Τέταρτο

213 Προβολές

Παραλογές από το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας: Τα «κακώς κείμενα» στο Γιοφύρι της Άρτας



Το γεφύρι της Άρτας χρονολογείται περίπου στο 1600 και είναι γνωστό στους περισσότερους από το ομώνυμο δημοτικό τραγούδι. Σύμφωνα με το μύθο, για να μείνει σταθερό το γεφύρι θα πρέπει να θυσιαστεί η γυναίκα του πρωτομάστορα. Έτσι και έγινε στο μύθο, και στην πραγματικότητα για πολιτικοστρατιωτικούς λόγους, θυσιάστηκε η γυναίκα του πρωτομάστορα. Το μοτίβο της θυσίας για να στεριώσει κάτι υπάρχει σε όλους τους Βαλκανικούς λαούς και προϋπάρχει σε αρχαίους Ελληνικούς μύθους (Ατρείδες κ.α.). Στην παράσταση «Το Γιοφύρι της Άρτας» που παρακολουθήσαμε στο Ρωμαϊκό Ωδείο της Πάτρας σε σκηνοθεσία Βάσιας Χριστοπούλου και Πέπης Παπαδοπούλου -από τη σειρά «Παραλογές» που ανεβάζει ετεροχρονισμένα ελέω κορονοϊού το ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας- είδαμε μια κακή εκδοχή του δημοτικού τραγουδιού, με ατυχείς έως άσχετες συνηποδηλώσεις γύρω από το μύθο, κακή απόδοση από τους συντελεστές πλαισιωμένη από την κακή ηχητική εγκατάσταση.

Πιο συγκεκριμένα, δεν υπήρχε σωστή σκηνοθετική κατεύθυνση, το έργο κινήθηκε σε ρεαλιστικές αποχρώσεις στην υλοποίηση του δραματικού χαρακτήρα ενώ παράλληλα η ίδια η ηθοποιός Νάνσυ Χριστοπούλου προσπαθούσε να στηρίξει την κατεύθυνση αυτή ξεχνώντας κατά καιρούς τη σκηνοθετική γραμμή, βγάζοντας μια μεταμοντέρνα συνυποδήλωση. Για παράδειγμα, στο μονόλογο παρουσίαζε αφήγηση γεγονότων και καθυστερημένα επισκιαζόταν με κινήσεις εν είδει περφόρμανς, χωρίς συνοχή κινήσεων και λόγου· ίσα για να φανεί και μια σωματική γλώσσα. Τα Σέρβικα που ακούστηκαν, χωρίς μεταγλώττιση για να δείξουν το βαλκανικό χαρακτήρα ή τα ποντιακά (παρμένα από το μύθο το «γιοφύρι της τρίχας»), αποτέλεσαν μια κακή διαπολιτισμική συρραφή που αποτελεί απορία σε τι κοινό απευθυνόταν το ευφυολόγημα αυτό.

Η ηθοποιός, άρχισε κοινότυπα το έργο με την ερώτηση «τι είναι ο έρωτας» έχοντας μπάσα φωνή που δεν υποστηριζόταν από την κακή ηχητική εγκατάσταση. Κατά καιρούς είχε κακές υποκριτικά στιγμές, όπως όταν αυτοακυρώθηκε στην προσπάθεια να εισάγει στη σκηνή μια γυναίκα σύμβολο με τέχνη ανοικείωσης (αιφνιδιασμού), απεκδύοντας τον εαυτό της χάριν παραδείγματος και μένοντας με τα εσώρουχα. Το αποτέλεσμα των παραπάνω ήταν πως δεν κατάφερε να μπει στο «πετσί του ρόλου» αφήνοντας μια κρύα – άψυχη αποτύπωση στο κοινό.

Το χορευτικό κομμάτι συνήθως υποστήριζε σωματικά τις συνηπωδηλώσεις του έργου, με εξαίρεση την πάλη άντρα – γυναίκας στην οποία δεν ήταν ξεκάθαρες οι χορευτικές γραμμές. Σωματικά οι δυο χορευτές με απλές – παιδικές φιγούρες, δεν κατάφεραν να αποδώσουν τα ίχνη νοημάτων ή την αναπαραστατική εικόνα που συνήθως επιτελεί ο χορός.

Το σκηνικό με τις σκαλωσιές, θύμιζε έντονα ένα κακέκτυπο Κονστρουκτιβισμού (ξεπερασμένη σοβιετική πρωτοπορία) προσπαθώντας να γεφυρώσει το μινιμαλισμό στη σκηνή με συμμετρικές γραμμές. Παράλληλα, τα κουστούμια βοηθούσαν την όποια ευλυγισία των ηθοποιών αλλά δεν φανέρωναν εποχή, δεν ήταν συνυφασμένα με την παράσταση και έπαιζαν μόνο με χρωματικές αντιθέσεις.

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως «Το Γιοφύρι της Άρτας» από τη σειρά «Παραλογές» του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας ήταν μια συρραφή ιδεών με φανερές τις ραφές και δυσδιάκριατα όρια σκηνοθετικής αναπαραγωγής. Η διττότητα του μονολόγου, που καλείται να γεφυρώσει το χάσμα θεατή – σκηνής δεν κατέστη δυνατή και το έργο μέσα από τις όποιες ηχομιμητικές αποχρώσεις έβγαζε μια κακή συμπαρουσία αντιθέσεων.

 

Συντελεστές

Κείμενο: Νάνσυ Χριστοπούλου
Σκηνοθεσία: Βάσια Χριστοπούλου, Πέπη Παπαδοπούλου
Σκηνογραφία: Βάσια Χριστοπούλου

Μουσική Σύνθεση: Βαγγέλης Μουρελάτος
Χορογράφος-Κινησιολόγος: Κατερίνα Σοφοτάσιου
Σχεδιασμός Φωτισμού: Γιάννης Αναστασόπουλος
Διεύθυνση παραγωγής :Τίνα Γιοβάνη
Φωτογραφίες παράστασης: Γιάννης Πεφάνης
Παίζει η Νάνσυ Χριστοπούλου
Συμμετέχουν οι χορευτές: Κατερίνα Σοφοτάσιου, Γιάννης Μήλλας


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 83 Άρθρα

Δημήτρης Ζαπάντης. Γεννήθηκα πριν 38χρόνια στο κάστρο της Πάτρας, ακόμα εκεί είμαι και ατενίζω την αγαπημένη μου πόλη από ψηλά. Ξεκίνησα να σπουδάζω θεατρολογία, στο πανεπιστήμιο της και διάγω βίον ήρεμον και οικογενειακόν τρόπον τινά. Όνειρό μου είναι να γίνω «κάποιος». Μόλις μεγαλώσω και νοικοκυρευτώ θα τα καταφέρω... | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top