Τέταρτο

«Οι εκκεντρικοί» του Άντερς Τόμας Γιένσεν: Ένα απολαυστικό κωμικό θρίλερ με κοινωνικές διαστάσεις

© Rolf Konow


«Οι εκκεντρικοί» (Retfærdighedens ryttere / Riders of justice)
Σκηνοθεσία: Άντερς Τόμας Γιένσεν
Πρωταγωνιστούν: Μαντς Μίκελσεν, Νικολάι Λι Κάας, Νίκολας Μπρο, Αντρέα Χέικ Γκάντεμπεργκ.
Δανία, 2020

Μετά την απρόθυμη μείωση του ορίου αξιοπιστίας ταυτοποίησης προσώπων από 97,1% σε 95,8% από τον Εμμεντάλερ, ειδικό μέσω παράνομης χρήσης βιομετρικών δεδομένων, προκύπτουν περισσότεροι υποψήφιοι για την αντιστοίχιση του προσώπου στη φωτογραφία του Όττο και του Λένναρτ – ανάμεσά τους, κι ένας Δανός. Εκεί στόχευαν οι δύο συνεργάτες ζητώντας έκπτωση στην ακρίβεια της έρευνας γιατί τα χαρακτηριστικά του άγνωστου προσώπου, που πιστεύουν ακράδαντα ότι ευθύνεται για την έκρηξη στο τραίνο της Κοπεγχάγης, παραπέμπουν σε συμπατριώτη τους. Αυτοί οι δύο αυτοαποκαλούμενοι «υπερβολικά έξυπνοι τσαρλατάνοι», στατιστικός ο ένας και ​χάκερ ο άλλος, τόσο εξειδικευμένοι στα γνωστικά αντικείμενά τους που δεν σκέφτονται με την κοινή λογική ότι θα μπορούσε να βρισκόταν στη Δανία την επίμαχη περίοδο, ο άνθρωπος που είχε αρχικά ταυτοποιηθεί από τον Εμμεντάλερ αλλά απαλλάχθηκε από τις υποψίες επειδή ζει στη μακρινή Αίγυπτο.

Στη συνεδρία, ο Λένναρτ λέει αυθόρμητα στην έφηβη Ματίλντε: «είσαι ένα παχουλό σαλαμάκι», αιφνιδιάζοντάς την βέβαια και, συνάμα, εμπνέοντάς την να του ανοιχτεί περισσότερο. Αντιλαμβάνεται ότι η νεαρή δεν φοβάται την ομοιότητα με τον στεγνό συναισθηματικά πατέρα της – φοβάται ότι δεν μοιάζει με την εικόνα που εκείνος, ο Μάρκους, θέλει γι’ αυτήν επειδή δεν ακολουθεί την αυστηρή διατροφή που της επιβάλλει. Αναγκασμένος να της αποκρύψει τη συνεργασία του με τον Μάρκους, ο Λένναρτ υποδύεται τον ψυχολόγο μπροστά στην Ματίλντε, σημασία όμως γι’ αυτήν έχει ότι, ύστερα από τόσες άκαρπες παρακλήσεις στον πατέρα της, μπορεί να μιλήσει σ’ έναν επαγγελματία ψυχικής υγείας για τον τραγικό θάνατο τής μητέρας της. Άραγε, έχει μικρότερη αξία η εμπιστοσύνη που αναπτύσσεται ανάμεσα σε δύο ανθρώπους όταν κάποιος βιώνει ένα ρόλο μέσα από τον οποίο είναι ο πιο δικός του εαυτός;

© Kasper Tuxen


Ο Όττο παραχωρεί τη θέση του στο τραίνο σε μια γυναίκα με την έφηβη κόρη της, κι αυτό είναι ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας συμπτώσεων με μοιραία κατάληξη για τη γυναίκα. Η Ματίλντε σημειώνει κάθε γεγονός που θυμάται σε διαφορετικά χαρτάκια, προσπαθώντας να τα συνδέσει νοηματικά, να βρει αιτιολόγηση της τραγωδίας. Πόσες φορές δεν έχουμε σκεφτεί για μια κρίσιμη κατάσταση της ζωής μας, ότι εάν είχαμε ή δεν είχαμε κάνει αυτό ή το άλλο, εάν είχαμε ερμηνεύσει σωστά ένα σημάδι της μοίρας ή εάν δεν είχε μεσολαβήσει εκείνο το τυχαίο γεγονός ή αλληλουχία γεγονότων, τότε δεν θα είχε συμβεί η πραγματικότητα; Πόσο πίσω στο χρόνο πρέπει να ταξιδεύει η μνήμη ανακαλώντας γεγονότα; Που να σταθεί η Ματίλντε; Στην ευγενική στάση του Όττο στο τραίνο, χωρίς να γνωρίζει ότι κάποτε είχε κι αυτός σύζυγο και κόρη; Σε μια από τις παρατάσεις της θητείας του πατέρα της στο Αφγανιστάν γιατί αλλιώς, αν ήταν εκεί, θα είχε επιδιορθώσει το πρόβλημα του αυτοκινήτου τους και δεν θα είχε επιβιβαστεί η μητέρα στο μοιραίο βαγόνι; Στον κινηματογραφικό κόσμο του Δανού Άντερς Τόμας Γιένσεν, αναπτύσσεται ο προβληματισμός πάνω στις επιπτώσεις των τυχαίων αλλά καταλυτικών γεγονότων στις τακτοποιημένες μας ζωές- με έναν πολύ προσωπικό τρόπο.

Ποιες ιδέες πιστεύει ότι υπηρετεί ένας δυτικοευρωπαίος μακριά από την πατρίδα του, εκπροσώπωντας την σε στρατιωτικές αποστολές σε ξένες χώρες και με ποιον ψυχισμό επιστρέφει, έχοντας ζήσει καθημερινά σε εμπόλεμες συνθήκες; Η ταινία δεν αγγίζει το πρώτο θέμα και σκιαγραφεί τον Μάρκους μετά την αναγκαστική του επιστροφή από το Αφγανιστάν, σαν να αναπνέει μόνο μέσα από την απειλητική αίσθηση ενός θανάσιμου κινδύνου. Διψάει για εκδίκηση, μόνο με αίμα, σκοτώνει σαν μηχανή έχοντας, ταυτόχρονα, αναγάγει σε στωικότητα την πεποίθηση ότι αν δεν προλάβει να σκοτώσει, θα τον σκοτώσουν. Σκοτώνει και γιατί δεν αντέχει να πενθήσει ούτε να πλησιάσει την κόρη του που τον έχει ανάγκη. Ταυτιζόμαστε με την εκδικητική του επιθυμία γιατί μας έχει σχεδόν υπνωτίσει η τεκμηρίωση του Όττο και του Λένναρτ ότι η έκρηξη στο τραίνο ήταν πράξη μιας συγκεκριμένης επικίνδυνης οργάνωσης κι όχι ατύχημα, γιατί πιστεύουμε στην ενοχή του ανθρώπου που προσδιορίστηκε από μια τόσο ανεπαίσθητη μείωση του ορίου αξιοπιστίας- αποδυναμώνεται η αποστροφή μας για το λουτρό αίματος που ακολουθεί. Ένας ανδροκρατούμενος κόσμος βίας όπου ο θάνατος ενός αθώου χαρακτηρίζεται απλά σαν λάθος, όπου άνθρωποι σαν τον Μάρκους πραγματοποιούν αυτό που πολλοί περισσότεροι θα επιθυμούσαν όταν τυφλώνονται από το θυμό ή το μίσος αλλά τους λείπει η μυική δύναμή του, η ιδιοσυγκρασία και η διαμόρφωσή του από μια εξειδικευμένα αποανθρωποποιημένη εκπαίδευση.

© Rolf Konow


Η βία είναι οργανικό στοιχείο κάθε δυτικής κοινωνίας: οι αρχές δεν διερευνούν τα αίτια και στρέφονται ενάντια στους εργολάβους της βίας κι όχι σ’ αυτούς που κινούν τα νήματα. Πιο φανερά, τη νύχτα που η πλειοψηφία των πολιτών κοιμάται καθησυχασμένα, πολλοί παίρνουν το νόμο στα χέρια τους, εκτελεστικά όργανα αόρατων κέντρων, συμμορίες συγκρούονται, αίμα χύνεται. Θυμίζει την απάθεια της κοινής γνώμης για τη συμμετοχή του κράτους στις κατεδαφίσεις μακρινών χωρών, στο θανατικό και τους ξεριζωμούς ανθρώπων (όπως η Δανία που ήταν σύμμαχος των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν). Μια κοινωνία που θέλοντας να εξορκίσει τον πόνο, οι κοινωνικές υπηρεσίες σπεύδουν να προσφέρουν ψυχολογική υποστήριξη αμέσως μετά το θάνατο της μητέρας, χωρίς ν’ αφήνουν χρόνο στην κόρη και τον σύζυγό της να πενθήσουν πρώτα. Όπου η νέα γενιά αντρών, όπως ο έφηβος σύντροφος της Ματίλντε, πιστεύει στη μη εκδίκηση μονάχα σαν ιδεολογική διαφοροποίηση από την προηγούμενη γενιά, μπροστά, όμως, στο φόβο από τις απειλές μιας επικίνδυνης συμμορίας και τον πρώτο σωματικό πόνο, αποκαλύπτει αμέσως που βρίσκονται οι δικοί του άνθρωποι, θέτοντας σε θανάσιμο κίνδυνο την κοπέλα. Πόσο μεγάλη είναι η διαφορά με τον νεαρό Ουκρανό, που παρότι θύμα trafficking στην Δανία, μεταδίδει μαγικά ανθρωπιά: ρωτάει αυτόν που του έσωσε τη ζωή, “θέλεις να με γαμήσεις από τον κώλο για να κοιμηθείς ήρεμα;”, προσφέροντάς του αυτό που τον πονάει σωματικά και ψυχικά αλλά, όπως τον έμαθαν εκεί ώστε να επιβιώνει, ευχαριστεί τους άλλους – ρωτάει αυτόν που είχε κακοποιηθεί σαν παιδί και πλέον, μετά από 4.000 ώρες ψυχανάλυσης, στήνεται μόνος του στα τέσσερα γυμνώνοντας τον πισινό ώστε να αποφύγει μια απρόβλεπτη, πιο σκληρή τιμωρία για την επιμονή να είναι ο εαυτός του μπροστά σε κάποιον σωματικά ισχυρότερο. Τέλος, ένα κράτος που’ χει τιμολογήσει κάθε παράνομη πράξη, σαν κατάλογο συναλλαγών με τους πολίτες, αποδυναμώνοντας την ηθική τους: το χακάρισμα προσωπικών λογαριασμών τιμωρείται όσο μια παράνομη πλατφόρμα στο λιμάνι, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ με πρόστιμο 7.000 ευρώ ακόμα κι αν ήταν θανατηφόρα. Σαφές το πολιτικό σχόλιο γι’ αυτά που κρύβονται επιμελώς κάτω από την άψογη οργάνωση της χώρας.

Είναι κρίμα που ο σκηνοθέτης διστάζει στο τέλος ν’ αφεθεί στην τραγωδία όπου αναπόφευκτα οδηγούνται τα πράγματα, με μια ανατροπή της ώστε να αισθανθούμε ότι είδαμε ένα παραμύθι ή όνειρο με αισιόδοξο κλείσιμο. Επίσης, χάνει το μέτρο στις σκηνές των φόνων, εικονογραφώντας τους για αρκετή ώρα και με τόσο ρεαλισμό που αποδυναμώνεται η σκέψη μας για τα αίτια της βίας. Όμως, μεταδίδει έγνοια για τους ήρωες του, ιδιαίτερα τους τέσσερις άντρες που συνδέονται με την εμπειρία του πόνου, της κακοποίησης στην παιδική τους ηλικία ή της απώλειας δικών τους ανθρώπων. Συμβάλλουν οι εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα του Μίκελσεν και του Κάας. Και, χάρη στο ευφυές χιούμορ, ενάντια σε κάθε πολιτική ορθότητα, γελάμε στις πιο δύσκολες στιγμές των ηρώων, θαρρείς ότι και οι ίδιοι διαισθάνονται τη διάσταση της ιλαρότητας που μπορεί να υπάρχει σ’ αυτές. Μια απολαυστική ταινία που παρακολουθούμε απνευστί.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 106 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top