Τέταρτο

«Ο πατέρας» του Γκολούμποβιτς – Το μακρύ οδοιπορικό προς την ανάκτηση της κοινωνικής μας υπόστασης


«Ο πατέρας» (Otac)
Σκηνοθεσία: Σρνταν Γκολούμποβιτς
Πρωταγωνιστούν: Γκόραν Μπογκντάν, Μπόρις Ισάκοβιτς.
Σερβία, 2020

“Ζούμε μια πολύ δύσκολη ζωή. Έχασα τη δουλειά μου πριν δύο χρόνια. Δεν μου έχουν πληρώσει τα δεδουλευμένα ούτε την αποζημίωση που μου υποσχέθηκαν”… “Δουλεύω όλη μέρα για να θρέψω την οικογένεια μου”. Αυτές είναι οι απαντήσεις του Νικολά, με φωνή θαρρείς σκαμμένη από τη  βιοπάλη όταν η τοπική υπηρεσία Πρόνοιας, εξετάζοντάς τον για τη γονεϊκή του καταλληλότητα, τον ρωτά γιατί δεν έχουν  ύδρευση και ψυγείο, πως είναι δυνατόν τα παιδιά του να μην έχουν υπολογιστή στον 21ο αιώνα, γιατί δεν παρατήρησε τις ψυχικές μεταπτώσεις της συζύγου του, πως μεγαλώνουν τα παιδιά με μητέρα που έχει κατάθλιψη και πατέρα που λείπει όλη μέρα από το σπίτι.

Ο νόμος υποχρεώνει τους γονείς να παρέχουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης στα παιδιά αλλά, σαν άδειο κέλυφος πια σε καιρούς οικονομικής κρίσης, εργαλειοποιείται ως γράμμα τού νόμου ώστε η γονεϊκή μέριμνα να ανατίθεται σε ανάδοχες οικογένειες- όχι πλέον με μόνο κριτήριο το καλό των παιδιών (τα παιδιά του Νικολά δεν θέλουν να αποχωριστούν τούς γονείς τους) . Οι κρατικοί λειτουργοί σκόπιμα αποσυνδέουν τις πράξεις της μητέρας από τα κοινωνικά της αίτια και την ανάγουν στην ψυχοπαθολογία χρησιμοποιώντας τον όρο της κατάθλιψης, προσπερνώντας τις απαντήσεις του Νικολά που περιγράφει μια σκληρή πραγματικότητα για πολλούς στη Σερβία. Το κράτος δηλώνει ότι είναι λυπηρή η ύπαρξη της φτώχειας, επιβάλλοντας ταυτόχρονα ως αξίωμα ότι πρόκειται για μια δεδομένη κατάσταση κι ότι όσοι δεν τα βγάζουν πέρα, οφείλουν να υπομένουν ελπίζοντας ότι μια μέρα θα ευοδωθούν οι προσπάθειες τους: άλλωστε, δεν υπάρχουν τόσοι άλλοι άνθρωποι που δεν είναι φτωχοί; Έτσι κι ο Νικολά, αντιμετωπίζει στωικά τη φτώχεια, σαν να μην μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να ζήσει στην αρένα αυτής της ζωής όπου ρίχτηκε, καθημερινά ξαναρχίζοντας τον αγώνα για ένα πενιχρό εισόδημα.

Αργότερα, ένας αναπληρωτής υπουργός που πολιτικάντικα δέχεται να τον συναντήσει, αναπαριστάνοντας πειστικά τη γνώριμη έκφραση της ενσυναίσθησης, κρίνει ως γραφειοκρατική την τοπική υπηρεσία πρόνοιας, λέγοντας: “σαν να λένε ότι οι φτωχοί δεν έχουν δικαίωμα να κάνουν παιδιά” και συμπληρώνοντας: “μην τους παρεξηγείτε, έχουν δει πολλά τα μάτια τους”. Στην ουσία, βέβαια, το κράτος δεν στηρίζει τις φτωχές οικογένειες, αντίθετα αφαιρεί τη γονεϊκή μέριμνά τους εξαιτίας της φτώχειας τους κι όταν αναγκαστεί να έρθει αντιμέτωπο με έναν γονιό που κραυγάζει αυτήν τη νόμιμη απανθρωπιά, χαρακτηρίζει αυτές τις αποφάσεις ως λαθεμένες ερμηνείες του νόμου αλλά, συνάμα, ως μεμονωμένες εξαιρέσεις- ωστόσο, δεν τις ακυρώνει παρά μόνο προβαίνει σε σχετική σύσταση: αυτό που επιχειρείται, είναι να εμπεδωθεί ότι ο πολίτης δεν έχει τη δύναμη να αμφισβητεί τις αποφάσεις της κρατικής εξουσίας.

Στο οδοιπορικό των 300 χιλιομέτρων από το χωριό του έως το Βελιγράδι, μην έχοντας χρήματα για το εισιτήριο, ο Νικολά, θέλοντας να επιδώσει ο ίδιος την έφεσή του στο υπουργείο, αποκτά συνείδηση της πολιτικής και κοινωνικής υπόστασής του, χιλιόμετρο με το χιλιόμετρο, νύχτα με τη νύχτα, κίνδυνο με τον κίνδυνο. Στρώνει κάτω μια κουβέρτα και κοιμάται σε κλειστά πια βενζινάδικα, σε δάση, σε εγκαταλειμμένα, φθαρμένα δημόσια κτίρια. Τρέφεται με νερό και ψωμί, προσφέροντας ξεροκόμματα από το υστέρημά του στα μοναχικά αδέσποτα σκυλιά. Μια αγέλη άγριων σκυλιών δεν του επιτίθεται, αντίθετα παραμερίζει σχεδόν υπνωτισμένα για να περάσει ανάμεσά τους. Ο Νικολά αδυνατίζει, ωχραίνει κι εκπέμπει την αύρα ενός λαϊκού αγίου που η αρετή του είναι να αγωνίζεται ως την τελευταία ικμάδα των δυνάμεων του ενάντια στο θεσμοποιημένο άδικο. Η ιστορία του αποκτά δημοσιότητα και το κράτος αναγκάζεται να τον ακούσει, εκπέμποντας το μήνυμα ότι ο πολίτης που προβαίνει σε υπεράνθρωπες πράξεις όπως ο Νικολά, αποδεικνύει το δίκιο του άρα οι υπόλοιποι δεν πείθουν ότι το αίτημά τους αξίζει την κρατική ακρόαση- ο Νικολά μόνο λέει: “Τα παιδιά μου πρέπει να ξέρουν ότι αγωνίστηκα γι’ αυτά”, θέλοντας να μάθουν ότι ο αγώνας για το δίκιο ενάντια στις αντιξοότητες μιας κοινωνίας χωρίς αγάπη και ισοτιμία, είναι -πρώτα απ’ όλα; μόνο;- μια προσωπική υπόθεση.


Ένας κατά μόνας αγώνας ενάντια στον αποπροσωποιημένο κρατικό μηχανισμό για να μην χάσει όχι μόνο τα παιδιά του, επιπλέον την αξιοπρέπειά του- φυσιολογικά, η ταινία δεν μεταδίδει αισιοδοξία για την έκβασή του παρά τις μικρές νίκες- σε μια κοινωνία με διαρρηγμένο τον ιστό της. Ο Νικολά κρεμάει το κλειδί τού σπιτιού του στον λαιμό πριν ξεκινήσει για το Βελιγράδι, έχοντας ασφαλίσει τα λιγοστά υπάρχοντά του σε μια περιοχή όπου κατοικούν πένητες και καταφρονεμένοι – πολλοί, οι πιο πολλοί από τους ανθρώπους που υποφέρουν από την ανέχεια, ωθούνται προς την αποκτήνωση και, ταυτόχρονα, μια τέτοια συμπεριφορά δεν παύει να είναι προσωπική επιλογή τους όταν στρέφονται εναντίον όσων βρίσκονται στην ίδια μοίρα μ’ αυτούς… Στο οδοιπορικό του μέσα από τη Σερβική επαρχία (καθώς απαγορεύεται να περπατά στην εθνική οδό), με χωριά όπου λες κι ο χρόνος έχει σταματήσει στις εποχές που το μνημείο του σοσιαλιστή εργάτη στις πλατείες υμνούσε την αξία του για την κοινωνία, ο Νικολά διασταυρώνεται με μεροκαματιάρηδες που η έμπρακτη συμπαράστασή τους αποκτά ζωτική σημασία, ωστόσο η ταινία επικεντρώνεται, περιορίζεται, στην προσωπική στάση τού ήρωα της, μεταδίδοντας τη βαθιά μοναξιά του, χωρίς όμως νύξη για την ύπαρξη δικτύων αλληλεγγύης ή συλλογικών δράσεων (ιδιαίτερα στην πρωτεύουσα) ώστε να βρίσκει ένα πιάτο φαΐ κι ένα κρεβάτι, και να μην μείνει ανυπεράσπιστος μπροστά στην κρατική αυθαιρεσία- άραγε, έχουν χαθεί σχεδόν όλα από κοινωνικής άποψης;

Γινόμαστε κοινωνοί της εσωτερικής του διαδρομής, του υπαρξιακού αγώνα του Νικολά. Αν και ως έναν βαθμό αποδυναμώνεται η ατμόσφαιρα όταν ο ήρωας φτάσει στον προορισμό του, αν και το εξαιρετικό φινάλε μοιάζει ξεκομμένο από την εξέλιξη της ιστορίας, η ταινία δεν παύει να μας αφήνει ισχυρό αποτύπωμα. Είναι μεγάλη η συμβολή του Γκόραν Μπογκντάν στον ρόλο του Νικολά: λιγομίλητος, η χαμηλή φωνή του στην αρχή που σβήνει στο τέλος κάθε απάντησής του, σταδιακά βαθαίνει μεταδίδοντας τη βοή ενός επικείμενου ουρλιαχτού. Το βλέμμα του που εξέφραζε βουβή απόγνωση, πλέον εκφράζει ότι έχει έρθει η ώρα να μην υπόκειται καρτερικά παρά να διεκδικήσει. Γινόμαστε συνοδοιπόροι του, αισθανόμαστε την μπουκιά να μην πηγαίνει κάτω στο λαιμό του, τη συμπόνοιά του για τα πεινασμένα ζωντανά, μας μεταδίδει όχι μόνο την αγάπη για τα παιδιά του, επιπλέον την αφύπνιση ενός ηττημένου εαυτού. Μια μεγάλη ερμηνεία σε μια ανθρωποκεντρική, ατμοσφαιρική ταινία.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 136 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top