Τέταρτο

420 Προβολές

Οδός Κολοκοτρώνη 53



Θυμάται έντονα τον φούρνο του Αναγνωστόπουλου εκεί μεταξύ Κορίνθου και Κανακάρη στην Πάτρα. Το καλοκαίρι που αποφοίτησε την Γ’ Γυμνασίου ξεκίνησε να εργάζεται ως βοηθός φούρναρη. Αρχιφούρναρης ήταν ο κ. Τρίγγος. Την καταχάρηκε την εργασία του αυτή και τότε ήταν που αποφάσισε σαν τελείωνε το Λύκειο να γινόταν επαγγελματίας φούρναρης. Δίπλα , από την κάτω μεριά από τον φούρνο, βρισκόταν μια στενή νεοκλασική μονοκατοικία, που έμεναν η γιαγιά του η Νικολίτσα και ο παππούς του ο Κώστας ο σιδεράς.

Πιο χαμηλά κάτω από την Μαιζώνος θυμάται την πλατεία Όλγας με το μεγάλο κλουβί γεμάτο από διαφόρων ειδών παραδείσια πουλιά. Την θυμάται ως τόπο που έπαιξε γυαλένια και κάρτες, τις “τύχες” όπως τις ονόμαζαν. Έπαιξε και κυνηγητό, “Καουμπόηδες και Ινδιάνους”. Έτρεξε πολύ. Θυμάται τον εαυτό του μοναχά να τρέχει. Ποτέ του δεν πήγαινε σε μια δουλειά περπατώντας. Πάντα τρέχοντας.

Ανδρώθηκε παίζοντας ποδόσφαιρο μπροστά από τα τραπεζάκια του καφενείου “Μπάγκειον”. Πόσες και πόσες φορές τα δυνατά σουτ τίναζαν τους καφέδες, τα “υποβρύχια” και τα ποτήρια στον αέρα σπάζοντας τα. Πόσες και πόσες φορές δεν τους κυνήγησε ο φύλακας της πλατείας να τους πάρει την μπάλα που άλλες φορές ήταν πλαστική, ελάχιστες φορές δερμάτινη και πιο συχνά χειροποίητη με χαρτιά και σελοτείπ.

Κάποιες φορές κατέληγε με τους συμπαίκτες του στο γωνιακό Α’ Αστυνομικό Τμήμα, Κολοκοτρώνη με είσοδο από Ρήγα Φεραίου. Εκεί, έπειτα από την σχετική σύσταση και την κατάσχεση της μπάλας, ξαναγυρνούσε στην πλατεία και συνέχιζε να παίζει ποδόσφαιρο με ένα μπουκαλάκι στρογγυλό από το οποίο είχε μόλις πιει την πορτοκαλάδα του.

Θυμάται τους αναρχικούς του καφενείου και τους φλώρους του Βοσινάκη που συνυπήρχαν οι μεν πλάι στους δε. Θυμάται το Παράρτημα, τις καταλήψεις και το “Ψάθινο Καρότο”, το πανκ συγκρότημα του συμμαθητή του του Νίκου του Βλάντη. Προϋπόθεση για να γινόταν κάποιος μέλος του συγκροτήματος ήταν να μην γνωρίζει καθόλου μουσική.

Συχνά τις Κυριακές Σινεάκ στον κινηματογράφο Άστυ, ενώ μεγαλύτερος είχε παρακολουθήσει σπουδαίες ταινίες όπως ο Άνθρωπος με τον Γαρίφαλο, Παύλος Μελάς, Πυρετός στο Σαββατόβραδο, Γκοστμπάστερς, Ε.Τ και τόσες άλλες.

Δεν ξεχνά την πιάτσα των ταξί και το απέναντι σουβλατζίδικο του Βγενόπουλου που ενίοτε τιμούσε με διπλόπιττα.

Και εκεί διαμετρικά απέναντι η τρομερή, αισθητικά υπέροχη για την εποχή της, καφετέρια “Σκορπιός”. Εκεί για πρώτη φορά δοκίμασε, αρχές εφηβείας, ζεστό νες με γάλα.

Πιο χαμηλά στην Κολοκοτρώνη και πιο μικρός ακόμη θυμάται τα μπιλιάρδα του Αμπλιανίτη. Ήταν χώρος που τον φόβιζε πολύ περισσότερο γιατί απαγορευόταν να τον επισκεφθεί. Εκεί για πρώτη φορά αντίκρισε τα ποδοσφαιράκια, τα μπιλιάρδα και τσικνίστηκε από τον καπνό του ανεξέλεγκτου τσιγάρου. Θυμάται την πρώτη φορά που έπαιξε μπιλιάρδο με τον γιο τού ιδιοκτήτη τον Νεκτάριο.

Ακόμη πιο χαμηλά στον δρόμο και καθ όλη τη διάρκεια της σχολικής του θητείας ήταν μαθητής του φροντιστηρίου Αγγλικών Σαββανή – Σπετσέρη. Εκεί ερωτεύτηκε κορίτσια άλλων σχολείων αλλά ποτέ του δεν τόλμησε να τους το εκμυστηρευτεί.

Δίπλα ακριβώς η εταιρία ενοικιάσεων αυτοκινήτων Herz, ενώ γωνία Κολοκοτρώνη και Αγίου Ανδρέου, το περίφημο “Λουνά Πάρκ” με τα συγκρουόμενα αυτοκινητάκια, τα φλίπερς και τα πρώτα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Εκεί τότε “επένδυσε” χρήμα, το υστέρημά του. Εκεί για πρώτη φορά γνώρισε τα “κουτσαβάκια” της εποχής, τους θαμώνες που έψαχναν αγοράκια. Εκεί για πρώτη φορά συνειδητοποίησε τι σήμαινε “αναλαμβάνω την ευθύνη του εαυτού μου”. Και τότε ήταν που αποφάσισε να γίνει δημοσιογράφος.

Έτσι καθώς έμπαινε “με τα μπούνια” στην εφηβεία άρχισε να επισκέπτεται διακαώς το βιβλιοπωλείο του Πανόπουλου και να ξεφυλλίζει βιβλία, να αγοράζει βιβλία, να διαβάζει βιβλία. Τότε ήταν που διάβασε τα άπαντα του Έρμαν Έσσε.

Πιο ψηλά στην Κολοκοτρώνη, θυμάται τις πεντανόστιμες τυρόπιτες του Μαυρομμάτη και την έντονη μυρωδιά των κατεργασμένων δερμάτων όταν ανηφόριζε και περνούσε από την Κανακάρη. Στα αριστερά η αφετηρία των λεωφορείων 6 και 7.

Πιο ψηλά στην Κολοκοτρώνη θυμάται ένα πολύ ωραίο παιδικό πάρτυ στα χρόνια του Δημοτικού στο σπίτι του συμμαθητή του, του Βασίλη του Θεοδώρου. Δεν ξεχνά επίσης εκεί ψηλά στον δρόμο, εκεί που ξεκινούσε η παλιά Πάτρα το εστιατόριο “Μάγια”, αλλά ούτε και την Κυπριακή ταβέρνα.

Δεν ξεχνά τα ατέλειωτα χιλιόμετρα περπατήματος που ξεκινούσαν από την αρχή της Κολοκοτρώνη, εκεί στο λιμάνι, στο καφενείο των τρένων του Ο.Σ.Ε και συνέχιζαν σε όλο το μήκος της και τον οδηγούσαν στην αρχή της Παλιάς Πάτρας και από εκεί μέσα στα δαιδαλώδη στενά σοκάκια, μέχρι ψηλά στο Δασύλλιο και από εκεί ακόμη παραπέρα… μέχρι το σύμπαν… και ακόμη παραπέρα!

Αυτό όμως που θυμάται περισσότερο από τον δρόμο της οδού Κολοκοτρώνη είναι αυτή η απευθείας σύνδεση που είχε από το λιμάνι -αφετηρία ταξιδιών- μέχρι την παλιά πόλη-βάση της παράδοσης.

Τα χρόνια πέρασαν και δεν ξεχνά την πολυκατοικία που ζούσε, η αγαπημένη του από το Δημοτικό σχολείο συμμαθήτρια, η Αλίνα που ξαφνικά σκοτώθηκε σε τροχαίο μαζί με τον φίλο της τον Νίκο και την αδελφή του. Ναι, τότε εκεί στο θυρωρείο της πολυκατοικίας δίπλα στο βιβλιοπωλείο του Πανόπουλου, κατανόησε το σύντομο του βίου και αποφάσισε να επιλέξει την αρχή της Κολοκοτρώνη και να ταξιδέψει σε άλλους τόπους κρατώντας όμως μέσα του όλα αυτά τα πατήματά του στον δρόμο τούτο.

Τότε ήταν που στο Βιβλιοπωλείο του Πανόπουλου πρωτοείδε τον πατρινό ποιητή τον Χρίστο τον Λάσκαρη. Δεν γνώριζε τίποτα από ποίηση, ούτε και το πραγματικά μεγάλο μέγεθος του ανδρός. Αργότερα και αφού ενηλικιώθηκε και ταξίδεψε πολύ άρχισε να διαβάζει ποιήματα του. Ένα από αυτά τον χάραξε βαθιά:

“Το παιδί”
Ὅταν καμιά φορά γυρίσω πίσω και κοιτάξω
μὲς στο μακρύ δρόμο,
πάντα στο βάθος βλέπω

ἕνα παιδί.
Τροφοδοτεί μὲ τὰ λυπημένα μάτια του

τα ποιήματά μου.

Και έτσι μετά από τόσα χρόνια, πατήματα, περπατήματα και ταξίδια αποφάσισε να γίνει ποιητής και συγγραφέας και με τα κείμενα του να αρχίσει να περιγράφει καινούργιους δρόμους, τόπους και εποχές, γιατί ο αγαπημένος του μέντορας Χρίστος είχε επίσης κάποτε γράψει:

“Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο”
Επιμένω σ’ έναν άλλο κόσμο.
Τον έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο πολύ έχω σεργιανίσει μέσα του

που πια

είναι αδύνατο να μην υπάρχει.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 138 Άρθρα

«Words are all we have», είπε ο Σάμουελ Μπέκετ. Mικρός σαν ήμουν, ήθελα να πραγματοποιηθούν οι τρεις ευχές που μου αναλογούσαν. Πάντα όμως έκανα την ίδια μοναδική ευχή. Τις άλλες δύο δεν χρειάστηκε να τις σπαταλήσω. Γιατί από μικρός βρήκα τους «Αγιους Τόπους» μου. Τους τόπους εκείνους όπου η μνήμη μου, δημιουργούσε τις λέξεις και οι λέξεις αρθρώνονταν σε λόγο. Μερικές φορές είμαι τυχερός και ο Λόγος με γεμίζει με το φως του. Τότε μιά βαθιά γαλήνη και παραδοχή με κατακλύζει. [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top