Τέταρτο

308 Προβολές

Οι βάρδιες των πουλιών και ο βάρδος της Ιωνίας Γιάννης Μακριδάκης



Ο Γιάννης Μακριδάκης είναι μια παρουσία καθόλα ιδιαίτερη: Με το πρώτο του μόλις βιβλίο, τον Ανάμιση Ντενεκέ καταφέρνει να αποσπάσει την γενική αποδοχή του αναγνωστικού κοινού. Φαινόμενα των καιρών θα έλεγε ίσως ένας καχύποπτος που παρατηρεί τα καθέκαστα της λογοτεχνικής πιάτσας βλέποντας να ξεπετάγεται από το πουθενά ένας νεαρός και αντισυμβατικός εν πολλοίς συγγραφέας και να κατακτά την πρώτη μια τέτοια καταξίωση.

Μα ακολούθησε σοδειά πλούσια έκτοτε. Ο Γιάννης Μακριδάκης αποδείχτηκε πολύ πιο ανήσυχος και πολύ πιο χαρισματικός απ’ όσο χρειαζόταν για να γίνει πλέον μια από τις πιο ιδιαίτερες συνιστώσες της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής της χώρας. Διαθέτει όμως τούτο το καταλυτικό χάρισμα: τη γνησιότητα της γραφής, την αυθεντικότητα της σκέψης και την παιγνιώδη χάρη που κουβαλάει το αεράκι και το φως του νησιού του.

Και τι είναι αυτό που μπορεί να μετατρέψει έναν σύγχρονο αφηγητή ιστοριών σε λογοτέχνη; Τι είναι αυτό που μπορεί να μετατρέψει την αλφαβήτα σε ζωή;

Από την ανιαρή – εκ πρώτης όψεως – γεωμετρία της ζωής η οποία τοποθετεί τα σημεία του βίου του καθενός στο επίπεδό της, έτσι που εμείς πλάσματα που κινούμαστε με όραση θολή κι αβέβαιη εντός του μόνο γραμμές που μπλέκουν σε κουβάρι βλέπουμε, κάποτε, κάνουμε ένα άλμα, ονοματίζουμε αρχικά τον κόσμο: λέμε τα σημεία Α, Β και Γ… και ανακαλύπτουμε αίφνης συμμετρίες, αποκαλύπτουμε κανονικότητες και κρυφά νοήματα, σε κάτι που αρχικά έμοιαζε με έναν χαώδη καμβά. Έτσι είναι που οι συμβολισμοί διασώζουν και ας πούμε καθαγιάζουν το τετριμμένο, έτσι είναι που τελικά η κάθε ιστορία που έχει ειπωθεί, η κάθε ιστορία που έχει συμβεί, χωράει μέσα στο ατελείωτο υφαντό του κόσμου και γίνεται μύθος.

«Πάντοτε με έτρωγε περιέργεια μεγάλη για το μυστήριο αυτό της προγιαγιάς μας και μια αμφιβολία για τη φύτρα μου την είχα σε όλη μου τη ζωή», λέει ο ήρωας του Μακριδάκη στις βάρδιες των πουλιών.

«Κυριότερο από αυτά τα κίνητρα ήταν η ίδια η συντριπτική ιδέα της μεγάλης φάλαινας. Ένα τόσο πελώριο και μυστηριώδες τέρας ξύπνησε όλη μου την περιέργεια… Σε άλλους ανθρώπους ίσως τέτοια πράγματα δεν θα ήταν πειρασμοί. εμένα όμως με βασανίζει μια αιώνια φαγούρα για πράγματα μακρινά», λέει ο Ισμαήλ στον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ.

Και αν κάποτε γραφόταν μια Ιστορία για τις Ιστορίες που έχουν ειπωθεί; Τρομάζω στην ιδέα αυτής της ατελείωτης νύχτας που θα μαθαίναμε τα μυστικά του κόσμου.

Ο Γιάννης Μακριδάκης λοιπόν, έχει στήσει αυτί εδώ και χρόνια σ’ αυτή την ψιθυριστή βουή που αναβλύζει η πηγή όλων των ιστοριών. Από περιέργεια ή από έρωτα – μπορεί και να μην ξεχωρίζουν αυτά τα δύο – γράφει τις ιστορίες του και ύστερα μας βάζει κάπου εκεί κοντά, μ’ έναν καφέ σερβιρισμένο, σένιο, κι αρχίζει να τις λέει.

Αυτό το οξύμωρο, ότι γράφει τις ιστορίες και ύστερα τις λέει –  το καταλαβαίνει ο αναγνώστης – είναι ένα σπάνιο ταλέντο. Γιατί η προφορικότητα του γραπτού λόγου, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτόν τον όρο, είναι παγίδα τεράστια. Οι περισσότεροι συγγραφείς πέφτουν μέσα της και απλώς γίνονται γραφικοί και αστείοι. Οι καλοί συγγραφείς καταφέρνουν να μιλήσουν. Οι μεγάλοι συγγραφείς να συγκινήσουν.


Στις Βάρδιες των Πουλιών η μία άκρη της ιστορίας είναι τα πουλιά, αυτά που ορίζονται φευγαλέα μόνο από τις τροχιές που διαγράφουν στον ασύνορο ουρανό, αυτά που ανεπίγνωστα πολλαπλασιάζονται και αίσθηση μοίρας δεν τα βαραίνει ακόμα κι όταν καθορίζει την ύπαρξή τους.

Στην άλλη άκρη της ιστορίας οι άνθρωποι. Οι άνθρωποι που ορίζονται από την τροχιά των γενεών, που σέρνουν ο ένας στον άλλο κάτι που μπορεί να μοιάζει με κουβάρι αξεδιάλυτο – μοίρα να πεις; – , οι άνθρωποι που γίνονται παιχνίδι στα χέρια της ζωής που κατασκευάζουν.

Τον αξεδιάλυτο αυτό κόμπο των γενεών και των εποχών προσπαθεί να λύσει ο αναγνώστης στις Βάρδιες των Πουλιών ενώ ακολουθεί τα νήματα μέσα από την αφήγηση του τελευταίου εκγυμναστή των ταχυδρομικών περιστεριών  η οποία μπλέκεται και ξεμπλέκεται, μπορεί και να γίνει ενοχλητική σαν τα συμβόλαια που διαβάζει ο συμβολαιογράφος με τις τόσες λεπτομέρειες, μα έτσι είναι τα θεωρήματα της ζωής: βασιλική οδός για την ενατένιση του μυστήριου δεν υπάρχει… για να βγεις αλώβητος αρκεί να μοιάσεις της γριάς Μαυροματάκαινας που κουβάλησε στο στόμα για να κρατάει υγρά, τα μάτια από το καλό της το δεντρί της Μικρασίας, ν’ ανθίσουν λεμονιές στην καινούρια της αυλή απέναντι μετά τον διωγμό, για να βγεις αλώβητος θα κρατήσεις την ιστορία υγρή στο στόμα, θα την αφήσεις να σωθεί για να καρπίσει.

Ο Μακριδάκης σώζει την ιστορία και ο αναγνώστης γίνεται περιβολάρης της.

Στις βάρδιες των πουλιών ακούς αμυδρά τον αντίλαλο μιας κατάρας, ενός στίγματος, που τρεις γενιές έρπει από τη μια στην άλλη, των Ατρειδών τη μαύρη μοίρα, του Οιδίποδα την τραγική εξιχνίαση, μπορεί της Φραγκογιαννούς τα φονικά-θυσίες στη μοίρα… κι όλα αυτά στενεμένα στη ζωή ενός λογιστή που γεννήθηκε και έζησε στη Χίο και χτυπούσε τενεκεδάκια για να γυμνάσει κάτι περίεργα πουλιά που έβρισκαν με τη μία προσανατολισμό, όπου κι αν τα άφηνες… σα να είναι η κάθε ιστορία πλασμένη από άλλες στοιχειώδεις, ένα μακρομόριο να πούμε με άτομα που έχουν καταγραφεί σε έναν ιδιότυπο περιοδικό πίνακα στοιχειωδών ιστοριών.

Αυτόν τον θαυμαστό προσανατολισμό των πουλιών που μπορούσαν να βρουν την εστία τους ακόμα κι αν τα άφηνες στο Τρίγωνο των Βερμούδων που λέει ο λόγος, αυτή η μαγική σχεδόν έλξη που ασκεί η λέξη φύτρα, πάει να πει, το σημείο Α και το σημείο Ω όπου στέκεται ο καθένας για να μπορεί να αποκτήσει κατευθύνσεις και νόημα ο κόσμος την ίδια στιγμή που φυλακίζει στις συντεταγμένες του όλο τον χώρο του βίου, αυτή η ωδή στη μνήμη – άλλωστε το βιβλίο είναι αφιερωμένο σε μια μνήμη, στη μνήμη του παππού του συγγραφέα – είναι που σήμερα μου φαίνεται τόσο πολύ εύστοχη και οξυδερκής… Γιατί μοιάζει ο κόσμος μερικές φορές ανερμάτιστος. Κι είναι βαρύ το φορτίο, άχθος αβάσταχτο, να μπορείς να ορίζεις κατά πως σου καπνίζει το πάνω και το κάτω, το μπρος και το πίσω. Και κατά βάθος όλοι μοιάζουν να ζηλεύουν τη θαλπωρή ενός κόσμου συγυρισμένου. Μόνο που η νοικοκυρά τακτοποιεί ατάκτως τις ζωές και τα μερτικά και ουδείς γνωρίζει το σχέδιό της. Η ίδια πηγή που αναβλύζει τις επαναστάσεις που γκρεμίζουν τις πυξίδες του κόσμου μπορεί να εγκυμονούν έναν κόσμο χειρότερο; καλύτερο; ποιος ξέρει…

Με μία κίνηση στο τέλος της ιστορίας, ο Ανέστης Δεληγιώργης, θα ξεφορτωθεί τα πουλιά του. Με άλλη μία εμείς οι αναγνώστες, όταν κλείσουμε το βιβλίο θα τα φορτωθούμε. Κι άντε να πετάξουμε αλάνθαστα αν μπορούμε στης δικής μας ιστορίας τον κρυφό πυρήνα.

——-

* Οι Φωτογραφίες είναι από την παρουσίαση του βιβλίου οι Βάρδιες των Πουλιών του Γιάννη Μακριδάκη (Εκδόσεις Εστία) στο βιβλιοπωλείο Anima Libri στην Πάτρα στις 13 Δεκεμβρίου 2019. Μίλησαν ο Γιάννης Μακριδάκης, η Μαρία Φωτίου και ο Λεωνίδας Πανόπουλος.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 24 Άρθρα

RELATED ARTICLES

Back to Top