Τέταρτο
73 Προβολές

«Ο προδότης», του Μάρκο Μπελόκιο – Οι παλιές και οι νέες «αξίες» της μαφίας στους φόνους και το εμπόριο ναρκωτικών




«Ο προδότης» (Il traditore)
Σκηνοθεσία: Μάρκο Μπελόκιο
Πρωταγωνιστούν: Πιερφρανσέσκο Φαβίνο, Λουίτζι Λο Κάσιο, Φάουστο Ρούσο Αλέσι
Ιταλία, 2019

Ο Τομάζο Μπουσέτα (μ’ αυτό το όνομα εργάζεται ως στέλεχος της Σικελικής μαφίας ώστε να διαφέρει από το ονοματεπώνυμο στο διαβατήριό του) αποφασίζει να ομολογήσει στον ανακριτή εισαγγελέα Φαλκόνε, αναρωτώμενος ποιος από τους δυο τους θα πεθάνει πρώτος. Εκείνος του απαντάει ότι υπάρχουν τόσο πολλοί τρόποι για να πεθάνει κάποιος αλλά, όπως και να’ ναι, ο θάνατος είναι πάντα βέβαιος. Γιατί, ο Μπουσέτα θα είναι πλέον ο «προδότης» για τη μαφία, σπάζοντας την ομερτά (μια Σικελική παροιμία λέει: «όποιος δεν ακούει, δεν βλέπει και δεν μιλάει, ζει εκατό χρόνια»), και ο Φαλκόνε, αν και ένας ήρωας για το κράτος, θα είναι ένας θανάσιμος εχθρός πλέον για το παρακράτος της Ιταλίας. Κράτος και παρακράτος σε μιαν αξεδιάλυτη διαπλοκή, οικονομικά και πολιτικά. Όσοι εμπλέκονται, με οποιαδήποτε ιδιότητα, νόμιμοι και παράνομοι, είναι ήδη ξεγραμμένοι, ελπίζοντας μόνο ότι θα προλάβουν να πεθάνουν ήσυχα στο κρεβάτι τους. Προς το τέλος της ταινίας, τα σκάγια του Μπουσέτα παίρνουν και τον Τζούλιο Αντρεότι, που λίγο πριν τον έχουμε δει με το εσώρουχό του στο ραφτάδικο των μαφιόζων, σε μιαν έξοχη σκηνή στα όρια του σουρεαλισμού! Τότε, όμως, στον ιστορικό χρόνο που αφηγείται η ταινία, το 2000, ήταν ακόμα νωρίς για την Ιταλική κοινωνία να δει κατάματα αυτήν την κρυμμένη πλευρά της και ο 7 φορές πρωθυπουργός της, δεν καταδικάστηκε για τις σχέσεις του με το οργανωμένο έγκλημα (κάτι που, τελικά, συνέβη 2 χρόνια αργότερα).

Ο 83χρονος αλλά πάντα σφριγηλός Μπελόκιο χρησιμοποιεί ως πρώτη ύλη την 6χρονη δίκη Μάξι (1986 – 1992), την πιο σημαντική δίκη κατά της Σικελικής μαφίας και μια από τις μεγαλύτερες δίκες στα παγκόσμια χρονικά. Πολλά υψηλόβαθμα στελέχη της καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη, με βάση τις μαρτυρίες των πρώην στελεχών της, του Μπουσέτα και του Σαλβατόρε Κοντόρνο. Κανένας στην Ιταλία δεν θα μπορούσε πια να πει ότι δεν ήξερε. Ο Μπελόκιο δίνει ένα φαρσικό τόνο στις σκηνές του δικαστηρίου: οι συνήγοροι υπεράσπισης των μαφιόζων στηρίζονται σε νομικίστικα τερτίπια, που, καταφανώς, δεν έχουν την παραμικρή σχέση με όσα έχουν διαπράξει, ένας πρόεδρος του δικαστηρίου πασχίζει να επιβάλει την τάξη παραπονούμενος στους κατηγορούμενους για τη συμπεριφορά τους, οι τελευταίοι είναι κλεισμένοι σε ευρύχωρα κλουβιά μέσα στο δικαστήριο, θυμίζοντας άγρια ζώα σε ζωολογικό κήπο με τις φωνές τους, ταυτόχρονα απαιτώντας, από την κατά πρόσωπο αντιπαράθεσή τους με τους πληροφοριοδότες των αρχών έως τα πιο παράλογα πράγματα με τον πιο τεκμηριωμένο λόγο, όπως να μπορούν να καπνίζουν πούρα (και όχι τσιγάρα) μέσα στην αίθουσα για λόγους υγείας! Σαν ένα άλλο δικαστήριο μέσα στο κρατικό δικαστήριο. Καυστικός ο Μπελόκιο για το δικαστικό σύστημα της χώρας του. Την ίδια ώρα, που πολυάριθμοι πολίτες διαδήλωναν κατά της δίκης, γιατί έτρωγαν ψωμί από τη μαφία. Μια χώρα σε βαθιά κρίση που, αντανακλάται, θαρρείς, μέσα στον Μπουσέτα, βιώνοντας τη δική του υπαρξιακή κρίση. Έχοντας αποσυρθεί στη Βραζιλία με τη νέα σύζυγο και το μικρό παιδί τους, για μια καινούρια αρχή αλλά αφήνοντας πίσω τα άλλα δύο μεγαλύτερα παιδιά του.


Όταν εκδίδεται στην Ιταλία, παρά το άγριο ξύλο που έχει φάει από τη Βραζιλιάνικη αστυνομία, εξακολουθεί να μην ομολογεί, τηρώντας το νόμο της σιωπής ως «άντρας της τιμής». Σαν πιστός στρατιώτης στις «αξίες» της παλιάς μαφίας, τότε που το εμπόριο της περιοριζόταν στα τσιγάρα, τότε που δεν δολοφονούνταν αντίπαλοι αν τύχαινε να ήταν μαζί με το παιδί τους. Όταν, όμως, οι δραστηριότητες επεκτάθηκαν στην ηρωίνη, τα κέρδη υπέρ-πολλαπλασιάστηκαν, το ίδιο και οι φατρίες και οι δολοφονίες, και οι παλιοί κώδικες συμπεριφοράς αγνοήθηκαν. Ο Μπουσέτα κρίνει με οργή τους άλλους ως τους αληθινούς προδότες των παλιών αξιών, ωστόσο τα κίνητρα της μεταστροφής του μας είναι κάπως θολά αφού από την αρχή αρνιόταν πεισματικά τη συνεργασία με τους δικαστές. Είναι σαφής, βέβαια, η συμβολή της σχέσης του με τη νέα σύζυγο, και, κυρίως, αυτής με τον ανακριτή του, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του έναν πνευματικό δάσκαλο (ο θαυμασμός του Μπουσέτα και η αμοιβαία οικειότητα που κατακτάται, μας μεταδίδονται με αμεσότητα), όμως, έχουμε την αίσθηση ότι η απαρχή της ριζικής αλλαγής αυτού του βασανισμένου εσωτερικά ανθρώπου προς την κάθαρση, αποφασίζοντας να ομολογήσει, συμβαίνει περισσότερο σ’ένα σεναριακό επίπεδο. Ο Μπελόκιο τον συμπαθεί, δίνοντας βάρος στην ηθική σύγκρισή του με τους συνεργάτες του στη μαφία, αλλά έτσι ατονεί το γεγονός ότι δεν παύει να είναι κι αυτός ένας δολοφόνος και έμπορος ναρκωτικών. Στο φινάλε, πια, τα πράγματα θα μπουν στη θέση τους, σε μιαν υπέροχη σκηνή, με τον Μπουσέτα να ονειρεύεται ένα φόνο που’χε διαπράξει μετά από μια μακρόχρονη αναμονή, σεβόμενος εκείνους τους παλιούς κώδικες τιμής.


Στην ταινία «Ο προδότης», ο Μπελόκιο δημιουργεί μερικές υπέροχες κινηματογραφικές σκηνές, το πολιτικό του σχόλιο είναι καυστικό, προσθέτοντας ένα ιδιαίτερο σαρδόνιο χιούμορ. Η μουσική επένδυση με τραγούδια της όπερας είναι ευρηματική. Πίσω από τις φωνασκίες των χαρακτήρων και την ακατάπαυστη ανταλλαγή λέξεων μεταξύ τους, αφουγκραζόμαστε το ανθρώπινο δράμα, τη θλίψη από την διάψευση της εμπιστοσύνης, από τον ατέλειωτο κύκλο του αίματος και την απαξίωση της ανθρώπινης ζωής. Ο Μπελόκιο παραμένει ένας σημαντικός δημιουργός. Είναι κρίμα, όμως, που όλα αυτά, δεν συνδέονται και τόσο με το γκροτέσκο στοιχείο των σκηνών στις δικαστικές αίθουσες και με το μπαρόκ ύφος στην κινηματογράφηση του εορτασμού και των φόνων κατά το πρώτο μέρος. Θα λέγαμε ότι υπερ-σκηνοθετεί σε αρκετά σημεία. Ωραία ταινία, την χαίρεσαι σε πολλά σημεία της αλλά και με μια αίσθηση κούρασής μας προς το τέλος, τόσο σαν απόρροια της μεγάλης διάρκειας των σκηνών στα δικαστήρια όσο και γιατί το ενδιαφέρον του σκηνοθέτη όλο και εστιάζεται στην αφήγηση μιας βιογραφίας, του Μπουσέτα, αφήνοντας όμως έτσι, εκκρεμείς άλλες δευτερεύουσες ιστορίες.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 71 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top