Τέταρτο
69 Προβολές

Ο Βαρώνος Μινχάουζεν, κατά τον Κάρελ Ζέμαν: Το παραμύθι στο απόγειό του!




«Οι θρύλοι του Βαρόνου Μινχάουζεν» (Baron Prásil)
Σκηνοθεσία: Κάρελ Ζέμαν
Ηθοποιοί: Milos Kopecký, Rudolf Jelínek, Jana Brejchová
Τσεχοσλοβακία, 1962.

Ένας ιππότης καταγράφει τις θέσεις του εχθρού ταξιδεύοντας πάνω στη βόμβα ενός συμμαχικού κανονιού κι επιστρέφει στο στρατόπεδό του πάνω σε μία άλλη βόμβα, που έχει εκτοξευθεί από τον εχθρό, αλλάζοντας το δρομολόγιο του στον αέρα με χάρη κι άνεση. Ο ίδιος ιππότης, καβάλα στο άλογό του, καλπάζει κάτω από τη θάλασσα, χάρη στη μεμβράνη που συνδέει τα δάκτυλα των ποδιών του αλόγου ώστε αυτά να λειτουργούν σαν κουπιά. Αργότερα, εξιστορώντας τις υποθαλάσσιες περιπέτειές του στο ναύκληρο που τηρεί το ημερολόγιο του πλοίου, ανακαλύπτει ένα ψάρι κρυμμένο στο μανίκι του κι αναθεωρεί την καταμέτρηση των ψαριών που συνάντησε ώστε να είναι πάντα ακριβής μέσα στην τόσο φυσική αφήγηση της πιο εξωφρενικής του περιπέτειας. Και, βέβαια, είναι αυτός ο γενναίος ιππότης μας που έχει στοιχίσει αρμονικά τα σώματα των αναρίθμητων φρουρών του Σουλτάνου που εξουδετέρωσε, για χάρη μιας φυλακισμένης δεσποσύνης, αποδίδοντας έτσι τις πρέπουσες τιμές στους αντιπάλους του.

Η φαντασία του Γερμανού βαρώνου Καρόλου Φρειδερίκου Ιερώνυμου Μινχάουζεν, γεμάτες από τα πιο τερατώδη ψέμματα που διηγούνταν στους φίλους του για τα παράδοξα ταξίδια του και τις μεγάλες ερωτικές του περιπέτειες, συναντιέται με τη φαντασία ενός από τους μεγαλύτερους παραμυθάδες του κινηματογράφου, του Τσέχου Κάρελ Ζέμαν. Και αυτή η συνάντηση μας χαρίζει μια από τις πιο αγαπημένες μας ταινίες, που όσες φορές κι αν την δούμε, δεν τη χορταίνουμε!


Στο κινηματογραφικό σύμπαν του Ζέμαν υπάρχει, πρώτα απ΄όλα, μια χαρούμενη αίσθηση του χειροποίητου. Ζωντανή δράση και animation ταυτόχρονα. Ζωγραφισμένα ντεκόρ που μοιάζουν με διπλοτυπία από παλιές γκραβούρες, φτιαγμένα, θαρρείς, σε τέτοιες διαστάσεις ώστε να μην χάνεται μέσα τους ο άνθρωπος. Είναι ένα βαθιά ανθρωποκεντρικό περιβάλλον. Σαν τα σκηνικά ενός παράδοξου θεάτρου- του πιο οικεία παράδοξου θεάτρου. Οι ρόλοι ερμηνεύονται από ανθρώπους ενώ οι υπόλοιπες μορφής ζωής είναι κούκλες ή ζωγραφιές που ζωντανεύουν από την συνύπαρξή τους με τους ανθρώπους! Αλλά κι οι ίδιοι οι άνθρωποι, θαρρείς και ζωντανεύουν μέσα από μια ακινητοποιημένη απεικόνισή τους σε ζωγραφιές και φωτογραφίες, σαν να ‘ναι κάτι απόλυτα φυσικό. Μεταφορικά μέσα -ζωγραφιστά, φυσικά, κι αυτά- που ο άνθρωπος χρησιμοποιεί, όχι τόσο για να πετύχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό παρά, κυρίως, για να έχει την αφορμή να ταξιδεύει. Και, ταξιδεύοντας, να ζει όλο και πιο έντονες περιπέτειες. Και μέσα από τις περιπέτειες, να γεύεται όλο και πιο πολύ την ίδια τη ζωή! Εικόνες από μηχανές είτε ζωγραφιστές είτε πραγματικές, σε τέτοιο μέγεθος που να χωράνε κι αυτές στο ντεκόρ. Τι ανάγκη έχουμε τα σπέσιαλ εφέ και τα πιο σύγχρονα γκάτζετς μπροστά σε τόση αστείρευτη φαντασία και τόσες ευρηματικά αστείες σκηνές, όπου δεν χάνουμε το χαμόγελό μας ούτε μια στιγμή;

Βλέπεις την ταινία του Ζέμαν και αισθάνεσαι ότι μεταφέρεσαι παράλληλα σε μιαν άλλη εποχή. Νιώθεις ότι ζεις στο σήμερα ταυτόχρονα με το χτες. Μια αίσθηση παραμυθένιας ψυχεδέλειας βουτώντας σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα. Ρομαντισμός και φουτουρισμός πιασμένοι χέρι με χέρι! Οι ήρωες της ταινίας είναι τόσο ανθρώπινοι, οικείοι, παρά τα τρομερά κατορθώματά τους. Πόση μεγάλη αντίθεση με τους υπερήρωες των ταινιών δράσης παραγωγής Η.Π.Α. που, βλέποντάς τους, καταλήγεις να αισθάνεσαι, σαν ένα είδος εγγραφής στο ασυνείδητό μας, μια προσωπική ανεπάρκεια, όσο κι αν γνωρίζεις ότι δεν πρόκειται για αληθινούς ανθρώπους. Άραγε, ποιοι, για ποιους σκοπούς, και σε ποιο βαθμό, θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν αυτό το αίσθημα της προσωπικής μας ανεπάρκειας; Ο βαρώνος Μινχάουζεν του Κάρελ Ζέμαν (η ερμηνεία του Μίλος Κοπέτσυ συνδυάζει τον τύπο της αρχοντιάς με την εσωτερικότητα τόσο φυσικά) είναι ένας ιππότης με εκλεπτυσμένους τρόπους που μπορεί ν’ αυτοσαρκάζεται εξίσου εκλεπτυσμένα την ώρα που αφηγείται τους ηρωισμούς του. Όσο πιο εξωφρενικός ο ηρωισμός του, τόσο πιο απλά τον αφηγείται – και τόσο πιο μακριά από τον κομπασμό. Στον αντίποδα κάποιων σύγχρονων κινηματογραφικών ιπποτών όπως ο Τζέημς Μποντ κι ο Ιντιάνα Τζόουνς, μηχανοποιημένοι ιππότες που επαίρονται για τα κατορθώματά τους, επιβάλλοντας τη σαγήνη τους στα αποχαυνωμένα βλέμματά μας.


Ο έρωτας κι η ευγενής ζήλια του Μινχάουζεν, είναι η κινητήριος δύναμή του εδώ. Είναι η αχίλλειος πτέρνα αυτού του ανίκητου ιππότη – και ανίκητου παραμυθά. Διεκδικεί μια γυναίκα ερωτευμένη με έναν φεγγαράνθρωπο. Είναι διατεθειμένος να πηγαινοέρχεται από τη γη στη σελήνη (σε μια απόδοση τιμής στον πρώτο κινηματογραφικό σκηνοθέτη στην ιστορία, τον Ζωρζ Μελιές) μέχρι να κατακτήσει την καρδιά της, έχοντας, όμως, πρώτα παραδώσει τη δική του. Στο τέλος, θα μείνει για πάντα στο φεγγάρι, κοντά στο ερωτευμένο ζευγάρι, κι ας την έχει χάσει γιατί εκεί μένουν οι ποιητές, οι ερωτευμένοι, οι φαντασιόπληκτοι κι οι ευγενείς τυχοδιώκτες. Κι εμείς, για 83 λεπτά, ξαναγινόμαστε παιδιά – ή, ακριβέστερα, θυμόμαστε την παιδικότητα που έχουμε απωθήσει μέσα μας ώστε να μπορούμε ν’ ανταποκρινόμαστε στον προκαθορισμένο ρόλο του ενήλικου στην καθημερινή μας ζωή. Ό,τι είδαμε στην οθόνη, το έχουμε ζήσει σαν αληθινό! Σαν τη μαγική ατμόσφαιρα στα παραμύθια όπου όλα είναι πραγματικά και, ταυτόχρονα, φανταστικά. Αν η πρωταρχική ουσία του κινηματογράφου είναι η αναβίωση μιας ατμόσφαιρας των παραμυθιών, με τον Ζέμαν αυτό φτάνει στο απόγειό του!


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 71 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top