Τέταρτο
121 Προβολές

«Πόνος και δόξα» του Αλμοδόβαρ: Το γνώριμο που δεν γίνεται τελικά οικείο




«Πόνος και Δόξα» (Dolor y Gloria)
Σκηνοθεσία: Αλμοδόβαρ
Ηθοποιοί: Αντόνιο Μπαντέρας, Πενέλοπε Κρουζ, Λεονάρντο Σμπαράλια
Ισπανία, 2019

Πώς καταφέρνει μια εξομολόγηση βαθιά προσωπικών καταστάσεων σε μια καλλιτεχνική δημιουργία να ξεπερνάει τα όρια της αυτοαναφορικότητας και ν’ ανοίγεται σ’ ένα ευρύτερο πεδίο υπαρξιακού προβληματισμού, αγγίζοντας και τους άλλους; Ή, αντίθετα, πως καταλήγει στον περιορισμό της σε μιαν αναφορά γεγονότων, σχέσεων, απωλειών, φόβων που όσο γνώριμα κι αν είναι για πολλούς ανθρώπους, δεν επιτυγχάνει την πολυπόθητη σύνδεση μ’αυτούς; Είναι τόσο λεπτά τα όρια κι ο κίνδυνος να μην πετύχει η αναγωγή από το ατομικό στο συλλογικό, πάντα ελλοχεύει.

Η αυτοβιογραφική ταινία του Αλμοδόβαρ, «Πόνος και δόξα» καλύπτει σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του, από τότε που ήταν ένα ιδιαίτερα έξυπνο παιδί που ζούσε κυρίως με τη μητέρα του, σε μια σπηλιά- υπόσκαφο σπίτι, σε μια περιοχή φτωχών εργατών και μεταναστών, έως το σήμερα όπου είναι ένας διάσημος κινηματογραφικός σκηνοθέτης, αρκετά χρόνια άπραγος, και, μαζί με το άγχος της απουσίας έμπνευσης, ταλανίζεται από ένα σωρό προβλήματα υγείας και το φόβο του θανάτου. Έχει γίνει υποχόνδριος, καταθλιπτικός, αποκομμένος, προσπαθώντας να συμφιλιωθεί με τον πραγματικό του εαυτό (ο «πόνος») και να ζήσει πια χωρίς την εικόνα του (η «δόξα»).


Ωστόσο εδώ δεν αισθάνομαι να φωτίζεται κανένας άλλος χαρακτήρας πέραν αυτού του κεντρικού ήρωα, που είναι η προβολή του Ισπανού δημιουργού μέσα στην ταινία. Τα υπόλοιπα πρόσωπα υπάρχουν σαν δορυφόροι του, τα δικά τους κίνητρα μέσα στις σημαδιακές τους σχέσεις μαζί του, μένουν στο περιθώριο. Η αλληλεπίδραση και η συνδιαμόρφωση μέσα απ’ αυτές τις σχέσεις, δεν μας μεταδίδονται πέραν της αναφοράς στον πόνο του χωρισμού και στην πικρή ανάμνηση του ανολοκλήρωτου. Ένας ηθοποιός που είχε πρωταγωνιστήσει στην τελευταία μεγάλη επιτυχία του σκηνοθέτη, χρόνια τσακωμένος μαζί του από τότε, τον εκλιπαρεί να ερμηνεύσει έναν παλιό, άπαιχτο θεατρικό μονόλογό του που αράχνιαζε ηλεκτρονικά στη μνήμη του υπολογιστή του. Δηλώνεται το επείγον του αιτήματός του, εξηγείται αλλά δεν μας αγγίζει. Μέσα σ’ αυτόν το μονόλογο, γίνεται μια αναδρομή στη μεγάλη ερωτική σχέση μ’ έναν άλλον άντρα στα νιάτα τους. Ένα βράδυ, αυτός ο άλλος άντρας, τυχαίνει να παρακολουθήσει την παράσταση. Αναγνωρίζει, μέσα από το κείμενο και την ερμηνεία του, αυτήν την αναβίωση της σχέσης τους και κλαίει. Αυτή η αναβίωση, συρρικνώνεται σε μια περιγραφή κάποιων σκηνών στο θεατρικό σανίδι. Για μας είναι σαν να παρακολουθούμε μια μερική αναπαράσταση: βλέπουμε μονάχα την εικόνα ενός συγκινημένου ανθρώπου (όπως και όλων των υπολοίπων θεατών) αλλά δεν νιώθουμε κάτι από τον σπαραγμό του. Το ίδιο βράδυ, επισκέπτεται τον μεγάλο του έρωτα, το σκηνοθέτη μας: τους χωρίζουν πια, τα χρόνια από τότε που ήταν νέοι και ερωτευμένοι, οι γεωγραφικές αποστάσεις, οι διαφορετικές ζωές τους. Τους χωρίζει πια και η αίσθηση του αποτυπώματος από το πέρασμα του χρόνου: πάντα ζωντανές η τρυφερότητα και η επιθυμία, όχι όμως πιο δυνατές από την πεποίθηση της ματαιότητας, ότι ούτε η πιο μαγική στιγμή δεν μπορεί πια ν’ αλλάξει μια δρομολογημένη, θαρρείς, ζωή. Αυτή η θλίψη τους, εξαντλείται σ’ ένα αφηγηματικό επίπεδο, την καταλαβαίνουμε αλλά δεν φτάνει ως εμάς.


Ένας απόηχος της σχέσης με τη μητέρα του, μια προστατευτική ύπαρξη στη ζωή του, μας μεταδίδεται περισσότερο έστω κι αν η ταινία δεν εμβαθύνει παρά μάλλον γλιστράει στην επιφάνεια. Οι ερμηνείες των δύο γυναικών στους ρόλους της μητέρας στην παιδική του ηλικία και στη μεσήλικη πια ζωή του, έχουν θέρμη, αμεσότητα. Ο σκηνοθέτης μας φαίνεται ν’ αναζητάει το υποκατάστατο αυτής της προστασίας, σε όλες τις ενήλικες σχέσεις του καθώς προτιμάει να περιβάλλεται από ανθρώπους που τον φροντίζουν. Θα μπορούσε ο υποφωτισμός όλων των υπολοίπων χαρακτήρων της ταινίας, ν’ αντανακλά αυτήν την εγωιστική του ανάγκη, όμως και πάλι, περισσότερο ερμηνεύουμε παρά κατανοούμε αυτόν τον αποκλεισμό των άλλων από τη ζωή του.

Δόξα έχουμε ζήσει στην παιδική μας ηλικία, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της ζωής μας, μέσα από τη φροντίδα και την προστασία των γονιών μας. Την έχουμε ζήσει σε μερικές σχέσεις μας, ιδιαίτερα της νιότης μας. Η ίδια η νιότη είναι μια δόξα. Πόνο έχουμε ζήσει στις συναισθηματικές μας ανάγκες που δεν καλύφθηκαν από τους γονιούς μας. Στο τέλος σχεδόν κάθε προσωπικής μας σχέσης. Στη διαρκή φθορά της εικόνας μας. Ο πόνος, σαν κυρίαρχο συναίσθημα της ζωής που ’χει περάσει και σαν μελλοντικός φόβος για ό,τι θα’ρθει. Όμως, όσο κι αν όλες αυτές οι καταστάσεις είναι κοινές για όλους μας σχεδόν, το γνώριμο δεν είναι κατ’ ανάγκη και οικείο ώστε να συνδεθούμε ουσιαστικά με όλους όσους διασταυρωνόμαστε στο διάβα της ζωής μας. Έτσι κι εδώ, ο Αλμοδόβαρ δεν καταφέρνει να εξελίξει αυτό το γνώριμο σε οικείο. Ένα σπαραγμός, υπόκωφος έστω, λείπει για να συντονιστούμε. Μια βεβαιότητα που φαίνεται να ‘χει ο Αλμοδόβαρ για το εγχείρημά του,  η άνευρη ερμηνεία του Μπαντέρας στον κεντρικό ρόλο (οι υπόλοιπες ερμηνείες, εκτός των δύο μανάδων, είναι πειστικές αλλά δεν μας μεταδίδουν κάτι ιδιαίτερο), συμβάλλουν στην αίσθηση της απόστασής μας. Όλα είναι αναμφισβήτητα κατανοητά, περισσότερο, όμως, σ’ ένα σεναριακό επίπεδο. Έχουμε την αίσθηση μιας λειψής ψυχανάλυσης, όπως όταν ψάχνοντας για τις δικές μας κρυμμένες αλήθειες και φόβους, αναφερόμαστε σ’ αυτές αλλά μ’ έναν τρόπο λες και μιλάμε για κάποιον άλλον- κάποιον τόσο γνωστό μας, αλλά όχι για μας τους ίδιους.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 78 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top