Τέταρτο
295 Προβολές

Ολοζώντανοι μέσα στη νύχτα θα ξανασυναντηθούμε




Κι ήρθε και μας καταπλάκωσε ένας ιός που σκοτώνει την αληθινή επαφή σε μια εποχή που την είχε για πεθαμένη.

Κι ήρθε και μας πλάκωσε ένας ιός που φυλάκισε την αφή με μια νοσοκομειακή απόχη.

 

Με όσους πολέμους και σκληρά καθεστώτα έχει έρθει αντιμέτωπη η ανθρωπότητα πότε κανείς δεν της επέβαλε τέτοιο στυγνό περιορισμό στον τρόπο που αναπτερώνει το ηθικό της: τα αγγίγματα.

Από την άλλη, ποτέ πριν η ανθρωπότητα δεν είχε αναιρέσει τόσο φανερά το ανθρώπινό της πρόσωπο. Στον εικοστό πρώτο «κικαιώνα» της ψηφιακής παραδοξολογίας κανείς δεν λογάριαζε την επαφή. Το βασίλειο της εικονικής υπεραξίας έχει καταπλακώσει σαν ένας επουράνιος μετεωρίτης τις μικρές ζωές μας, θρυμματίζοντάς τες. Οι ατελεύτητες ώρες στη δουλειά, η ηγεμονική εξουσία μιας μεγαλύτερης ανάγκης από την προσωπική επαφή, η στροβιλίζουσα καθημερινότητά μας, οι απορυθμισμένες νύχτες μας, συνέθλιψαν το νόημα της αληθινής επαφής. Έτσι ακριβώς όπως μας ψέγουν τώρα οι αρμόδιοι για «καραντίνα» και μας ζητούν να ξαναμείνουμε μόνοι.

Ο σταρ σταρχιδισμός των ημερών μας ενώθηκε με την γκεστ εξαχρείωση των νυχτών μας και η ρητή απαγόρευση κάθε απόπειρας για επαφή είναι γεγονός: «πρέπει να μείνετε μόνοι». Ο κορονοϊός μοιάζει να είναι η αφρισμένη εκδίκηση της αφής και να ενσαρκώνει το οργασμικό απαύγασμα της απάθειάς μας που είχε γίνει τρόπος ζωής. Στα όρια ενός καθημερινού τοξικού ρεαλισμού που ασφυκτιούσε ρέπει προς έναν υπερρεαλισμό με γεύση αντίδοτου, ο οποίος θα υμνήσει τη μοναξιά προς συμμόρφωση εκείνων που δεν πράξαμε όταν ήμασταν μαζί. Έτσι μόνος ο άνθρωπος μαθαίνει. Πόσα χάδια χάθηκαν μετά από το τέλος της δουλειάς, πόσα βλέφαρα έκλεισαν χωρίς να σου πουν ότι σε αγαπάνε, πόσα βλέμματα νύσταξαν πριν σε καληνυχτίσουν γιατί κουραστήκαν από τα εργασιακά, πόση ζωή περνούσε μπροστά σου από τη Δευτέρα ως την Κυριακή χωρίς να σε ρωτήσει, πόσα τρυφερά κουρνιάσματα δεν έγιναν ποτέ στο όνομα μιας ανώτερης ανάγκης, πόση ζωή σπαταλήσαμε γιατί πιστέψαμε πως θα χαριστεί ανέξοδα, αύριο πάλι.

Τώρα, όμως, τα πράγματα αγριέψανε πολύ. Οι άνθρωποι ξανά έμειναν μόνοι κι αυτοί τη φορά με τη μορφή βαριάς τιμωρίας. Κι αυτή η ανυπόφορη πραγματικότητα της μοναξιάς που επιτάσσει η καραντίνα, θα τελειώσει μόνο όταν καταλάβουμε τα λάθη της σιγουριάς μας. Οφείλουμε να επανεκτιμήσουμε όλα όσα εξαφάνισαν βουλιμικά οι εκσφενδονιστικοί μας ρυθμοί, να επιστρέψουμε όσα μας άρπαξαν οι εγωιστικοί μας παροξυσμοί, να ματαιώσουμε την υπερφίαλη αυταρέσκεια μας και δώσουμε όλη μας τη σημασία σε εκείνον και σε εκείνη που άλλοτε την επιζητούσε.

Όσο κι αν η γιατρειά της νόσου μοιάζει με αντίο μιας σπαραχτικής επωδού, αφού εγκαταλείψαμε τα αγαπημένα μας εγκόσμια, τις μέρες που κρυβόμαστε στα σπίτια σαν τους ποντικούς έχουμε όλο τον χρόνο να σκεφτούμε πως τελικά δεν θέλουμε να πεθάνουμε μονάχοι σε κρεβάτια διπλά. Με την ελπίδα να ανταμώσουμε ξανά, να αναπνεύσουμε κάτω κάτω από τον ίδιο αέρα, να ενώσουμε τα ακροδάχτυλα μας δίχως τον διάβολο της διασποράς μικροβίων, μόνοι — αλλά ταυτόχρονα όλοι μαζί— ας τρυγήσουμε τα σύνορα ουτοπίας και δυστοπίας.

Ακρωτηριασμένοι που ορέγονται τα χέρια, διασωληνωμένοι που ψοφούν για ήλιο, περιττοί που αναμένουν την αρτιότητα, περιχαρείς, θα αναιρέσουμε τον ποιητή που ζητάει να μας θάψουν μαζί για να μην ψάχνουμε. Εμείς θα ζήσουμε, και όταν τελειώσει όλο αυτό θα τρέξουμε ολοζώντανοι μέσα στη νύχτα να ξανασυναντηθούμε.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 19 Άρθρα

Πιστεύω εις τις λέξεις, «μανούλες» στην παντοκρατορία των αισθήσεων, που ποιητές ουρανού και γης, ορατοί και μη, υποτάχθηκαν. Τα μεσημέρια κάνω φούσκες με σχολιαρόπαιδα. Μεγάλωσα σε χωριό. Πιστεύω στο μάτην. Ήρθα στην πόλη για να δω πως γράφουμε ο ένας τον άλλο και στην καλύτερη, να με αρπάξει από το χέρι, το χέρι κάποιου βιβλιοπώλη που θα τακτοποιεί την φρέσκια βιτρίνα του. | [email protected]

Back to Top