Τέταρτο

«Ποίηση χωρίς τέλος» – Η πρόσκληση του Αλεχάντρο Χοδορόφσκι σε μια γιορτή



“Ποίηση χωρίς τέλος” (“Poesia sin fin”)
Σκηνοθεσία: Αλεχάντρο Χοδορόφσκι
Πρωταγωνιστούν: Άνταν Χοδορόφσκι, Μπόντις Χοδορόφσκι, Πάμελα Φλόρες.
Χιλή, 2016.

– Και αυτό, είναι το παιδί σου.
– Ψεύτρα, δεν είναι δικό μου αυτό το έμβρυο.
– Το συνέλαβα σκεπτόμενη εσένα! Απευθύνομαι στην καρδιά σου. Λυπήσου με. Το όνομά σου είναι χαραγμένο στην ψυχή μου.

Ο Ενρίκε αναγνωρίζει στην Πεκενίτα τη «γυναίκα όλων των θανάτων του», μετά την επιφοίτησή της, θαρρείς, από το κοινό τους πεπρωμένο, έχοντας πρωτοαντικρύσει τον «άντρα όλων των ζωών της» να συμμετέχει σε ένα δημόσιο δρώμενο βεβήλωσης του αγάλματος του Πάμπλο Νερούδα, «ενός αγάλματος φόρου τιμής στα μηδενικά του χωρίς όνειρα Σαντιάγο». Ο ψηλός, λευκός άντρας παραμένει ο Θεός της Ινδιάνας νάνου, ακόμα κι όταν αυτός προδίδει το μοιραίο έρωτά τους εγκαταλείποντάς την λόγω του ύψους της, ακόμα κι όταν αυτή ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη για τον καλύτερο του φίλο, τον Αλεχάντρο, που η συμπαράστασή του την αποτρέπει από την επιθυμία της αυτοκτονίας, χαρίζοντάς του ένα ερωτικό σμίξιμο ως δώρο μέσα από την ψυχή της, ακόμα κι όταν υπόκειται σε ηλεκτροσόκ θέλοντας να  ξεχάσει τον Ενρίκε για πάντα. Ένα τόσο μικρό σώμα χωράει μια τόσο μεγάλη καρδιά – μπορεί να μάς εκπλήξει μια τέτοια συνειδητοποίηση όταν διακατεχόμαστε από ναρκισσιστική υπεροχή παρατηρώντας τους νάνους από τόσο ψηλότερα. Η πρώτη αντίδραση του νέου ποιητή είναι η οργή και η αποξένωση σ’ αυτήν τη ζωή από τη γυναίκα όλων των θανάτων του και από τη ζωή που κουβαλάει στα σπλάχνα της χωρίς τα δικά του σπερματοζωάρια, είναι να καταφύγει στη γνώριμη ψυχολογική κατασκευή του πόνου αντί να ανοιχτεί στην αγάπη του.

Γύρω τους, οι συνοδοιπόροι στην κοινή λαχτάρα για μια άλλη ζωή, ριζικά διαφορετική από τα πρότυπα της πατριαρχικής κοινωνίας, λένε χαρούμενα ότι θα «είναι το παιδί όλων» τους! Ανάμεσά τους, ο Αλεχάντρο, νέος ποιητής κι αυτός, ένας «ουλτραπιανίστας» που σπάει το πιάνο από το πάθος του με σφυριά χτυπώντας τις γυμνές χορδές μέσα σε παραφορά, ένας «υπερτενόρος», μία μπαλαρίνα που κινείται μόνο χορεύοντας, μια κοπέλα που δεν μπορεί να περπατήσει, πάντα τυλιγμένη σαν κασκώλ στους ώμους του αγαπημένου της, ένας νάνος, ερωτευμένος με την Πεκενίτα που μέσα σε μια στιγμή αναθεωρεί την πρόθεσή του ν’ αυτοκτονήσει επειδή δεν τον αγαπάει, λέγοντας: «Αν δεν μ’ αγαπάς, θα σε κάνω να με αγαπήσεις» – όλοι τους, οικεία απόκοσμα πλάσματα ενός φωτεινού παραμυθιού, επιθυμώντας να γευτούν τη ζωή μέχρι το μεδούλι της. Αν θέλαμε να κατανοήσουμε γιατί ζούμε χωρίς χαρά και εμπιστοσύνη στον άλλον, θα συνειδητοποιούσαμε ότι πεθαίνουμε τρομαγμένοι επειδή δεν έχουμε προφτάσει να ζήσουμε. Ότι αρκούμαστε σε μια ζωή με ορισμένες χρυσές αναμνήσεις ευτυχίας, έχοντας συρρικνώσει την αγάπη στις διαστάσεις ενός συναισθήματος και τον έρωτα, σ’ αυτές μιας συγκινησιακής έξαψης. Ότι ζούμε μόνιμα προφυλαγμένοι από το φόβο του πόνου. «Το ποίημα φτάνει στην τελειότητα όταν καίγεται, και η ποίηση, όταν δεν αφήνει ίχνη στη γη, σαν τη σκιά του αετού που πετά», λέει ο Ενρίκε.


Για τον ποιητή Αλεχάντρο Χοδορόφσκι, η ποίηση είναι η ίδια η ζωή, είναι η απελευθέρωση από τα ασυνείδητα δεσμά του παρελθόντος μας, κατακτώντας πια μια νεότητα έως το θάνατο, είναι το θαύμα της συνειδητοποίησης ότι δεν ζούμε αυτό που στ’ αλήθεια είμαστε παρά αναπαράγουμε τυφλά ό,τι έχουμε υποστεί στην παιδική μας ηλικία. Ο Αλεχάντρο αυτής της παρέας των νέων καλλιτεχνών στην ταινία, είναι ο Χοδορόφσκι από την εφηβεία ως τα 23 του. Δεν πρόκειται για μια αφήγηση των αναμνήσεών του μονάχα, ταυτόχρονα ανακατασκευάζει θεραπευτικά το παρελθόν του, τη συγνώμη που δεν τού ζήτησε ποτέ ο φαλλοκράτης, αυταρχικός πατέρας του και τη συγχώρεση που δεν τού προσέφερε ποτέ ο γιος του – όπως πραγματοποιείται συγκινητικά στην ταινία (και, σε μια άλλη θεραπευτική ανακατασκευή του παρελθόντος, η κινηματογραφική του μητέρα δεν μιλάει παρά μόνο τραγουδάει οπερετικά ενώ η πραγματική του μητέρα ήθελε να είχε γίνει τραγουδίστρια αλλά δεν το πραγματοποίησε. Ο Χοδορόφσκι είναι, επιπλέον, ψυχοθεραπευτής με μια δική του εναλλακτική μέθοδο μέσω της ποίησης και της εμπειρίας, ονομάζοντάς την “ψυχομαγεία”). Η λυτρωτική απόσταξη μέσα από τα κακοποιητικά βιώματά του, αυτό που έμαθε από έναν πατέρα που δεν τον αγάπησε, είναι ότι «η αγάπη είναι απόλυτη ανάγκη» – δεν κληρονομείται κατ’ ανάγκη ένα ανεξίτηλο τραύμα που θαρρείς ότι τα μάγια του δεν μπορούν να λυθούν ποτέ.


Η αφήγηση ξεκινά από την επανάστασή του κατά της πατρικής βούλησης, στα μέσα της δεκαετίας του 1940, διεκδικώντας, όχι μόνο να γίνει ποιητής, παρά να ζήσει ποιητικά. Όμως, η απομάκρυνση από την οικογενειακή εστία και τα πρόσωπα που μάς έχουν διαμορφώσει κατά την περίοδο της φυσικής εξάρτησής μας απ’ αυτά, δεν συνεπάγεται το άμεσο ξερίζωμα της επιρροής τους από μέσα μας. Γι’ αυτό, η γυναίκα που ο Αλεχάντρο ζει τον πρώτο του έρωτα, παθιασμένα αλλά ανολοκλήρωτα, μια εκκεντρική ποιήτρια που εξουθενώνει τον παρθένο ποιητή με τη χαοτική προσωπικότητά της, είναι ένα αντεστραμμένο ψυχολογικά είδωλο της γεμάτης έγνοιας αλλά υποχωρητικής στην αντρική βούληση μητέρας του- και, η ηθοποιός που υποδύεται αυτούς τους δύο γυναικείους ρόλους, είναι η ίδια. Γι’ αυτό, η εκλογική επικράτηση του στρατηγού Ιμπάνιες ντελ Κάμπο το 1952, σε μια αναβίωση της προηγούμενης δικτατορικής πρακτικά διακυβέρνησής του, αναβιώνοντας παράλληλα στον Αλεχάντρο αναμνήσεις της πατρικής εξουσίας, επιδρά καταλυτικά στην απόφασή του να εγκαταλείψει την Χιλή, βλέποντας το όνειρό του να μην χωράει πια εκεί- και, οι  ηθοποιοί που υποδύονται αυτούς τους δύο αντρικούς ρόλους, μοιάζουν τόσο πολύ μεταξύ τους.


Ο (ποιητής, συνθέτης, μίμος, κομικογράφος, ερμηνευτής του Ταρώ και ψυχοθεραπευτής) Χοδορόφσκι ήταν 87 χρονών όταν σκηνοθέτησε αυτήν τη δεύτερη ταινία της αυτοβιογραφικής πενταλογίας που έχει προαναγγείλει. Όπως πάντα, είναι ένας εικαστικός μάγος με οργιαστική φαντασία. Αξέχαστες εικόνες από ένα καρναβάλι, όλοι μεταμφιεσμένοι σε ασπρόμαυρους σκελετούς ή κόκκινους διαβόλους, να κατακλύζουν τους δρόμους, χορεύοντας σε μια φαντασμαγορική γιορτή της ζωής – ολόκληρη η ταινία είναι, θαρρείς, πρόσκληση του Χοδορόφσκι σε μια γιορτή! Ταυτόχρονα, είμαστε σαν θεατές μιας κινηματογραφημένης θεατρικής παράστασης με θέμα τα νεανικά του χρόνια καθώς βλέπουμε τους κατοίκους της πόλης να φοράνε ολοπρόσωπες μάσκες, τραίνα φτιαγμένα από χαρτόνι και προσόψεις κτιρίων καλυμμένες με ζωγραφιές κτιρίων αλλοτινών εποχών, τονίζοντάς μας το πόσο λεπτά είναι τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ονειρική ανάμνηση και αναπαράστασή της.

Μια ευφορική ατμόσφαιρα με τον Λατινοαμερικάνικο μαγικό ρεαλισμό και, κυρίως, τη σουρεαλιστική ελευθερία του ονείρου! Ακόμα κι αν προς το τέλος, μειώνεται η ορμή του, τείνοντας προς μια πιο ψυχαναλυτική διάσταση και μια εξιδανίκευση της ποιητικής ιδιότητας μέσα από μια ονειρική αποδοχή της από όλο και περισσότερους ανθρώπους, ακόμα κι αν μάς λείπει ο μεγαλύτερος φωτισμός των υπόλοιπων χαρακτήρων (που αναφέρονται σε μεταγενέστερα καταξιωμένους ποιητές), έχουμε βιώσει μια ταινία που δεν μπορούμε να πούμε με λόγια ό,τι αισθανόμαστε και κατανοούμε παρά χαμογελάμε και θέλουμε να χορέψουμε.

* Η ταινία «Ποίηση χωρίς τέλος» είναι διαθέσιμη για προβολή στο ertflix.gr μέχρι τις 15 Απριλίου 2021.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 92 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES


Back to Top