Τέταρτο

«Ο μεγάλος δικτάτορας» – Η ανελέητη σάτιρα του Χίτλερ από τον Τσάπλιν, όταν τα δυτικά κράτη είχαν διπλωματικές σχέσεις μαζί του


«Ο μεγάλος δικτάτορας» (The great dictator)
Σκηνοθεσία Τσάρλι Τσάπλιν
Πρωταγωνιστούν: Τσάρλι Τσάπλιν, Πολέτ Γκοντάρ, Τζακ Όκι
Η.Π.Α., 1940

Πως προδίδεται ο Εβραίος κουρέας μας ότι έχει καταπιεί τρία κέρματα επειδή θέλει να κρύψει ότι σ’ αυτόν έλαχε ο κλήρος της αποστολής αυτοκτονίας, ν’ ανατινάξει το παλάτι του δικτάτορα Χύνκελ; Όταν αυτά αρχίζουν να κουδουνίζουν στο στομάχι του, συνταράζοντάς τον με λόξυγγα μέχρι να τα ξεβράσει στο πιάτο του! Ο Τσάρλι Τσάπλιν απεικονίζει όχι μόνο αστεία, με κατανόηση πάνω απ’όλα, αυτήν την ομήγυρη που προτιμά μια αντιηρωική ζωή αντί τον ένδοξο θάνατο, τόσο τον κουρέα όσο και τους υπόλοιπους Εβραίους υποψηφίους που, στα μουλωχτά, βάζουν στο πιάτο του τα κέρματα που τους λαχαίνουν.

Όταν, καιρό μετά, μια διαβολική σύμπτωση τον φέρει στη θέση του Χύνκελ πάνω σ’ ένα βάθρο, για να εκφωνήσει λόγο στους υπηκόους- όχι πια πολίτες- που περιμένουν να τον αποθεώσουν ως μελλοντικό δικτάτορα της ανθρωπότητας, δεν θα υποδυθεί αυτόν το ρόλο ώστε να γλιτώσει τη ζωή του παρά θα διακηρύξει τα ουμανιστικά ιδανικά του. Στις ζωές κάθε ανθρώπου, έρχονται κρίσιμες στιγμές όπου μπορεί να πάψει να είναι ανθρωπάκος και να γίνει υποκείμενο της Ιστορίας, που ο φόβος δεν παραλύει παρά αφυπνίζει, στιγμές που δεν μπορεί πια παρά να είναι ο εαυτός του.

80 χρόνια μετά, εξακολουθεί να μας συγκινεί αυτός ο μονόλογος στο φινάλε της ταινίας στην οποία σατιρίζεται ανελέητα ο Χίτλερ μέσα από τον χαρακτήρα του Χύνκελ. Όσο περισσότερο αυτός ο άνθρωπος ακούει τη φωνή του να δηλώνει άφοβα αυτά που πιστεύει, τόσο περισσότερο αισθάνεται ότι εκφράζει τις μύχιες επιθυμίες όλης της ανθρωπότητας, θαμμένες κάτω από εξαναγκασμένες παιδικές απωθήσεις και εκλογικευμένους ενήλικους φόβους, και τόσο περισσότερο πάλλεται ο λόγος του. «Δεν θέλω να κατακτώ ανθρώπους. Θέλω να βοηθώ οποιονδήποτε, Εβραίους, ειδωλολάτρες, μαύρους, λευκούς…  Σκεφτόμαστε πολύ και νιώθουμε λίγο… Στρατιώτες! Μην παραδίνεστε στα ανθρώπινα κτήνη που σας λένε τι να κάνετε, τι να σκέφτεστε, τι να νιώθετε, που σας χρησιμοποιούν σαν τροφή για τα κανόνια… Ας αγωνιστούμε για έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι θα ’χουν δουλειά, τα νιάτα θα ’χουν μέλλον και οι ηλικιωμένοι, ασφάλεια… Ας αγωνιστούμε να καταργήσουμε τα εθνικά εμπόδια…”. Είναι κυρίως χάρη σ’ αυτά τα λόγια έτσι όπως βγαίνουν από το στόμα του ανώνυμου στην ταινία κουρέα κι από την καρδιά του Τσάπλιν, που «Ο μεγάλος δικτάτορας» μας αγγίζει.


Η σάτιρα του Τσάπλιν με κεντρικό πρόσωπο αυτόν τον χαρακτήρα, αρχίζει στο τέλος του πρώτου παγκοσμίου πολέμου και φτάνει έως την προσάρτηση της Αυστρίας στη Γερμανία, το 1938. Έχει αλλάξει πια η χώρα του, η Τομανία, όταν επιστρέφει στον κόσμο μετά από 20 χρόνια νοσηλείας με κατάλοιπο μια αμνησία, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί η αστυνομία χτυπά απρόκλητα και βάρβαρα στη γειτονιά του που έχει γίνει εβραϊκό γκέτο. Καθώς βλέπουμε τον δικτάτορα Χύνκελ να φανατίζει υπνωτιστικά το λαό με σκοτεινά όνειρα για την επικράτηση της αρίας φυλής και θανάσιμο μίσος για τους Εβραίους, ο Τσάπλιν επισήμαινε κινδύνους εκείνη την εποχή που τα συμμαχικά κράτη απέφευγαν την καταδίκη του ναζισμού, συνάπτοντας διπλωματικές συμφωνίες με τον Χίτλερ. Είχε προειδοποιηθεί στην έναρξη των γυρισμάτων τον Σεπτέμβρη του 1939 ότι η ταινία του δεν θα προβαλλόταν στις ΗΠΑ ενώ η βρετανική κυβέρνηση είχε απαγορεύσει την προβολή της- μόνον όταν οι ναζί κατέλαβαν την Γαλλία το 1940, άρχισαν οι προβολές της.

Ο Τσάπλιν τόλμησε να απεικονίσει τόσο τον κοινωνικό στιγματισμό των Εβραίων όσο και τον Χίτλερ σαν μια βαθιά συμπλεγματική προσωπικότητα, κυριαρχημένη από μεγαλομανία που χωρίς την καθοδήγηση του Γκάμπριτς (παραπομπή στον Γκέμπελς), ιθύνοντα νου και διαμορφωτή της περσόνας του, δεν μπορούσε να σκεφτεί και να αποφασίσει τίποτα. Ο Χύνκελ- Χίτλερ μιλάει μια ακατάληπτη μη-γλώσσα που θυμίζει τη γερμανική, με λέξεις και ήχους που εκφέρονται με μίσος και εικονική πυγμή, προκαλώντας παραληρηματικές αντιδράσεις στα πλήθη. Ο Τσάπλιν τολμάει επίσης, να υποδυθεί τον Χύνκελ εκμεταλλευόμενος ορισμένες ομοιότητές του με τον Χίτλερ (όπως το μικρό μουστάκι), θαρρείς τονίζοντας το δισυπόστατο της ανθρώπινης φύσης- ο ένας ανθρωπιστής και αριστερών πολιτικών φρονημάτων ενώ ο άλλος, εγκέφαλος γενοκτονιών και μαζικών δολοφονιών.


Η κωμική ιδιοφυΐα του Τσάπλιν μας προσφέρει αξέχαστες σκηνές ακόμα και μέσα σε κείνες τις συνθήκες όπου η ανθρωπιά είχε χάσει το νόημά της. Ο χαρακτήρας του κουρέα που επιπλέον υποδύεται, γίνεται αξιαγάπητος από την αρχή, αδέξιος στρατιώτης στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο (θυμίζοντας κινησιολογικά το γνώριμο χαρακτήρα του Σαρλώ) εξαιτίας μιας τόσο φανερής συνειδησιακής άρνησης να σκοτώνει ανθρώπους. Που, χαμένος μέσα στον καπνό μιας έκρηξης, βρίσκεται στις γραμμές του αντιπάλου – ένα υπέροχο σχόλιο για τη χάραξη νοητών γραμμών πάνω στο ανάγλυφο της γης ώστε να δημιουργούνται τα σύνορα και οι διαχωρισμοί των ανθρώπων, με συνέπεια τους πολέμους. Που, μπορεί να βιώσει ονειρικά την καθημερινή επαφή με το θάνατο, σαν ένα πλάσμα όχι του κόσμου τούτου, απορώντας που το ρολόι πετάγεται όρθιο από την τσέπη του, όπως και το νερό από το παγούρι μην μπορώντας να το πιει, καθώς η αντίληψή του για την πραγματικότητα ταυτίζεται με την ψευδαίσθησή μας ότι το αεροπλάνο έχει επιστρέψει στην κανονική του πτήση ως δια μαγείας, έτσι όπως κινηματογραφείται για λίγο! Τα σατιρικά βέλη στρέφονται εναντίον του φασισμού αγγίζοντας την ατομική ψυχοπαθολογία των ηγετών του στον ανταγωνισμό του Χύνκελ με τον Ναπαλόνι- Μουσολίνι, δικτάτορα της Βακτηρίας, ποιος θα στέκεται ψηλότερα από τον άλλον, ανεβάζοντας διαρκώς τις καρέκλες τους ή στην ονειροπόληση του Χύνκελ για έναν κόσμο αρίας φυλής- με αυτόν, μελαχρινό, σαν ηγέτη της! Μπορούμε να κατανοήσουμε τους λόγους που η προβολή της ταινίας ήταν απαγορευμένη στη Γερμανία ως το 1958 και στην Ισπανία, μέχρι το θάνατο του δικτάτορα Φράνκο, το 1975.

Παρά την ύπαρξη ορισμένων πολιτικών αναφορών, όπως οι συμβουλές του Γκάμπριτς στον Χύνκελ να συνεχιστεί η βία κατά των Εβραίων ώστε ο γερμανικός λαός να μην ασχολείται με την πείνα του, μας λείπουν οι νύξεις για το πως ένας φανερά διαταραγμένος άνθρωπος συνάρπαζε τα πλήθη και για τους ψυχολογικούς μηχανισμούς που ώθησαν εκατομμύρια άνθρωποι ν’ ασπαστούν τη ρητορική μίσους, συμμετέχοντας ή μένοντας απαθείς στη ναζιστική κτηνωδία. Η ταινία γελοιοποιεί τον Χίτλερ, νιώθουμε ωστόσο ότι εξαντλείται δραματουργικά πριν το μονόλογο του φινάλε που μοιάζει σαν μια ξεχωριστή ταινία μέσα στην ταινία. Χρόνια αργότερα, ο Τσάπλιν δήλωσε ότι δεν θα σκηνοθετούσε την ταινία σαν κωμωδία αν τότε γνώριζε τι ακριβώς συνέβαινε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όμως, ακόμα κι αν «Ο μεγάλος δικτάτορας» δεν συγκαταλέγεται στις μεγάλες στιγμές του, είναι μια σπουδαία ταινία.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 106 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top