αντιλαμβάνονται ότι οι φόβοι, ανάγκες και επιθυμίες τους διαφέρουν μόνο ως προς τη γλώσσα που διατυπώνονται- είναι θαυμαστό ότι έχουμε δημιουργήσει τόσες γλώσσες και λέξεις για να εκφράζουμε τα ίδια συναισθήματα και σκέψεις. Συνάμα, μέσα απ’ αυτόν τον σεβασμό του δασκάλου στις μητρικές τους γλώσσες, τα παιδιά διδάσκονται ότι οι ρίζες, ο τόπος των αναμνήσεων και η μητρική γλώσσα, συνιστούν ένα βασικό μέρος της ταυτότητας κάθε ανθρώπου όπου κι αν ζει, όποια γλώσσα κι αν μιλά, κι ότι η διαφορετικότητα δεν συνεπάγεται διαχωρισμό, αντίθετα είναι έκφανση του οικουμενικού.

Το πραγματικό όνομα του κυρίου Μπάχμαν ήταν Κοβάλσκι και οι ρίζες του είναι πολωνικές, μεγαλώνοντας όμως στη ναζιστική Γερμανία, το καθεστώς επέβαλε τον εκγερμανισμό των ξένων επιθέτων. Αφηγούμενος την προσωπική του ιστορία, δείχνει στους μαθητές του τα κοινά νήματα που μπορούν να συνδέουν τους ανθρώπους, όπως αυτά που συνδέουν αυτόν, τους μαθητές του και τους κατοίκους της πόλης τους, το Σταντάλεντορφ- μεγάλο κέντρο παραγωγής όπλων για το τρίτο ράιχ όπου εργάζονταν αιχμάλωτοι, ακόμα και παιδιά, και όπου, μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, εργάζονταν οι γκασταρμπάιτερς (μετανάστες κυρίως από τα φτωχά ευρωπαϊκά κράτη) παράγοντας μηχανήματα πλέον και συμβάλλοντας στο μεταπολεμικό οικονομικό θαύμα της Γερμανίας. Αυτή η πόλη είναι ο αθέατος συμπρωταγωνιστής (σε αρκετά πλάνα, βλέπουμε μόνο κτίρια, δημόσιους χώρους και το περιαστικό δάσος) όπου σήμερα, το 80% του πληθυσμού της είναι είτε μετανάστες είτε είναι απόγονοι μεταναστών (όπως έχει πει η σκηνοθέτιδα)- κάθε θεωρία περί φυλετικής καθαρότητας είναι ανυπόστατη και, αποδεδειγμένα πια, θανάσιμα επικίνδυνη. Έτσι, ο κύριος Μπάχμαν, διδάσκοντας τα αίτια των μεταναστεύσεων, των ξεριζωμών από πατρογονικές εστίες και γνώριμα χώματα, εισάγει τους μαθητές σε μια πρώτη πολιτική συνειδητοποίηση μέσα από τη γνώση της κοινής ανθρώπινης ιστορίας της φτώχειας, της εκμετάλλευσης, της απώθησης του αληθινού εαυτού, εμπνέοντας την υπέρβαση των διαχωριστικών γραμμών στην ανθρώπινη αντίληψη που τροφοδοτούνται από τις διαχωριστικές γραμμές πάνω στο γήινο ανάγλυφο. Και, θέλοντας να συμβάλλει στη διαπαιδαγώγηση υπεύθυνων πολιτών σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία, ζητά απ’ όσους βρίσκονται σε πιο προχωρημένο στάδιο εκμάθησης της γερμανικής γλώσσας, να βοηθούν τους πιο αδύναμους (είτε γιατί δεν μιλάνε γερμανικά στο σπίτι τους είτε γιατί η κουλτούρα τους τούς ωθεί σε επιφυλακτικότητα απέναντι σε καθετί καινούριο) κι όταν ορισμένοι μαθητές αρνούνται να συνδράμουν, ο δάσκαλος δεν ηθικολογεί, δεν επιπλήττει ούτε επιβάλλει παρά ρωτά, κατανοεί, παροτρύνει, μεταδίδοντας το μήνυμα ότι η ενσυναίσθηση είναι η κοινή ανθρώπινη γλώσσα κι ότι μ’ αυτήν προοδεύουν οι κοινωνίες. Συγκινούν οι σκηνές όπου ο κύριος Μπάχμαν μιλά στους νεαρούς, ήρεμα και διαλογικά, για τα διαχρονικά ευαίσθητα θέματα, όπως της σεξουαλικότητας: ενώ μας εκπλήσσει που μιλώντας για τον γάμο, αναφέρεται μονάχα σε ετεροφυλόφιλα ζευγάρια, αργότερα συζητά με ένα κορίτσι που θεωρεί “αηδιαστική” την ομοφυλοφιλία, θέτοντας ερωτήματα που του κάνουν φανερό ότι πρόκειται για απόψεις που δεν είναι δικές του- κι εμείς κατανοούμε ότι προηγουμένως μιλούσε για τον γάμο σαν να τους έλεγε ένα γνώριμο, οικείο παραμύθι.


Ο 64χρονος Ντήτερ Μπάχμαν που θυμίζει παλιό χίπη με τον πλεχτό σκούφο στα χρώματα της Τζαμάικα και τις μπλούζες των ACDC, είναι δάσκαλος στην έκτη δημοτικού, του σχολικού έτους όπου κρίνεται η εισαγωγή των μαθητών στο γυμνάσιο ή η παραμονή τους σ’ ένα ενδιάμεσο, προπαρασκευαστικό σχολείο. Το κριτήριό του δεν είναι μονάχα η βαθμολογία, επιπλέον βασίζεται στην προσωπική του κρίση που εξηγεί και συζητά με τους γονείς και τα παιδιά, με γνώμονα την ετοιμότητα του παιδιού για το επόμενο στάδιο εκπαίδευσης (άρα, το καλό του παιδιού) και πάντα συμπληρώνοντας ότι η προσωπικότητα δεν συρρικνώνεται σ’ ένα προκαθορισμένο σύστημα αριθμητικής αξιολόγησης- οι βαθμοί θα’πρεπε να είναι μόνο ένα εργαλείο, μια αφορμή. Η παιδαγωγική του μέθοδος, που απορρέει από τη βιοθεωρία του, βασίζεται στην καθοδήγηση μέσω του προσωπικού παραδείγματος κι όχι μέσω της καλλιέργειας της ιδέας ότι ως δάσκαλος έχει κύρος, στην εμπέδωση ότι η αλληλεγγύη είναι μια ξεχασμένη αλλά φυσική ανθρώπινη κατάσταση κι ότι η επίλυση των συγκρούσεων είναι δυνατή χωρίς την ανάγκη ενήλικης (ηλικιακά, ψυχολογικά και συμβολικά) διαιτησίας παρά μόνο σε ορισμένες περιπτώσεις: τότε που ο δάσκαλος παρεμβαίνει, θέλοντας να εμπνεύσει τα παιδιά να αποδεχτούν την ευθύνη τους- και, ορισμένες φορές, δίνει εντολή να βγει ο μαθητής από την τάξη όταν επιμένει να παραβαίνει τους κανόνες συνύπαρξης, με μόνο σκοπό την αποφόρτισή του, και πάντα συζητώντας μαζί του στο διάλειμμα. Αφουγκράζεται τα παιδιά, τα εμπνέει να του ανοίγονται με την προσήνεια και, κυρίως, την αυθεντικότητα του, επιτρέπει την έκφραση της δυσαρέσκειας προς το πρόσωπό του, εκθειάζει τις δυνατότητες και κλίσεις τους ώστε να ενισχύσει την αυτοεκτίμησή τους, δημιουργεί ένα οικογενειακό περιβάλλον- κι αν, ορισμένες φορές, δυσπιστούμε γι’ αυτήν την επιτυχία του, γνωρίζοντας ότι οι εικόνες που βλέπουμε, δεν είναι, βέβαια, όλες όσες ζουν μέσα στην τάξη σ’ ένα τόσο μεγάλο διάστημα, αισθανόμαστε ωστόσο την αυθεντικότητα των καταστάσεων που απεικονίζονται κι ότι δεν επιχειρείται αγιοποίηση του κυρίου Μπάχμαν.

Είναι φυσιολογικό σε ορισμένες σκηνές να έχουμε μια αίσθηση επανάληψης ή να νιώθουμε κούραση στις 3,5 ώρες διάρκειας του ντοκιμαντέρ που καλύπτει τη διάρκεια σχεδόν ενός σχολικού έτους, να θεωρήσουμε ότι τα γεγονότα και τα νοήματα θα μπορούσαν να είχαν συμπυκνωθεί χρονικά. Κι όμως, η ταινία κέρδισε το “βραβείο κοινού” στο φεστιβάλ Βερολίνου του 2021: η τρυφερή ματιά της σκηνοθέτιδας δικαιώνει αυτήν τη μεγάλη διάρκεια καθώς ανεπαίσθητα βυθιζόμαστε στην ατμόσφαιρα της σχολικής τάξης, αισθανόμαστε ότι γνωρίζουμε θαρρείς προσωπικά πια αυτά τα παιδιά, μας μεταδίδονται οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Είναι τόσο διακριτική η παρουσία της κάμερας μέσα στην τάξη που γεννά την ασφάλεια στα παιδιά να συμπεριφέρονται αυθόρμητα. Μια βαθιά ανθρώπινη, αναζωογονητική, αισιόδοξη ταινία.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
commuter

commuter – Κυκλοφόρησε το ντεμπούτο EP τους

Οι commuter, μετά το πρώτο τους single "Light", παρουσιάζουν το ντεμπούτο ομώνυμο ΕΡ τους. Το "commuter"  περιέχει 4 τραγούδια σε ...
Pippa Curnick «Το μαγικό θηριοτροφείο 2: Περιπέτεια στο Άγριο Άγνωστο»

Pippa Curnick «Το μαγικό θηριοτροφείο 2: Περιπέτεια στο Άγριο Άγνωστο»

Το κουδούνι χτυπάει ξανά στο σπίτι της Βιόλας Αγριώτη, στην οδό Τσουκνίδας. Αυτή τη φορά τα παιδιά αντικρίζουν στο κατώφλι ...
Vive Le Punk Rock Festival In Athens

10 Χρόνια Vive Le Punk Rock Festival in Athens

Μετά από 2 χρόνια απουσίας, λόγω της πανδημίας, η 77-82 Team επιστρέφει δυναμικά για το καθιερωμένο διήμερο & γιορτάζει τα ...
Βασίλης Αλεξάκης «Η πρώτη λέξη»

Βασίλης Αλεξάκης «Η πρώτη λέξη»

Ο Μιλτιάδης, καθηγητής της συγκριτικής φιλολογίας στο Παρίσι, θα ήθελε πολύ να μάθει, πριν τον θάνατό του, ποια ήταν η ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 159 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top