Τέταρτο

77 Προβολές

«Ο νεαρός Αχμέντ» – Οι σύγχρονες μέθοδοι των δυτικών κοινωνιών απομονώνουν και τιμωρούν μέσα από την αναμόρφωση



«Ο νεαρός Αχμέντ» (Le jeune Ahmed)
Σκηνοθεσία: Zαν-Πιερ Νταρντέν, Λυκ Νταρντέν
Ηθοποιοί: Idir Ben Addi, Myriem Akheddiou, Claire Bodson, Olivier Bonnaud, Victoria Bluck
Βέλγιο, Γαλλία, 2019

Ο νεαρός Αχμέντ βρίσκεται σε μια άγνωστη ψυχολογικά ζώνη, αποχαιρετάει την παιδική του ηλικία και πλησιάζει την εφηβεία. Μεγαλώνει στο Βέλγιο, μια χώρα πολιτιστικά διαιρεμένη ανάμεσα στην ολλανδόφωνη Φλάνδρα και τη γαλλόφωνη Βαλονία, και πλέον, με μια ολοένα αυξανόμενη Μουσουλμανική κοινότητα με τα δικά της ήθη κι έθιμα. Ο πατέρας του είναι Μουσουλμάνος κι έχει εγκαταλείψει την οικογενειακή εστία, η μητέρα του είναι Βελγίδα, εθισμένη στο αλκοόλ. Κι οι δύο γονείς είναι με τον τρόπο τους απόντες. Του λείπει το αντρικό πρότυπο και περιφρονεί, εξαιτίας αυτής της απουσίας, το γυναικείο πρότυπο που εκφράζεται στην οικογένειά του.

Οι αδελφοί Νταρντέν έχουν ήδη σκιαγραφήσει σεναριακά τη φουρτούνα μέσα στην ψυχή του Αχμέντ. Είναι ένας ντροπαλός έφηβος που η φανατική του πίστη στο Ισλάμ του προσφέρει μια αυτοπεποίθηση, την ανακούφιση ότι ανήκει κάπου, κι αποφασίζει να φτάσει μέχρι την πόρτα του Τζιχαντισμού. Περπατάει με τα μάτια του να κοιτάζουν προς τα κάτω, τα βήματά του λες και πέφτουν στο έδαφος, κι όμως, όταν αποφασίσει να τιμωρήσει κάποιον αποστάτη από τις αρχές του Ισλάμ, τότε η προετοιμασία του είναι μεθοδική, γεμάτη ηρεμία. Το βλέμμα του μοιάζει ανέκφραστο αλλά η θλίψη που θέλει να κρύψει, είναι ευδιάκριτη. Θέλει τη σκέψη του να διέπεται από τη στέρεη βεβαιότητα ενός ενήλικα αλλά στην πραγματικότητα, είναι παιδί ακόμα. Ο φανατισμός του κρύβει την απελπισία του. Οι σκληρές του προσβολές προς τη μητέρα του και την αδελφή του πείθουν για ένα μίσος αλλά κρύβουν ένα σπαραγμό να τον κατανοήσουν. Μπορεί ακόμα να νιώθει ντροπή για τον πόνο που προξενεί, όμως, μετά, επιστρέφει άκαμπτα στη διαδικασία οικοδόμησης της ταυτότητάς του. Ο πνευματικός δάσκαλός του υποκαθιστά τον απόντα πατέρα και του μπολιάζει την πεποίθηση της προδοσίας για όσους έχουν σχέση με κάποιον αλλόθρησκο ή για όσους διδάσκουν τα Αραβικά και το λόγο του Μωάμεθ μ’ έναν εκσυγχρονισμένο τρόπο στο Βέλγιο. Βιώνει μια συγκεχυμένη κατάσταση όπου ο φανατισμένος μέντορας- πατέρας μιλάει ήρεμα ενώ η ανθρωπίστρια δασκάλα, διδακτικά. Πασχίζει να ισορροπήσει ανάμεσα στην αλήθεια που φοβάται ότι δεν μπορεί ν’ αντέξει και την κατασκευασμένη πραγματικότητα όπου έχει αποφασίσει να χωρέσει την ύπαρξή του.

Ο Αχμέντ τιμωρείται με ποινή εγκλεισμού σε ίδρυμα ανηλίκων για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Όλα δείχνουν ανθρώπινα εκεί μέσα: οι φύλακες του επιδεικνύουν υπομονή, η επιτήρησή του είναι προσεκτική αλλά όχι αυστηρή, τα αιτήματά του εισακούονται, του επιτρέπεται η πλήρης άσκηση των θρησκευτικών του καθηκόντων. Η επιχειρούμενη αναμόρφωσή του συμπεριλαμβάνει την έκθεσή του στη φύση, με την ελευθερία της επιλογής αν θα ήθελε να φροντίζει ζώα, συναντήσεις με ψυχολόγο και επικοινωνία με το δικηγόρο του. Είναι ένα σύστημα βασισμένο σε υψηλές ανθρωπιστικές αξίες- τόσο σίγουρο για τον εαυτό του που θαρρείς και εφαρμόζεται μηχανικά, απρόσωπα. Ένα σύστημα που υποβάλλει την ανωτερότητα ενός πρέποντος ανθρώπινου μοντέλου, και για να το πετύχει, πρέπει πρώτα ν’ αποκόψει εντελώς το νεαρό από την κοινωνία, να τον αντιμετωπίσει σαν μια ατομική ψυχοπαθολογική προσωπικότητα, εγκλείοντάς τον ως ανίκανο, με αποκλειστικά δική του υπαιτιότητα, να εξακολουθεί να συνυπάρχει με άλλους ανθρώπους, και, μαζί, απαιτεί άρρητα μια ολική αλλαγή του- μια ολική απόρριψη του εαυτού. Ποιος είναι πιο αληθινός εκεί; Ο Αχμέντ που ξέρει ποιος θέλει να είναι ή οι εκπαιδευτές κι η ψυχολόγος που δεν δίνουν σημασία στην αυτοαντίληψή του, πιστεύοντας στην αξία μιας συμπεριφορικής αλλαγής με την πεποίθηση ότι αυτή θ’ αντανακλά κατ’ ανάγκη μια ανάλογη εσωτερική αλλαγή και που πιστεύουν ότι η υπομονή τους αντανακλά ένα αληθινό άνοιγμά τους προς το παραβατικό; Δεν κατανοούν ότι τροφοδοτούν τον ανολοκλήρωτο ακόμα φανατισμό του. Ο Αχμέντ τους δείχνει ότι αλλάζει- και δεν τους δείχνει ότι μέσα του, παραμένει ο ίδιος. Αυτό που, τελικά, καταφέρνουν, είναι να τον διδάξουν να κρύβεται. Μόνο ένα έφηβο κορίτσι φέρνει στη συνείδηση του Αχμέντ την εσωτερική του φουρτούνα, κι ο νεαρός ελκύεται και, ταυτόχρονα, νιώθει ότι πολιορκείται η εύθραυστη ακόμα συγκρότησή του. Και, τέλος, πόση εγγενής αντίφαση και κρυμμένο ψέμα υπάρχει σ’ένα αναμορφωτικό σύστημα μιας δυτικοευρωπαϊκής χώρας που, μόλις πέρυσι απολογήθηκε για το αποικιοκρατικό της παρελθόν, εξακολουθώντας, όμως, να συμμετέχει στους σημερινούς αποικιοκρατικούς πολέμους ώστε να πετυχαίνει να προσφέρει στους πολίτες της, που ζουν σε άγνοια, ένα τόσο προηγμένο επίπεδο ζωής, οικονομικά και κοινωνικά;


Οι Νταρντέν εδώ θέτουν το σοβαρό θέμα της αποξένωσης ενός νέου ανθρώπου από την κοινωνία, που φτάνει ως την εχθρότητα και την απομόνωσή του απ’ αυτήν την άρρωστη κοινωνία που, αντί να τον αφουγκραστεί, του επιβάλλει μια απρόσωπη θεραπεία. Η κάμερά τους μας φέρνει κοντά στο πρόσωπο του νεαρού πρωταγωνιστή τους (σε μια εσωτερική ερμηνεία του Idir Ben Addi), θαρρείς σαν τη ματιά ενός κοινωνικού λειτουργού που θέλει να παρατηρήσει με προσοχή την έκφρασή του, προτρέποντάς μας να μην τον κρίνουμε όσο σκληρές κι αν είναι οι πράξεις του. Η αφήγησή τους βαστάει αμείωτο το ενδιαφέρον μας για την εξέλιξη της ιστορίας. Μας φέρνουν αντιμέτωπους με τον εαυτό μας αφού τα γεγονότα μας δείχνουν το αδιέξοδο στο ίδρυμα αλλά κάτι μέσα μας αρνείται ν’αναρωτηθεί για τους λόγους, προτιμώντας να υιοθετήσει τη μηχανιστική οπτική των προσηνών δημόσιων λειτουργών. Όμως… ελάχιστα κατανοούμε τις διεργασίες που γίνονται μέσα στην ψυχή του νεαρού, την απόρριψη που βιώνει από την κοινωνία και την εκμετάλλευσή του από τους δασκάλους που κηρύττουν το μίσος σαν τη μόνη δυνατή αντίδραση. Ο λόγος της καθοριστικής πατρικής απουσίας περιορίζεται σε μια μόνο φευγαλέα κι ασαφή φράση, η απότομη μεταστροφή του στα σκληρά κελεύσματα του Τζιχάντ, σαν ένα είδος ύπνωσης, και το οδυνηρό ξύπνημά του (σαν απόρροια των ρωγμών πάνω στην ψευδαισθησιακή συγκρότησή του από το πλησίασμα του κοριτσιού), εξηγούνται αλλά δεν μας μεταδίδονται όσο θα θέλαμε.

Οι χαρακτήρες της ταινίας δεν φωτίζονται παρά μονάχα αυτός του Αχμέντ- ούτε όμως τα κίνητρα του Αχμέντ κατανοούμε βαθιά. Και τα σημαντικά ερωτήματα που μπορούν να τεθούν για τις μεθόδους του ιδρύματος, προκύπτουν περισσότερο από μια δική μας επέκταση όσων παρακολουθούμε γιατί περισσότερο περιγράφονται χωρίς όμως να μας μεταδίδεται και τόσο ο αντίκτυπός τους μέσα στο νεαρό. Έχει να κάνει με το γνωστό μινιμαλισμό τους, τη γνώριμη ρευστότητά τους ανάμεσα σ’ ένα ντοκυμανταιρίστικο ύφος και τη μυθοπλασία, τον απο-ψυχολογισμό της ατμόσφαιρας σ’όλο το έργο τους, μόνο που εδώ όλα αυτά μοιάζουν περισσότερο με μιαν αναπαραγωγή του εαυτού τους. Όμως, ποτέ μια ταινία των Νταρντέν δεν μπορεί να θεωρηθεί αδιάφορη- αντίθετα, όπως πάντα στους Νταρντέν, οι σκέψεις εξακολουθούν ν’ αναδύονται μέσα μας και να ζητάνε τον προσοχή μας, για μέρες μετά.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 59 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top