Τέταρτο

«Ο πατέρας» – Αναμνήσεις βιωμάτων, αναμνήσεις φαντασιώσεων, αναμνήσεις αναμνήσεων από τον Άντονι Χόπκινς



«Ο πατέρας» (The father)
Σκηνοθεσία: Φλόριαν Ζέλλερ
Πρωταγωνιστούν: Άντονι Χόπκινς, Ολίβια Κόλμαν, Ιμότζεν Πουτς
Ηνωμένο Βασίλειο, 2020

Δεν μπορεί να χωρέσει σε λόγια και σε περιγραφές αυτή η ερμηνεία του Άντονι Χόπκινς! Για έναν άνθρωπο που, θαρρείς ότι δεν είναι πια αυτός που θυμάται παρά κάποιος άλλος, στο όνομά του, κατασκευάζοντας αναμνήσεις με υλικό από τη ζωή του που συγχέονται με τις πραγματικές- αναμνήσεις βιωμάτων, αναμνήσεις φαντασιώσεων, αναμνήσεις αναμνήσεων, όλα ένα αξεδιάλυτο πια σύνολο. Για έναν άνθρωπο που ενοχλείται όταν τού συμπεριφέρονται σαν να είναι μικρό παιδί καθώς αντιλαμβάνεται τον οίκτο τους και όχι την έγνοια που θέλει. Που θυμώνει όταν αμφισβητούν την πνευματική του διαύγεια προτού διατυπώσει, με την πάντα σαγηνευτική του ικανότητα, μια πνευματώδη απάντηση, υπόγεια ειρωνική, συνοδεύοντάς την μ’ ένα αυτάρεσκο γελάκι. Όταν, με την αναζωογονημένη περηφάνια ενός γέρικου λιονταριού, φλερτάρει μια νέα γυναίκα προτού μαζευτεί φοβισμένα μπροστά στους γαμπρούς του που τον κατηγορούν ότι απομυζά τούς πάντες. Όταν πια αντιλαμβάνεται τη σταδιακή και ύπουλη απώλεια τού γνωστού του εαυτού και τον επερχόμενο κίνδυνο να μην έχει εαυτό από δω και πέρα- περιφέροντας κάθε μέρα τα φαντάσματά του στους μεγάλους διαδρόμους του σπιτιού του, πάντα φορώντας πυτζάμες. Στ’ αλήθεια, δεν υπάρχουν λόγια για την ερμηνεία του Χόπκινς που μας μεταδίδει κάθε συναισθηματική απόχρωση της ρευστότητας όλων αυτών των καταστάσεων στο ρόλο του 80χρονου Άντονι που πάσχει από γεροντική άνοια.

Ο Άντονι βρίσκεται σε κείνο το στάδιο της εξέλιξης της νόσου όπου διατηρεί μια συγκεχυμένη γνώση τού παρελθόντος του και, παράλληλα, έχει μια συγκεχυμένη αντίληψη του παρόντος, κατηγορώντας την κόρη του, το σύζυγό της, τους φροντιστές του- όλους όσους ζουν κοντά του. Διακατέχεται από την παράλογη βεβαιότητα ότι κλέβουν το ρολόι του, στο οποίο διαρκώς καταφεύγει ώστε να έχει την αίσθηση μιας κανονικότητας στη ζωή του, θαρρείς ένα καταφύγιο του ανομολόγητου πανικού για τη ζωή του που αποσυντίθεται ψυχικά. Δεν μαθαίνουμε ποιος ήταν ο Άντονι πριν νοσήσει ούτε τα στάδια της μεταβολής της προσωπικότητάς του πλέον, ωστόσο διαισθανόμαστε ότι είχε ζήσει περιχαρακωμένα, προτάσσοντας το κύρος του στις σχέσεις. Σύγχυση, φόβοι, εμμονές ότι απειλείται, αμφισβήτηση των προθέσεων των άλλων- ο κόσμος του γεμίζει όλο και περισσότερο με σκιές: άραγε, παράλληλα με τη νοητική έκπτωσή του που επιφέρει μια θολή αντίληψη της πραγματικότητας, να αναδύεται η ενοχή για το έλλειμμα της αγάπης του όλα αυτά τα χρόνια, που, χωρίς την κάλυψη πλέον της αυθεντίας του πατρικού ρόλου, μεταμφιέζεται σε ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα; Η αδυναμία του πια να ελέγχει όσα φτάνουν μέχρι τη συνείδησή του, τον οδηγεί τώρα, ολοένα πιο αφοπλισμένο, σε μια κατάσταση όπου είναι έρμαιο τού ασυνείδητου του; Η έκπληξη από τη διάψευση του παρελθόντος από την κόρη του, που, καθώς αυτό επινοείται μέσα στην παραίσθησή του, οδυνηρά γεγονότα που έχουν λησμονηθεί, επιβεβαιώνονται και απραγματοποίητα νεανικά όνειρα, ζωντανεύουν; Άραγε, εκτός από τους δεδομένους βιολογικούς παράγοντες που επιβαρύνουν τον Άντονι, να τον εκδικείται, συνάμα, ο εαυτός του επειδή είχε ζήσει μια ζωή απoκλείοντας τους άλλους;


Όλη η ταινία είναι χτισμένη πάνω σ’ αυτήν την εσωτερική σύγχυση του κεντρικού ήρωα, στις ανακατασκευασμένες εν αγνοία του αναμνήσεις, στην ασυνείδητη παραποίηση της πραγματικότητας, στα φαντάσματά του και τους καινούριους φόβους κάθε μέρας, στο φως που όλο και λιγοστεύει καθώς ορισμένες φορές, λες και προσπαθεί να ξεδιαλύνει ένα αόρατο νέφος μπροστά στα μάτια του. Λίγες είναι οι σκηνές των συζητήσεων ανάμεσα στα υπόλοιπα πρόσωπα της ταινίας, λίγες είναι οι στιγμές που δεν τα παρατηρούμε μέσα από την παραμορφωμένη όραση του Άντονι. Σε συντονισμό με την ψυχοσύνθεση του ήρωά του, ο Ζέλλερ σπάει αριστοτεχνικά τη χρονική σειρά των γεγονότων, μέσα από το ρευστό μοντάζ που θαρρείς ότι γλιστράει ανάμεσα στις σκιές της θρυμματισμένης μνήμης του, μεταδίδοντάς μας το χάσιμό του σε μια δίνη. Πως αλλιώς θα μπορούσε να ξεσπάσει ο τρόμος του και να παραδεχθεί την ανημπόρια του παρά μόνο με μια απελπισμένη, σπαρακτική έκκληση της μητρικής παρουσίας, τότε πια που ο πατέρας ξαναγίνεται γιος και ο ψυχικά ανεξάρτητος ενήλικος ξαναγίνεται ο φυσικά εξαρτημένος ανήλικος; Επιπλέον, η ταινία μας μεταδίδει τη σχέση ανάμεσα στον πατέρα και την κόρη του, κατανοώντας και το δικό της ψυχισμό (σε μια εξαιρετική ερμηνεία της Ολίβια Κόλμαν), τη θλίψη της για την εξέλιξη της ασθένειάς του έως την απελπισία της, τις ενοχές της για την επιθυμία να έχει μια δική της ζωή και την ανάγκη της να γίνει το “κορίτσι του μπαμπά της”, έστω και σ’ αυτήν την ηλικία της, έστω και μ’ αυτήν την κατάστασή του.


Από την άλλη πλευρά, οι υπόλοιποι χαρακτήρες σκιαγραφούνται μονοσήμαντα, είτε δικαιολογημένα κουρασμένοι είτε αβασάνιστα άκαρδοι. Άραγε, όταν ο γέρος κατηγορεί το γαμπρό του, πρόκειται μονάχα για αποκύημα της φαντασίας του, φοβάται την αντικατάστασή του στη ζωή των δικών του ανθρώπων, απομυζώντας σκόπιμα τη ζωή τους ή μπορεί ακόμα, μέσα απ’ όλα αυτά, να διακρίνει καθαρά την προσποίηση; Επιπλέον, δεν αντιλαμβανόμαστε τους κινδύνους που προλαμβάνονται με τη λήψη των φαρμάκων ώστε η καθημερινή δόση τους να μην πρέπει να ξεχνιέται, πέρα από τα αυτονόητα προβλήματα της συνύπαρξης στο ίδιο σπίτι μ’ έναν άνθρωπο που πάσχει από άνοια, έστω κι αν μπορεί ακόμα να επιβιώνει χωρίς βοήθεια: για παράδειγμα, δεν θα μπορούσε να ξεχαστεί ένα μάτι της κουζίνας αναμμένο ή δεν θα μπορούσε να το έσκαγε από το σπίτι ένα από εκείνα τα βράδια που δεν κοιμάται; Ούτε τον κίνδυνο που διατρέχουν οι φροντιστές του (όλες γυναίκες στην ταινία) από την επιθετικότητά του η οποία μνημονεύεται αναδρομικά στην ταινία, σαν ένα γεγονός που έχει ήδη συμβεί αλλά, όχι μόνο δεν είδαμε, ούτε καν είχαμε υποψιαστεί.

Και, τέλος, ένα ερώτημα προκύπτει από το δράμα που παρακολουθούμε: αυτοί οι ήρωες ζουν σ’ ένα μεγάλο, ψηλοτάβανο, φωτεινό σπίτι, με ευρύχωρα, απομονωμένα μεταξύ τους δωμάτια, όταν έχουν την οικονομική  δυνατότητα να προσλαμβάνουν φροντιστές με τις καλύτερες συστάσεις για τη συγκεκριμένη εργασία- πόσοι, όμως, είναι αυτοί που μπορούν να πληρώσουν για μια αξιοπρεπή φροντίδα ή για φροντίδα έστω και χωρίς τη σχετική επαγγελματική εμπειρία, δίχως να χρειαστεί να στερηθούν κάποιο βασικό αγαθό, και πόσοι, άραγε, είναι αυτοί που, ακόμα κι όταν στερούνται ένα ή περισσότερα βασικά αγαθά της ζωής, δεν μπορούν να εξοικονομήσουν τα χρήματα που έστω και στοιχειωδώς απαιτούνται ώστε να αναγκάζονται να φροντίζουν οι ίδιοι τους ασθενείς γονείς τους; Και, πόσοι δεν είναι αυτοί που ζουν ο ένας πάνω στον άλλον μέσα στα μικρά τους σπίτια, με τις αναπόφευκτες συγκρούσεις ανάμεσά τους να οξύνονται καθημερινά; Γι’ αυτό, “Ο πατέρας” είναι μια συγκινητική ταινία, με περιορισμένη, όμως, την κοινωνική της ματιά πάνω σ’ αυτήν τη σοβαρή νόσο και τις επιπτώσεις της στο περιβάλλον του ασθενή.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 93 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES


Back to Top