Τέταρτο

71 Προβολές

«Ο Υπηρέτης» του Τζόζεφ Λόουζι: Η νοσηρότητα, σαν ηδονικό όριο αλλά όχι και σαν δρόμος προς την επίγνωση



«Ο υπηρέτης» (The servant)
Σκηνοθεσία: Τζόζεφ Λόουζι
Ηθοποιοί: Ντερκ Μπόγκαρντ, Τζέιμς Φοξ, Σάρα Μάιλς
Αγγλία, 1963

Ο πλούσιος νέος άντρας έχει επιστρέψει στο σπίτι του μετά από μια δυνατή βροχή και κάθεται μπροστά από το τζάκι. Ζεσταίνοντας το σώμα του, αφήνεται στον υπηρέτη του για να του βγάλει τις βρεγμένες κάλτσες. Είναι περισσότερο από υπηρέτης: είναι ο οικονόμος του σπιτιού, πλένει, μαγειρεύει, έχει διακοσμήσει το σπίτι. Είναι περισσότερο κι από οικονόμος: επιπλέον τον φροντίζει σαν μια μητέρα. Όμως, δεν παύει να χαρακτηρίζεται ως ο «υπηρέτης». Πληρώνεται, όχι μόνο για να εκτελεί με ακρίβεια τις εντολές του κυρίου του. Οι υπηρεσίες ενός τέτοιου περιζήτητου υπαλλήλου, τόσο αναγκαίου για τον πλούσιο άντρα που δεν μπορεί να φροντίσει στοιχειωδώς τον εαυτό του, πρέπει να περιέχουν και το στοιχείο της θέρμης της φροντίδας, έστω και σαν ένα είδος συμβατικής υποχρέωσης, και της πιο άμεσης σωματικότητάς της.

Δεν εργάζεται ο πλούσιος άντρας. Έχει διαρκώς ανάγκη ένα υποκατάστατο μιας μητρικής φροντίδας. Εκείνης της μητέρας που, όπως υπαινίσσεται για μία και μοναδική στιγμή μέσα στην ταινία ο σκηνοθέτης, εκπαίδευσε το γιο της ότι επειδή του ανήκουν τα πάντα, για πάντα, δεν χρειάζεται να δίνει σημασία στα συναισθήματά του. Κι αφού δεν το βρίσκει μέσα από τις προσωπικές του σχέσεις, επιθυμώντας γι’ αυτό το λόγο τη συμβίωση με τη μνηστή του, το εξαγοράζει. Μέσα του, όμως, πιστεύει ότι δεν το εξαγοράζει μονάχα παρά ότι κερδίζει την εκτίμηση του υπηρέτη του, σ’ ένα ομοίωμα οικειότητας  ανθρώπινης σχέσης. Απαλλαγμένος από τον καταναγκασμό της εκτέλεσης των αναγκαίων καθημερινών εργασιών, δεν χρησιμοποιεί αυτήν την ενέργεια που εξοικονομεί  ώστε ν’αναζητήσει ένα υψηλότερο νόημα της ζωής. Αντίθετα, βουλιάζει, καθηλώνεται, εξαρτάται, η ταξική του ισχύς εκφυλίζεται. Αυτή η εξάρτηση δημιουργεί τις συνθήκες εκείνες που θα μπορούσαν να επιφέρουν και μια αντιστροφή των ρόλων. Ο φτωχός άντρας εργάζεται σκληρά αλλά η ταξική τους διαφορά δεν μπορεί ν’ ανατραπεί γιατί το ύψος της αμοιβής του δεν θ’ ανταποκριθεί ποτέ στην ποιότητα και τη χρησιμότητα των υπηρεσιών που παρέχει. Όμως, η φιλοδοξία αυτού του φτωχού άντρα δεν είναι κάποιος αγώνας για το τέλος της οικονομικής εκμετάλλευσης παρά περιορίζεται στην ψυχολογική κυριαρχία του πάνω στον αδύναμο πνευματικά πλούσιο άντρα. Μπροστά σ’ αυτό το στόχο του, δεν χωράει καμία ηθική: και το πιο αποτελεσματικό μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου, είναι το σεξ.


Ο ερωτισμός που αναπτύσσεται ανάμεσα σ’ αυτούς τους δύο, εξίσου διεφθαρμένους ψυχολογικά άντρες, δεν μπορεί να εκφραστεί ανοιχτά γιατί τα ήθη εκείνης της εποχής, 60 χρόνια πριν, δεν επέτρεπαν την έκφραση μιας ομοφυλοφιλικής επιθυμίας. Οι δύο άντρες μπορούν πια να νιώσουν ότι κάνουν έρωτα μεταξύ τους, μόνο μέσα από κάποιον άλλον: κι αυτό το πρόσωπο είναι η ερωμένη του υπηρέτη. Έχουν κατακτήσει την ίδια γυναίκα, σύμφωνα με το πατριαρχικό πρότυπο που έχουν εσωτερικεύσει κι οι δυό τους, κάνουν έρωτα μαζί της, μοιράζονται τον ίδιο πόνο από την εγκατάλειψή τους απ‘ αυτήν. Οι ταξικές διαφορές καταλύονται αλλά ο κόσμος δεν γίνεται καλύτερος! Γιατί, χωρίς μια προσωπική, βιωμένη ηθική υπόσταση μέσα στη βιοθεωρία του ταξικά κατώτερου, πως θα ήταν δυνατή η ανάδυση εκείνη της ποιότητας της ταξικής συνείδησης που θα είχε σαν όνειρο τη δημιουργία μιας νέας, δίκαιης κοινωνίας; Ο υπηρέτης βρίζει μια νέα γυναίκα, λέγοντάς την «βρώμα», που τον περιμένει να τελειώσει τη συνομιλία του μέσα στον τηλεφωνικό θάλαμο, προστατευμένος από τον αέρα του καταχείμωνου, αναπαράγοντας τον πατριαρχικό τρόπο ομιλίας προς έναν άνθρωπο που ανήκει στη δική του τάξη.

Τους χωρίζει ταξικά το χρήμα αλλά τους συνδέει ψυχολογικά η πεποίθησή τους ότι το φύλο τους έχει δικαιωματικά μια φυσικής τάξης εξουσία πάνω στο γυναικείο σώμα. Ο πλούσιος ελκύεται από την ερωτική διαθεσιμότητα των ανθρώπων της κατώτερής του τάξης όσο έντονα την αποστρέφεται ενώ ο φτωχός ζει με μια ελευθεριότητα, σαν με σκοπό, θαρρείς, να τον προκαλέσει και να τον υποτιμήσει. Ο πλούσιος, κάνει σεξ, με τη βεβαιότητα της ταξικής του υπεροχής αλλά με το πρόσχημα της αναζήτησης του ιδανικού του έρωτα ενώ ο φτωχός κάνει σεξ αδιαφορώντας, σαρκάζοντας την αναζήτηση οποιουδήποτε  ιδανικού του έρωτα. Η έλξη για τον άλλο, συνοδεύεται κι επικυρώνεται από την επιθυμία άσκησης εξουσίας πάνω του, μέσα στον ατέλειωτο αντρικό αγώνα για επιβολή του ενός στον άλλον, όπου κι όποτε αυτό είναι εφικτό.


Εδώ, σ’ αυτήν την ταινία, η ανεκδήλωτη ομοφυλοφιλική επιθυμία, χρησιμοποιείται για να υποδηλωθεί η καταπίεση που υφίστανται όλοι οι άνθρωποι, ανεξάρτητα από την τάξη στην οποία ανήκουν, η απομάκρυνση από την προσωπική αλήθεια που η βίωσή της, θα έσπαζε ένα από τα φράγματα ανάμεσα στους ανθρώπους που ζουν διαχωρισμένοι σε τάξεις, παίζοντας προκαθορισμένους κοινωνικά ρόλους. Εδώ, η νοσηρότητα των ανθρώπων και των σχέσεών τους, χρησιμοποιείται σαν ένα σύμπτωμα μιας κοινής, βαθύτερης υπαρξιακής ασθένειας που η ηδονική βίωσή της, δεν οδηγεί σε μια επίγνωση παρά χρησιμεύει σαν τη μέγιστη υποφερτή αλήθεια, σαν ένα όριο της συνείδησης πέρα από το οποίο, κανένας δεν αντέχει να πάει παρά σταματάει ως εκεί, σε  μια διαρκώς επαναλαμβανόμενη ανακουφιστική εκτόνωση. Η ατμόσφαιρα που δομεί ο Λόουζυ, με το γνώριμο φορμαλισμό του, μεταδίδει όλη αυτήν την εσωτερική ένταση που δεν εκτονώνεται. Μας αποκαλύπτει σταδιακά, πάντα μεθοδικά, το χώρο όπου θα εκτυλιχτεί το δράμα, μας δίνει όλο το χρόνο να παρατηρήσουμε τις εκφράσεις των προσώπων και να διαισθανθούμε τα ανομολόγητα κίνητρά τους. Ο Λόουζυ εκμαιεύει με βεβαιότητα τη συμμετοχή μας.

Αρωγοί του, στο μέγιστο βαθμό, είναι η εξαιρετική κινηματογράφηση του Ντάγκλας Σλοκόμπ που κινηματογραφεί το σπίτι σαν ένα σκηνικό θεάτρου όπου παίζεται καθημερινά αυτή η αναπαράσταση των σχέσεων εξουσίας, από ανθρώπους παγιδευμένους εν αγνοία τους.  Είναι το σκοτεινά υπαινικτικό σενάριο του Χάρολντ Πίντερ. Και, κυρίως, οι ερμηνείες του πρωταγωνιστικού διδύμου των Τζέημς Φοξ και Ντερκ Μπόγκαρντ στους ρόλους του εργοδότη και του υπηρέτη αντίστοιχα. Οι εκφράσεις τους είναι αληθινά αξέχαστες. Ο πλούσιος άντρας, άβουλος, το πρόσωπό του θυμίζει την έκφραση ενός αγάλματος, αμφίφυλα άφυλος, σαν ένα αγέραστο αγόρι που ο χρόνος σταμάτησε πάνω του, και που λαχταρά ασυνείδητα να πέσει χαμηλά, να «βρωμίσει», να κυριαρχήσουν πάνω του οι άλλοι καθώς μπορεί να τους εξαγοράζει με τα χρήματά του. Τα δάκρυά του δεν κυλάνε παρά λες και παγώνουν πάνω στα μάτια του. Ο υπηρέτης, αμοραλιστής αλλά όχι περισσότερο ελεύθερος, προσποιείται αρχικά τον άνθρωπο που έχει εξελίξει την τέχνη του υπηρέτη σε κάποιο είδος θεράποντα του κυρίου του, που οι υπηρεσίες του σκοπό έχουν να δίνουν μεγαλύτερη αξία στον κύριό του, μέχρι να πληρωθούν οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να υλοποιήσει τα σκοτεινά σχέδιά του. Μαζί τους, η Σάρα Μάιλς, αποπνέει ερωτισμό με μόνο το βλέμμα της και τη στάση του σώματός της, χωρίς να καταφεύγει σε οποιαδήποτε ερμηνευτική υπερβολή που θα υπερτόνιζε τη μοιραία επίδραση που ξέρει ότι μπορεί ν’ασκήσει με την ερωτική διαθεσιμότητά της. Για τον Λόουζυ, αρκεί ένα βλέμμα, ένας διάλογος, ένας υπαινιγμός  ή ο τρόπος κινηματογράφησης ενός φιλιού για να αισθανθούμε κι εμείς όλον αυτόν τον ερωτισμό. Ίσως, το μόνο που με αφήνει ανικανοποίητο, είναι η κάπως τραβηγμένη, διογκωμένη εκφραστικά σε μερικές σκηνές ερμηνευτική απεικόνιση της αντιστροφής των ρόλων μεταξύ του κυρίου και του υπηρέτη μέσα στο σπίτι. Όμως, ο «Υπηρέτης» παραμένει μια σπουδαία ταινία που, 60 χρόνια μετά, εξακολουθείς ν’ανακαλύπτεις και να βρίσκεις καινούριες αφορμές για σκέψη, συζήτηση και παραλληλισμούς με την εποχή μας.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 48 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top