tetartopress

Πυροσβέστες


Εμείς, όταν έχουμε εφιάλτες από τις πυρκαγιές, σπάνια βλέπουμε τις φλόγες. Το πιο συχνό είναι να ακούμε το βουητό τους. Αυτό είναι το πιο ανυπόφορο πράγμα. Το βουητό της φωτιάς είναι η φωνή του Χάρου. Όταν ήρθε ο ντόπιος διοικητής και είπε στο Βασίλη ότι πήραμε διαταγή από το Στρατηγό που παρακολουθούσε από το απέναντι ύψωμα για “Συσκευασία και αποχώρηση”, εγώ ντρέπομαι, αλλά ανακουφίστηκα. Ήξερα ότι αν αποχωρούσαμε θα καιγόταν το χωριό, αλλά ανακουφίστηκα. Κι ο Βασίλης είχε τη μάνικα απλωμένη δίπλα του μέχρι την άκρη του φαραγγιού και στεκόταν με ανοιχτά τα πόδια και κρατούσε το φραπέ στο χέρι και κοίταγε τις φλόγες χαμηλά στο γούπατο στα διακόσια μέτρα, και γυρίζει και λέει “Εγώ με πέντε τόνους νερό δε συσκευάζω. Ακροβολισμένος στην ώρα μου και γεμάτος νερό ξέχνα το, δε συσκευάζω που να χτυπιέσαι”. Ο Στρατηγός είχε δει την ομάδα των Αθηναίων να φεύγει πανικόβλητη. Είχαν ρίξει όλο το νερό πολύ νωρίς και η κάψα της φωτιάς το είχε ήδη εξατμίσει. Χτύπησε και ένας δικός τους με τη μάνικα όπως είχε πίεση δίπλωσε, του έφυγε από τα χέρια και τον έκοψε στη γάμπα. Τον πήραν σηκωτό για ράμματα, στον πανικό τους άφησαν και τους σωλήνες μέχρι κάτω το φαράγγι και κάηκαν. Δεν είχαν εμπειρία οι άνθρωποι σε εξοχικό πεδίο, όλους μας έστελναν παντού, στο Κέντρο ένας πανικός, μπλοκαρισμένη η συχνότητα τέσσερις μέρες σερί.

Τα είδε όλα αυτά ο Στρατηγός με το κιάλι από απέναντι και έδωσε την εντολή αποχώρησης. Ο διοικητής ενοχλήθηκε πολύ από την απάντηση του Βασίλη, ερχόταν σε δύσκολη θέση. “Έχεις κόσμο; Πώς θα επιχειρήσεις χωρίς κόσμο;” Ο Βασίλης γύρισε και κοίταξε το Χρήστο που στεκόταν στη δεύτερη μάνικα. Εκείνος κατάλαβε κι έβαλε μια φωνή για να ακουστεί πάνω από το βουητό της φωτιάς “Εγώ θα μείνω” και μετά και οι τρεις τους γύρισαν και κοίταξαν εμένα. Να φύγω ήθελα, να τρέξω μακριά. Από τη στιγμή που το όχημα μας, μια ώρα πριν, είχε περάσει μέσα από τις φλόγες κι εγώ τραβούσα με το κινητό μου και το χέρι να τρέμει, είχα δαγκώσει τα χείλη να μην το ξεστομίσω, εδώ το είχα, “να γυρίσουμε πίσω παιδιά, θα καούμε”. Κι ο οδηγός θυμάμαι καθαρά όταν είδε τη φωτιά άφησε το πόδι από το γκάζι και βόγκηξε, κι ο Βασίλης έβαλε τις φωνές “Μην κόβεις, πάτα το, μην κοιτάς τη φωτιά, μπροστά σου κοίτα” γιατί ήξερε ότι περνούσαμε το μέτωπο και ήταν θέμα δευτερολέπτων να βγούμε πίσω στα καμένα να σωθούμε. Όλοι μας το ξέραμε αλλά δεν μπορείς να είσαι πάντα ψύχραιμος, άνθρωποι είμαστε, τα χάνουμε. Φτάσαμε στο χωριό κι ερχόντουσαν άνθρωποι και μας ρωτούσαν αν θα καούν τα σπίτια τους, αν θα καούν οι ίδιοι. Εμείς τους καθησυχάζαμε, κάναμε και καλαμπούρια, όμως εμένα η ψυχούλα μου το ήξερε το πώς ήμουν, πριν δυο μέρες είχαν καεί τρεις συνάδερφοι σε ένα χωματόδρομο ενώ προσέγγιζαν την Αρτέμιδα. Και τώρα με κοιτούσαν και οι τρεις τους να πάρω μια απόφαση, ο Βασίλης, ο Χρήστος και ο τοπικός διοικητής. Εμένα για τους δυο της ομάδας μου με ένοιαζε, τον άλλο ούτε που θα τον ξαναέβλεπα. Να φύγουμε ήθελα, αλλά ο Βασίλης έχει δυο παιδιά και ο Χρήστος ήταν νιόπαντρος. Εγώ ένα ρεμάλι ήμουν, τη μανούλα μου σκεφτόμουν μόνο, τη λυπόμουν να μάθει πως κάηκα ζωντανός, τη λυπόμουν αλλά ντράπηκα τα παιδιά. Η ματιά του Βασίλη μου βίδωνε τα πόδια στο χώμα. Είχε γυρίσει προς τα πίσω το κεφάλι και με κοιτούσε χωρίς να κουνήσει τα πόδια του, έμοιαζε σα να κατουράει τη φωτιά έτσι όπως στεκόταν. Ήθελα να πω “Συγγνώμη Βασίλη, φοβάμαι”, εδώ το είχα. Άλλωστε κι αυτός μας έλεγε πάντα “Ο φόβος δεν είναι ντροπή, μέσα μας χεσμένοι είμαστε όλοι”. Αλλά θες η ντροπή, θες το φιλότιμο, δεν είπα τίποτα. Απλά σήκωσα τη γροθιά λίγο σαν “Οκευ”, και λίγο σα να έλεγα “Στην υγειά μας”, κάπως άτσαλα μέσα στο φόβο μου, αλλά η απάντησή είχε δοθεί, θα έμενα.

Ο διοικητής επέμενε:
– Τον οδηγό των ρώτησες;
– Ο οδηγός είναι υπό τις διαταγές μου. Εσύ θέλω μόνο να αφήσεις το τζιπάκι σου μπροστά από το όχημα και να φύγεις με ένα πολιτικό αμάξι.

Ο διοικητής δε ζήτησε διευκρινήσεις για αυτό, ήταν ψημένος. Όταν είδε τον οδηγό στη θέση του άσπρο σαν το πανί, κατάλαβε. Το τζιπ έπρεπε να μπει μπροστά ώστε εκείνος να μη μπορεί να φύγει με το όχημα αν πάθαινε κανέναν πανικό, και μας άφηνε να καούμε. Προσπέρασε το Βασίλη, με δυο βήματα προς το γκρεμό και κοίταξε κάτω για μια στιγμή τη φωτιά.

– Συνάδερφε δε σταματάει αυτή η φωτιά με πέντε τόνους νερό.
– Το ξέρω ότι δε σταματάει, θα την εκτρέψουμε μόνο, να πάει ανάντι και να σωθεί το χωριό. Ξέρω τι κάνω.
– Θα μαζέψω τους πολίτες στην πλατεία, έχουν ήδη κοπεί τα δέντρα εκεί. Καλή σας τύχη, ο θεός μαζί σας.
– Καλή τύχη.

Πήραμε θέσεις στους σωλήνες και περιμέναμε το σύνθημα του Βασίλη να στείλει νερό ο οδηγός. Η φωτιά πλέον έκαιγε τις τούφες των τελευταίων δέντρων μέσα στο φαράγγι, βλέπαμε τις φλόγες να εμφανίζονται και να κρύβονται ξανά στο γκρεμό σα την πλάτη ενός δράκου που έπαιζε μαζί μας πριν μας φάει. Το βουητό ακόμα το θυμάμαι, σκέπαζε τα πάντα, δεν ακουγόσουν αν δε φώναζες. Αργούσε ο Βασίλης, θυμάμαι ότι καιγόντουσαν τα μούτρα μου και ούρλιαζα “Βασίλη, πες να δώσει νερό. Βασίλη, ξεκίνα” κι εκείνος ρούφαγε τζούρα-τζούρα το φραπέ του και σήκωνε το χέρι αργά σαν πασάς, και χωρίς να πάρει τα μάτια από το γκρεμό φώναζε “Όχι ακόμα, όχι ακόμα, βαστάτε”. Οι φλόγες ήταν, μα την Παναγία, εννιά δέκα μέτρα ύψος, λαμπάδιασαν και τα τελευταία πεύκα και ξαφνικά η φωτιά βγήκε από τη χαράδρα και ξεκίνησε να καβαντζάρει τη χαμηλή βλάστηση στο λίγο ίσιωμα που είχαμε αφήσει μπροστά μας. Αυτό περίμενε να δει ο Βασίλης, για να τη χτυπήσει στη ρίζα της και όχι ψηλά στα κλαριά, και τότε φώναξε “Νερό” κι εμείς με τη σειρά μας ουρλιάξαμε προς τα πίσω προς τον οδηγό “Νερό ρε, δώσε νερό” και βάστηξα με δύναμη το σωλήνα που φούσκωσε απότομα και χτυπιόταν σα βόας.

 
 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Ένας ελέφαντας με ρεντιγκότα

Ξένια Μαρίνου «Ένας ελέφαντας με ρεντιγκότα»

Το βιβλίο επιχειρεί μια διαφορετική τοιχογραφία των πρώτων τριάντα χρόνων της Γ΄ Γαλλικής Δημοκρατίας, εστιάζοντας στην ανασυγκρότηση και στον τρόπο ...
Wu Ming «Αλτάι»

Wu Ming «Αλτάι»

Βενετία, 1569. Ένα μπουμπουνητό συγκλονίζει τη νύχτα, ο ουρανός είναι κόκκινος και επικρέμαται απειλητικά πάνω από τη λιμνοθάλασσα: είναι η ...
Ηρακλής Παναγούλης «Ανεβοκατεβαίνοντας κλίμακες»

Ηρακλής Παναγούλης «Ανεβοκατεβαίνοντας κλίμακες»

Τρεις χρόνοι, τρεις γεωγραφίες. Δρόμοι, διαδρομές και δίκτυα στην Πελοπόννησο του 18ου αιώνα, στη μεταπολεμική Δίβρη Ηλείας, στις σύγχρονες παγκοσμιοποιημένες ...
Φρεντερίκ Α. Φαζαρντί "Sniper"

Φρεντερίκ Α. Φαζαρντί “Sniper”

Ο Σνάιπερ; Σίγουρα ο καλύτερος επίλεκτος σκοπευτής του πλανήτη. Ευσυνείδητος. Σκοτώνει μόνο για λεφτά· δεν του πέρασε ποτέ από το ...

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 8 Άρθρα

Ο Γιάννης Πανουτσόπουλος γεννήθηκε το 1981 στην Πάτρα. Σπούδασε Μηχανικός Αυτοματισμών στο ΤΕΙ Πειραιά. Ζει και εργάζεται στην Πάτρα ως προγραμματιστής. Από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη κυκλοφορεί η συλλογή διηγημάτων του με τίτλο «Ο Ζορό δεν έχει δίπλωμα για διαστημόπλοιο». | [email protected]

Back to Top