Τέταρτο
224 Προβολές

«Οι μητέρες μας» – Μια ατελείωτη έρευνα για τους αγνοούμενους της γενοκτονίας των Μάγια




«Οι Μητέρες Μας» (“Nuestras Madres”)
Σκηνοθεσία: Σεζάρ Ντίαζ
Πρωταγωνιστούν: Αρμάντο Εσπίτα, Έμα Ντιμπ, Ορέλια Κάαλ ,Χούλιο Σεράνο Ετσεβαρία
Γουατεμάλα (Βέλγιο, Γαλλία),  2019
(Bραβείο «χρυσή κάμερα» στο φεστιβάλ Καννών 2019).

«Θέλω να τον δω». Είναι τα λόγια μιας Ινδιάνας γυναίκας στη Γουατεμάλα, έχοντας το κουτί με τα οστά του αγνοούμενου για 10ετίες συζύγου της, που της παραδίδει ένας ανθρωπολόγος μετά την ολοκλήρωση της ταυτοποίησής του.

Τι, άραγε, να «θέλει να δει» στα απομεινάρια εκείνου του ανθρώπου που κάποτε είχαν μοιράσει τη ζωή τους; Πως θα συνδέσει με τα κόκαλά του, εκείνη την τελευταία εικόνα του που θυμάται αναλλοίωτη όλα αυτά τα χρόνια, σαν να μην γέρασε μέσα της ούτε μια μέρα; Κι όμως, αυτή η γυναίκα είναι τυχερή γιατί τώρα πια γνωρίζει την πραγματικότητα, ότι δεν πρέπει να περιμένει άλλο πια να τον ξαναδεί ζωντανό. Τώρα, μπορεί να πενθήσει, το πένθος της δεν χρειάζεται πια να είναι σε μια διαρκή αναστολή, δεν χρειάζεται άλλο να ισορροπεί ανάμεσα στην ανάμνηση του χτες και το φόβο του αύριο. Η πληγή της μπορεί πια ν’ανοίξει ώστε να ελπίζει σε μια βαθιά πονεμένη γαλήνη. Κι αυτή η γυναίκα, ανήκει στο 1% των γυναικών που οι αγνοούμενοι σύζυγοί τους έχουν αναγνωριστεί μέχρι σήμερα, ένα τόσο ελάχιστο ποσοστό μετά από 20 χρόνια ερευνών, όπως έχει δηλώσει ο σκηνοθέτης της ταινίας Οι Μητέρες Μας: «Δεν υπάρχει πολιτική βούληση για την ταχύτερη διεκπεραίωση της διαδικασίας ταυτοποίησης». Όλες οι υπόλοιπες γυναίκες ρωτάνε και ξαναρωτάνε, ζώντας σε μιαν ατέλειωτη αναμονή, βουβά τυραννισμένες από την αγιάτρευτη ελπίδα τους.

Όλες αυτές οι γυναίκες, είναι οι θεματοφύλακες μιας συλλογικής μνήμης που πρέπει να παραμείνει ζωντανή, μέσα στα τόσα πολλά χρόνια που πέρασαν πριν αρχίσουν οι έρευνες για τους αγνοούμενους του 36χρονου εμφυλίου πολέμου, (τέλειωσε το 1996), ανάμεσα στο επαναστατικό κίνημα αντίστασης που μαχόταν ενάντια στην κλοπή του λαϊκού πλούτου και τη δικτατορία που υποστηριζόταν από τις Η.Π.Α., κατά τη διάρκεια του οποίου σκοτώθηκαν περισσότεροι από 200.000 άνθρωποι, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ανήκε στην Ινδιάνικη φυλή των Μάγια (ο Ντίαζ μιλάει για «μια καταγεγραμμένη γενοκτονία, γύρω από την οποία δεν γνωρίζουμε πολλά» κι ότι «αν οι 200.000 νεκροί δεν ήταν Ινδιάνοι, αλλά λευκοί, ο κόσμος θα είχε μιλήσει περισσότερο για αυτά τα γεγονότα»). Όλες αυτές οι γυναίκες, είναι ο σύνδεσμος ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Είναι τα ζωντανά θύματα που μεταβιβάζουν αυτό το συλλογικό τραύμα στα παιδιά που γεννάνε, από την πρώτη στιγμή που έρχονται στον κόσμο, θαρρείς ήδη μέσα απ’ το θηλασμό. Όλες έχουν την ίδια προσωπική ιστορία, κι έχοντας πρώτα ακούσει μία γυναίκα να ‘χει αφηγηθεί τη δική της, τότε, βλέποντας τα σιωπηλά πρόσωπα όλων των υπολοίπων, καταλαβαίνεις τι έχουν βιώσει χωρίς να χρειαστεί να μιλήσουν, με μια έκφραση παγιωμένη αλλά όχι άκαμπτη, με τα δάκρυα τους, θαρρείς να έχουν πια στεγνώσει. Όμως, σε κάθε αφήγησή τους, πάντα η ίδια όσες φορές κι αν τους ζητηθεί να την πουν, αρχίζουν λες κι αφηγούνται την ιστορία κάποιου άλλου ανθρώπου, σαν να θυμούνται μια ιστορία που έχουν διαβάσει παλιά, κι όσο περισσότερο θυμούνται αυτά που ζωντανεύουν μέσα από τη αφήγησή τους, δυο τρία δάκρυα κυλάνε, στεγνώνοντας μέχρι τα μάγουλά τους. Όλες αντέχουν να συνεχίζουν να ζουν, σαν ν’ αντιλαμβάνονται μ’ ένα φυσικό τρόπο, ότι δεν μπορούν τελικά να κάνουν αλλιώς παρά μόνο να ζήσουν, μέσα από το διχασμό τους ανάμεσα στην ανάγκη να μη θυμούνται και στο φόβο να ξεχάσουν. Είτε δουλεύοντας τη γη καθημερινά, με την κακοποίηση που είχαν υποστεί να τις βαραίνει ανεξίτηλα είτε τραγουδώντας ακόμα με ενθουσιασμό στα γενέθλιά τους τη «Διεθνή», τον ύμνο του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, μετά από τα βασανιστήρια στις φυλακές της δικτατορίας, πρέπει να συνεχίσουν να ζουν.

Η επόμενη γενιά, οι σημερινοί νέοι της Γουατεμάλας, όλοι όσοι αναζητούν τους αγνοούμενους πατεράδες τους, πηγαίνουν στα μπαρ, πίνουν, κάνουν περιστασιακά έρωτα μέσα στο αυτοκίνητο αλλά κουβαλάνε μέσα τους αυτό το ιστορικό βάρος κι ας μην έζησαν τον εμφύλιο. Πολλοί απ’ αυτούς, δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν τον πατέρα τους κι επιμένουν να μάθουν, να ερευνούν. Τον συνθέτουν μέσα τους μέσα από παλιές φωτογραφίες, από αφηγήσεις κι από όσα συμπληρώνουν οι ίδιοι με όσα φαντάζονται γι’αυτούς, ρωτάνε τις μητέρες τους να μάθουν αν, πόσο, που τους έμοιασαν. Η αγωνία τους αν θα προλάβουν να τον γνωρίζουν ζωντανό ή αν θα πάρουν κι εκείνοι μια μέρα ένα κουτί με οστά στα χέρια τους, τους τρώει υπόγεια, διαρκώς. Είναι πια ένας πατέρας εξιδανικευμένος μέσα τους. Και, στην ανακάλυψή του σε κάποιον άλλο ομαδικό τάφο, μπορεί να επιβεβαιώσουν ότι ήταν στ’αλήθεια αυτός, μπορεί, όμως, ν’αποκαλυφθεί μια άλλη, εντελώς διαφορετική αλήθεια. Όμως, ακόμα και τότε, όλη αυτή η προσμονή, η πίστη κι η αγάπη που έχει βιωθεί γι’αυτόν τον πατέρα χωρίς αυτόν, δεν μπορεί να σβήσει πια, συνειδητοποιώντας ότι ο πατέρας τους είναι εκείνος που τους έχει εμπνεύσει με τους αγώνες του, με τη βιωμένη ιδεολογία του και τους αγώνες του του ν’ αλλάξει τον κόσμο, κι ότι αυτός είναι πιο αληθινός από έναν άλλο που είχε μεταβιβάσει τα γονίδιά του. Νιώθουμε τις εικόνες της ανασύνθεσης των οστών σ’ ένα σκελετό σαν την αποκατάσταση μιας χαμένης επικοινωνίας με το πνεύμα αυτού του άγνωστου νεκρού. Αυτοί οι νέοι, βασανισμένοι εσωτερικά ιδεαλιστές, εργάζονται ακατάπαυστα στην υπηρεσία ταυτοποίησης, συμβάλλοντας στην επούλωση των προσωπικών πληγών και, μαζί, στην καταπολέμηση της ιστορικής άγνοιας της χώρας τους.

Είναι κρίμα που ο σκηνοθέτης δεν αναφέρεται στο ιστορικό πλαίσιο μέσα στην ταινία του, στη στήριξη της στρατιωτικής δικτατορίας από τις Η.Π.Α. Ο Ντίαζ μοιάζει σαν να θέλει ν’ αφήσει την ιστορία της ταινίας να μιλήσει από μόνη της, με μιαν έλλειψη δραματουργικής έντασης, χωρίς να πάλλονται τα πρόσωπα των χαρακτήρων του παρά κατανοώντας τους μονάχα μέσα από τη γνώση μας για το δράμα τους. Μέχρι το φινάλε, όμως, όταν εκείνη η συγκίνηση που νιώθεις ότι τρεμοπαίζει σε κάποιες στιγμές μέσα σου, αναδύεται πια και σε τυλίγει μέσα της ήρεμα, θέλοντας να τη φυλάξεις μέσα σου, μαζί με τις τελευταίες εικόνες, και να μην τα ξεχάσεις ποτέ.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 77 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top