Τέταρτο

«Πού κρύβεται η Άννα Φρανκ» του Άρι Φόλμαν – Αναζητώντας τα υπαρξιακά νήματα που συνδέουν το χθες με το σήμερα


«Πού κρύβεται η Άννα Φρανκ» (Where is Anne Frank)
Σκηνοθεσία:  Άρι Φόλμαν
Animation παραγωγής Ισραήλ, Βελγίου, Γαλλίας, Λουξεμβούργου και Ολλανδίας, 2021

Κανένας από την ουρά των επισκεπτών έξω από το μουσείο Άννας Φρανκ, δεν εκφράζει λύπη βλέποντας τους πρόσφυγες σε σκηνές μέσα στο καταχείμωνο, προφανώς σκεπτόμενοι ότι είχαν δυνατότητα προφύλαξης στα κτίρια όπου στεγάζονται άλλοι πρόσφυγες, ότι δεν μπορεί παρά να βρίσκονται παράνομα στο Άμστερνταμ. Κανένας δεν δίνει σημασία στην αστυνομική επιχείρηση απομάκρυνσής τους, προφανώς πιστεύοντας ότι δεν έχουν θέση εκεί αυτοί οι φτωχικά ντυμένοι άνθρωποι που φαίνεται να εκφράζουν μια διαμαρτυρία, άγνωστο για τι. Πιστεύουμε ότι μόνο οι κοινωνικά ευπρεπείς πολίτες, αυτοί που προσαρμόζονται στα αποδεκτά πρότυπα της κοινωνίας, πρέπει να ‘χουν πρόσβαση στους ιερούς χώρους (το συγκεκριμένο μουσείο προκαλεί δέος, προσελκύοντας εκατομμύρια επισκέπτες που υποβάλλουν ένα προσκύνημα προς τιμήν των θυμάτων του Ολοκαυτώματος και της Άννας Φρανκ ενώ το πασίγνωστο ημερολόγιο θεωρείται εθνικό κειμήλιο στην Ολλανδία). Πιστεύουμε ότι το ιερό πρέπει να επισκιάζει κάθε βάσανο της εγκόσμιας ζωής κι ότι κατακτάται, όχι τόσο με ταπεινότητα ούτε ελεύθερα παρά, κυρίως, με πειθαρχία στις διδαχές μιας αυθεντίας, ελέγχοντας τη συμπεριφορά μας. Και, δεν κρίνουμε άξιους γι’ αυτές τις διανοητικές διεργασίες, τους κοινωνικά περιθωριακούς και τους περιθωριοποιημένους ή τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες που τα ιερά και όσια τους αξιολογούνται σαν λιγότερο σημαντικά από τα δικά μας.

Αυτοί που περιμένουν στην ουρά, αδημονώντας να επιδείξουν πόσο βαθιά τους άγγιξε η επίσκεψη στην κρυψώνα της Άννας Φρανκ, πιστεύουν ακράδαντα ότι δεν θα επέτρεπαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας σαν τα ναζιστικά. Δεν κατανοούν ότι η ανοχή τους, αν όχι έγκριση, στις πολιτικές που δημιουργούν τη σημερινή προσφυγική και μεταναστευτική κρίση, ενισχυμένη με την άγνοια για τα δικαιώματα αυτών των ανθρώπων, έχει την ίδια φύση με εκείνη των Γερμανών (και Ευρωπαίων) πολιτών στη ναζιστική θηριωδία. Ότι, παρά τις σημερινές δυνατότητες ενημέρωσης για τη βιαιότητα των εχθροπραξιών και τα οικονομικά συμφέροντα που υφέρπουν, οι διαφωνίες δεν ολοκληρώνονται σε ουσιαστική αντίδραση, έχοντας εσωτερικεύσει το δόγμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πραγματικότητα εκτός απ’ αυτήν που ζούμε. Τη νύχτα της αστυνομικής απομάκρυνσης των προσφύγων, όμως, οι δυνάμεις της φύσης θα τούς μηνύσουν ότι δεν αρκούν οι τιμές στη μνήμη της Άννας παρά ότι επείγει να αναζητηθούν τα υπαρξιακά νήματα που συνδέουν το χτες με το σήμερα: ένας κεραυνός σπάει τα τζάμια και τη βιτρίνα του μουσείου όπου φυλάσσεται το πολύτιμο- άρα προσοδοφόρο- ημερολόγιο και το μελάνι από τις λέξεις στροβιλίζεται μέχρι να συμπυκνωθεί στην ενσάρκωση ενός προσώπου από τις σελίδες και τη φαντασία της Άννας.


Ένα βράδυ, στο θέατρο του Άμστερνταμ «Άννα Φρανκ», μια νέα διακόπτει την παράσταση λέγοντας ότι η Άννα δεν θα ήθελε να λατρεύεται  παρά να θυμόμαστε ότι οφείλουμε να προσπαθούμε να σώζουμε κάθε ζωή που κινδυνεύει. Οι θεατές, όμως, αρκούνται στην εκπλήρωση μιας ιδεολογικής υποχρέωσης να παρακολουθούν αυτές τις παραστάσεις χωρίς να κοινωνούν το πνεύμα της έφηβης Εβραίας που μέχρι τέλους πίστευε στην ανθρώπινη καλοσύνη. Άραγε, θα πρόσεχαν την Κίττυ που διέκοψε την προκατασκευασμένη μυσταγωγία τους αν γνώριζαν ότι ήταν η μόνη φίλη τής Άννας όσο κρυβόταν, η φανταστική φίλη που είχε δημιουργήσει γράφοντας το ημερολόγιο της; Θα αναρωτιόνταν γιατί συγκινούνται με το δράμα της Άννας που στερήθηκε μια φυσιολογική ζωή λόγω της καταγωγής της αλλά δεν τους αγγίζει το ίδιο δράμα των προσφυγόπουλων που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους;

Ο Ισραηλινός Άρι Φόλμαν, παιδί επιζώντων των στρατοπέδων συγκέντρωσης, δήλωσε ότι η πρόθεσή του ήταν μια ταινία για παιδιά και νέους, θέλοντας ν’ ανασύρει το παρελθόν και να προκαλέσει συναισθήματα για τα παιδιά που σήμερα βρίσκονται σε εμπόλεμες ζώνες. Ζωντανεύει την Κίττυ σ’ έναν καινούριο παλιό κόσμο με πολέμους, νεκρούς και τραυματίες, εκτοπισμούς κι αποκλεισμούς, όπου, πέρα από τους νέους που αγνοούν το Ολοκαύτωμα και τον ναζισμό, εκατομμύρια ενήλικες δεν έχουν εμπεδώσει το νόημα αυτής της ανθρώπινης τραγωδίας ενώ γνωρίζουν τι είχε συμβεί. Περνώντας από κτίρια, νοσοκομεία και γέφυρες με το όνομα της Άννας καθώς αναζητά πληροφορίες για την τύχη της, η Κίττυ είναι ορατή μόνο από τους περιθωριακούς και τους περιθωριοποιημένους: απ’ τα «κλεφτρόνια των μουσείων» (κλέβοντας αυτούς που στήνονται στην ουρά, διατεθειμένους να καταβάλλουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο αντίτιμο- αυτούς που κρίνουν τυφλά συμπεριφορές, πιστεύοντας στην ανάγκη της τάξης που πρέπει να επιβάλλεται από μια εξωτερική αρχή), κι απ’ τους πρόσφυγες, εκτοπισμένους από τις πατρίδες τους στην Αφρική εξαιτίας των συρράξεων που υποκινούνται από τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη και της φτώχειας, σήμερα ζώντας στοιβαγμένοι σε παλιά κτίρια, με κακές συνθήκες διαβίωσης μέχρι να υποβάλλουν αίτηση χορήγησης ασύλου. Παρέα με ένα «κλεφτρόνι», η Κίττυ ανακαλύπτει έξω από την τουριστική βιτρίνα της μεγαλούπολης, «που κρύβεται η Άννα Φρανκ» σήμερα: στους παρίες των κοινωνιών μας που βιώνουν τη δική τους τραγωδία όσο εμείς κατοχυρώνουμε το δικαίωμα στην παθητικότητα, εκλογικεύοντας τους φόβους μας.


Υπάρχουν, βέβαια, διαφορές ανάμεσα στους καιρούς της Άννας Φρανκ και των προσφύγων και μεταναστών: σήμερα, δεν θανατώνονται μαζικά σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης (παρά επαναπροωθούνται παράνομα και απάνθρωπα ή αφήνονται αβοήθητοι στις  θάλασσες μέσα στα δουλεμπορικά πλοιάρια του θανάτου) ωστόσο ο φασισμός έχει ενδυθεί τον μανδύα δημοκρατικών κομμάτων με μεγάλη αποδοχή. Ο Φόλμαν παραλληλίζει τις εποχές θέλοντας να προκαλέσει τον συνειρμό μας ώστε να συνειδητοποιήσουμε την επικαιρότητα του Μπρεχτ: «Μη χαίρεστε που σκοτώσατε το κτήνος. H σκύλα που το γέννησε, ζει και είναι πάλι σε οργασμό». Η Κίττυ του, ενσαρκώνοντας το πνεύμα της Άννας χωρίς να ξεχνάει τα λόγια της ότι «οι άνθρωποι πάντα βρίσκουν μια μειονότητα να κατηγορήσουν για ό,τι κακό τους συμβαίνει», δρα ακτιβιστικά απειλώντας ότι θα καταστρέψει το ημερολόγιο ώστε η αστυνομία να ανακαλέσει μια μαζική απέλαση προσφύγων.

Τοποθετημένο χρονικά σε «ένα έτος από σήμερα», ο Άρι Φόλμαν σκηνοθετεί ένα ευφάνταστο, υπέροχο εικαστικά animation, με τους ναζί να απεικονίζονται πανύψηλοι, μαυροφορεμένοι, έχοντας καλυμμένα τα πρόσωπά τους με άσπρες μάσκες, πανομοιότυποι συμβολίζοντας τη μετατροπή τους από υπεύθυνους πολίτες σε πειθήνιους υπηκόους και, τέλος, σε δολοφονικές μηχανές, με την έντονη αντίθεση ανάμεσα στην απαλή φωτεινότητα των χρωμάτων στις σκηνές της Άννας, της Κίττυ και των φίλων της, και στον σκοτεινό κόκκινο ουρανό όπου θαρρείς ότι αντανακλάται το αθώο αίμα που χύνεται στη γη. Νιώθουμε ολοζώντανα τα δύο κορίτσια, την Άννα που διψάει να ερωτευτεί, θυμώνει με τους μεγάλους, ωριμάζει γρήγορα χωρίς αυτολύπηση, και την Κίττυ που αποφασίζει να ζήσει μακριά από την ασφάλεια της αθανασίας του μουσείου. Και, παρά τη χαλάρωση του ρυθμού σε ορισμένες επιμέρους ιστορίες, η ταινία, χωρίς διδακτισμό και μελό, εμπνέει αισιοδοξία και μας συγκινεί.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 133 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top