Τέταρτο
101 Προβολές

«Παιδικά δόντια» – Το αταξινόμητο που τυποποιείται




«Παιδικά δόντια» (Babyteeth)
Σκηνοθεσία: Σάνον Μέρφι
Ηθοποιοί: Έσι Ντέιβις, Μπεν Μέντελσον, Ελίζα Σκάνλεν, Τόμπι Γουάλας
Αυστραλία, 2019

Εκείνο το βράδυ που οι γονιοί της έφηβης Μίλα ανησυχούσαν για την κόρη τους που για πρώτη φορά δεν κοιμόταν στο σπίτι τους, απροειδοποίητα μάλιστα, το κορίτσι έπιανε το χέρι ενός νεαρού, αρκετά μεγαλύτερου σε ηλικία, μέσα στο μεταμεσονύκτιο μετρό, στα μπαρ και σε μια ταράτσα. Η ανησυχία τους δεν είχε να κάνει μονάχα με το ότι ήταν η πρώτη φορά που η Μίλα θα έλειπε όλο το βράδυ από την οικογενειακή εστία: η Μίλα έπασχε από μια πολύ σοβαρή ασθένεια, δεν είχε πάρει μαζί της τα φάρμακά της- και το αγόρι της ήταν ένας άστεγος χρήστης ουσιών. Η εμφάνιση του αγοριού ήταν ένας, ακόμα, κεραυνός εν αιθρία γι’ αυτούς τους σχετικά ευκατάστατους ανθρώπους.

Η Μίλα είχε ως τότε μια προστατευμένη ζωή- όμως, δεν ζούσε. Άρπαξε, μ’ όλο της το είναι, τη δυνατότητα να ζήσει τον έρωτα με το αγόρι που είχε γνωρίσει συμπτωματικά. Ως τότε, ζούσε τη ζωή της με καρτερία και περηφάνεια αλλά λαχταρούσε να στροβιλιστεί στη δίνη της εφηβικής της ενέργειας. Ήθελε να προλάβει να ζήσει ένα όνειρο, έστω και κατασκευασμένο αλλά αληθινά. Κι όταν οι γονιοί της αποφάσισαν ν’ αποδεχθούν τον νεαρό, σχεδόν υποκύπτοντας μπροστά στην αναζωογονημένη εικόνα της, η Μίλα και πάλι αντέδρασε: δεν αποζητούσε τον οίκτο τους παρά την κατανόησή τους. Δεν αποζητούσε την υποχώρησή τους παρά την αγάπη τους. Αν και ψυχίατρος ο πατέρας της και καλλιτέχνης η μητέρα της, με μια φιλελεύθερη νοοτροπία, όμως δεν ήταν και τόσο κοντά της συναισθηματικά. Η Μίλα, επίσης, δεν είχε ανάγκη το ρομαντικό, πλατωνικό έρωτα του νεαρού, ούτε τη δέσμευσή του παρά μόνο το αμοιβαίο πάθος. Όχι για να διαφύγει ή να ξεχάσει παρά μόνο για να ζήσει. Παύοντας πια να ήταν παιδί και να μεταμορφωνόταν σε γυναίκα μέσα από το πιο όμορφο παραμύθι.


Πόσο φυσιολογική ακούγεται αυτή η επιθυμία της να ζούσε, μόνο να ζούσε – και πόσο εύκολα όμως παρερμηνεύεται. Η ζωή και τίποτα άλλο, από τη μία πλευρά – οι ανάγκες, οι ερμηνείες, οι φόβοι, ο διαχωρισμός των συναισθημάτων σε καλά και επικίνδυνα, σε χρήσιμα και οδυνηρά, από την άλλη. Πόσες φορές δεν λογίζουμε σαν ζωή αυτή τη δεύτερη κατάσταση; Όλοι οι άνθρωποι γύρω από τη Μίλα, έχουν μια υγιή ζωή αλλά χωρίς αλήθεια, χωρίς αγάπη. Η Μίλα είναι φανερά στιγματισμένη από την ασθένειά της και οι υπόλοιποι, στιγματισμένοι από τη μοναξιά τους, το σύμπτωμα της δικής τους κρυφής ασθένειας. Ακόμα κι ο νεαρός, που αποφεύγει ναι ενσωματωθεί στην παραγωγική διαδικασία, αρνούμενος «να ζήσει τη ζωή ενός λειτουργικού ανθρώπου», έχει καταφύγει στην εξάρτηση από χημικές ουσίες σαν αντίβαρο στο δικό του απωθημένο πόνο, ζώντας ένα δικό του αντίγραφο της ζωής. Η ύπαρξή του γεννάει στη Μίλα τη λαχτάρα να προλάβει να ζήσει ολοκληρωτικά τη ζωή της – κι η ύπαρξη της Μίλα, τον αφυπνίζει να προλάβει να σώσει τα συναισθήματά του. O Mόζες (σε μια μάλλον όχι τυχαία επιλογή αυτού του ονόματος) βλέπει μέσα της διάφανα, δεν παύει, όμως, να φοβάται το γκρέμισμα του μύθου του στα μάτια της. Μόνο ο ένας μπορεί να σώσει τον άλλον.

Φαίνεται τόσο μακριά από κάθε κατάταξη αυτή η ταινία. Με την κάμερα στο χέρι, η Σάνον Μέρφι μας μεταδίδει με αμεσότητα την εσωτερική ορμή της Μίλα, που, συνάμα, λες και αφυπνίζει και μια δική μας απωθημένη ορμή για ζωή. Συμβάλλει και η γεμάτη ζωντάνια, παλλόμενη ερμηνεία της νεαρής Ελίζα Σκάνλεν. Χορεύει και τα μάτια μας την παρατηρούν με θέρμη. Η Μέρφι αποφεύγει κάθε ψυχολογισμό –  συλλαμβάνει, θαρρείς, το ρεύμα της ζωής κι αυτό διαποτίζει το ρυθμό και την ατμόσφαιρα της ταινίας. Όμως, κάπου μετά τη μέση, έχεις την αίσθηση ότι στέκεται μόνο σε μιαν αφήγηση καθαυτή. Ο χαρακτήρας του νεαρού, τόσο έξω από κάθε πρότυπο της οικογένειας της Μίλα, δεν έχει τη δική του ζωή (παρά την εξίσου ζωντανή ερμηνεία του Τόμπι Γουάλας) παρά θαρρείς κι είναι προκατασκευασμένος ώστε να πυροδοτήσει όλες τις αντιθέσεις και το αναγκαστικό της αποδοχής του, δεν μαθαίνουμε κάτι για το παρελθόν του και γιατί ζει πια σαν ένας άστεγος χρήστης. Το ίδιο, χωρίς το βάθος του χαρακτήρα της Μίλα, είναι κι αυτοί των γονιών της – κι ακόμα περισσότερο, όσων περιστρέφονται γύρω απ’αυτούς, όπως κι οι δευτερεύουσες ιστορίες που αναπτύσσονται ώστε να τονιστεί η μοναξιά των ενηλίκων. Έχουν τρυφερότητα όλα αυτά αλλά αρχίζουν να μοιάζουν και κάπως άδεια σιγά σιγά. Η Μίλα αρνείται τις σκηνοθετημένες καταστάσεις, αυτή η αγωνιώδης έκκλησή της, όμως, μας μεταδίδεται με μιαν αίσθηση του προκατασκευασμένου καθώς εξελίσσεται η ιστορία. Μικρά κεφάλαια ενώνονται μεταξύ τους, επεισόδια από τις ζωές των ανθρώπων, που το καθένα, μάλιστα, έχει το δικό του τίτλο μέσα στην ταινία, αρκετές φορές, όμως, εξηγώντας μας το προφανές, νιώθοντας επιπλέον ότι έχουμε μια συρραφή παρά μια ουσιαστική εξέλιξη. Το αταξινόμητο που στην αρχή σε παρασύρει ευφρόσυνα, στη συνέχεια λες και τυποποιείται σκηνοθετικά. Έστω κι έτσι, όμως, η ματιά της Μέρφι σε κερδίζει συνολικά κι η γεύση της αρχικής ζωντάνιας δεν φεύγει από μέσα σου.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 70 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top