Τέταρτο

“Αγαπητοί Σύντροφοι!” του Αντρέι Κοντσαλόφσκι – Οι διαβαθμίσεις στην εφαρμογή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ


Αγαπητοί Σύντροφοι!” (Dorogie Tovarishchi! / Dear Comrades!)
Σκηνοθεσία: Αντρέι Κοντσαλόφσκι
Πρωταγωνιστούν: Γιούλια Βισότσκαγια, Βλάντισλαβ Κομάροφ, Γιέγκορ Γκορντιένκο.
Ρωσία, 2020

Νοβοτσερκάσκ στη Σοβιετική Ένωση, Ιούνιος 1962, στις προετοιμασίες της γιορτής που θα επέβαλλε την επιστροφή στην κανονικότητα μετά την αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων:
– “Zούμε σε σοσιαλισμό, σωστά; Αυτοί οι εργάτες έχουν δίκιο. Το μόνο που διεκδικούν, είναι τα συνταγματικά τους δικαιώματα”. (Γυρνώντας προς το στέλεχος της KGB:) “Σίγουρα σκέφτεσαι αν μπλοφάρω”.
– “Δεν σκέφτομαι στρατηγέ”.
– “Θα έπρεπε”. (Μετά από παύση:) “Το γεγονός ότι ζούμε σε σοσιαλισμό, είναι κι αυτό διαβαθμισμένο”.

Μια γιορτή θα ακολουθήσει την επίστρωση της ασφάλτου με νέο υλικό, καλύπτοντας το αίμα που την είχε ποτίσει: ελεύθεροι σκοπευτές της KGB είχαν δολοφονήσει 26 ανθρώπους και τραυματίσει 87. Απεργία των εργαζομένων στο εργοστάσιο ηλεκτροκίνησης (πρωτοφανές γεγονός τότε στην ΕΣΣΔ), αντιδρώντας στην άρνηση της διοίκησης να ακούσει τα αιτήματά τους μετά τη μείωση της αμοιβής και την αύξηση των στόχων παραγωγής, μαζικές διαμαρτυρίες μετά την αύξηση των τιμών σε βασικά τρόφιμα, διαδηλώσεις με κομμουνιστικές σημαίες και εικόνες του Λένιν σαν λάβαρα, προσωπική εντολή του Χρουστσώφ για ταχεία επίλυση της κρίσης, εμπλοκή του κρατικού μηχανισμού σε ολοένα και ψηλότερο επίπεδο, χρήση του στρατού για εκφοβισμό, ανάμειξη της KGB: αυτή η πραγματική ιστορία αποκαλύφθηκε το 1992, σ’ ένα αποχαρακτηρισμένο Σοβιετικό έγγραφο της εποχής Χρουστσώφ, εποχής αποσταλινοποίησης και εφαρμογής φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων βάσει του αναθεωρητικού δόγματος: “στον σοσιαλισμό, η οικονομία έχει μεγαλύτερη σημασία από την πολιτική”. Ο κεντρικός σχεδιασμός και η κοινωνική ιδιοκτησία αποδυναμώθηκαν ενώ ενισχύθηκαν τα κίνητρα κερδοφορίας των επιχειρήσεων και οι αρμοδιότητες των διευθυντών τους, κλονίζοντας όμως τις σοσιαλιστικές παραγωγικές σχέσεις και οδηγώντας σε βαθιά κρίση τη Σοβιετική οικονομία (στην ταινία, ωστόσο, λείπει μια επαρκής αναφορά σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο).

Η Λιουντμίλα, μαχήτρια του Κόκκινου Στρατού στον 2ο παγκόσμιο πόλεμο (όπου έχασε τον σύζυγό της), μέλος της τοπικής επιτροπής του κόμματος και μάρτυρας των αιματηρών γεγονότων, αναγκάζεται να υπογράψει δήλωση εμπιστευτικότητας, όπως όλα τα στελέχη, οι γιατροί και πολίτες που είχαν δει, με δέσμευση να σιωπήσει αλλιώς προβλέπονταν ποινές έως την εκτέλεση, μαθαίνει ότι οι τραυματίες βγαίνουν νεκροί από τα νοσοκομεία, παρακολουθεί μουδιασμένα πλέον τα προπαγανδιστικά προγράμματα της κρατικής τηλεόρασης όπου απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στα γεγονότα του Νοβοτσερκάσκ, σαν να μην άξιζαν δάκρυα αυτοί που, πρεσβεύοντας διαφορετική άποψη από την κρατική, σκοτώθηκαν ως εχθροί του σοσιαλισμού, ανακαλύπτει τους ανώνυμους τάφους έξω από την πόλη: “Είναι δικοί μας, πώς τους σκοτώνουν, πώς τους θάβουν χωρίς όνομα;”. Αν και νοσταλγός του Στάλιν (θυμίζοντας σε όλους ότι τότε μειώνονταν οι τιμές), θεωρεί ως χρέος της να υιοθετεί την κομματική άποψη, τόσο ότι η επίδραση της αύξηση των τιμών θα είναι θετική, επικρίνοντας όσους φοβούνται ότι αποκρύπτεται έλλειψη τροφίμων (“Είσαι Σοβιετική γυναίκα εσύ; Γίνονται κουβέντες για να γίνονται. Κράτα το στόμα σου κλειστό”, αντιδρά θυμωμένα σε μία φίλη της), όσο και στον χαρακτηρισμό των διαδηλωτών ως “χούλιγκανς”, ζητώντας την τιμωρία τους βάσει του νόμου. Με την ίδια επίμονη σταθερότητα αντιμετωπίζει τις διαφωνίες της έφηβης κόρης της (που συμμετέχει στις κινητοποιήσεις ενώ κρίνει τον Στάλιν ως δολοφόνο) και του πατέρα της, νοσταλγό του τσάρου (που φυλάσσει την παλιά στρατιωτική του στολή και μια εικόνα του Αγίου Γεωργίου)- τρεις γενιές όπου οι ιδεολογικές διαφορές τους ανάμεσά τους δεν απορρέουν μόνο από το γνωστό “χάσμα των γενεών” κάθε εποχής, επιπλέον αντανακλούν τη ρευστότητα των καταστάσεων στους ταραγμένους καιρούς που ζούσαν. Μετά την αιματηρή καταστολή, όμως, η Λιουντμίλα βρίσκεται μπροστά σ’ ένα υπαρξιακό σταυροδρόμι: όταν ένας άνθρωπος δεν έχει φοβηθεί να δώσει τη ζωή του στον αγώνα για έναν δίκαιο κόσμο, πώς δέχεται τη διάψευση τού ιδανικού του από την πραγματικότητα, πώς να αποκαθηλώσει τους ήρωες του; Πού τελειώνει ο ιδεαλισμός και πού αρχίζει η εθελοτυφλία, πότε είναι πίστη και πότε, πλάνη;


“Σε τι να πιστέψει κανείς αν όχι στον κομμουνισμό;”: το όραμα της Λιουντμίλα θα παραμείνει αλώβητο παρά την πικρή συνειδητοποίηση, τραγουδάει την “Ανοιξιάτικη πορεία” (“Σύντροφέ μου, προστάτεψε τη μάνα Γη, ο μεγάλος Σοβιετικός λαός είναι πίσω σου…”), όλο και πιο παθιασμένα, όλο και πιο απελπισμένα. Στις αφηγήσεις του πατέρα της για φριχτές θανατώσεις και διαπομπεύσεις αντιφρονούντων τα πρώτα χρόνια μετά το 1917, απαντά έχοντας πλέον αντικαταστήσει το αρχικό “Δεν” με ερωτηματικό στο τέλος: “Μπορούσε γίνει αλλιώς τότε;”. Και, σπάζοντας το δίχτυ ασφαλείας μιας δεδομένης ηθικής στάσης προς το κόμμα, παύει να αισθάνεται ένοχη ως κομμουνίστρια επειδή δεν είχε καταφέρει να ελέγξει την εφηβική “αντιδραστικότητα”, αγωνιώντας πλέον ως μητέρα για την αναζήτηση της αγνοούμενης έφηβης. Άραγε, χωρίς τον φόβο της απώλειας ενός δικού της ανθρώπου, θα’ χε αμφισβητήσει την εικονική πραγματικότητα όπως οριζόταν από το κράτος ή ο φόβος  λειτούργησε σαν καταλύτης για να έρθουν στο φως εσωτερικές διεργασίες της; Και, πόσα κομματικά στελέχη μπήκαν στη βάσανο του προβληματισμού, με αφορμή τις διαδηλώσεις και τις κρατικές δολοφονίες; Δεν επιτρέπει αισιοδοξία η απεικόνιση της υποκρισίας των συντριπτικά περισσότερων υπευθύνων μετά την καταστολή, δηλώνοντας με φλογερή θεατρικότητα μπροστά στους υψηλόβαθμους αξιωματούχους ότι δεν θα δίσταζαν να συγκρουστούν οι ίδιοι με τους απεργούς. Σ’ αυτό το δεύτερο μέρος της ταινίας, μας αγγίζει το υπαρξιακό δράμα της Λιουντμίλα (υπέροχη η ερμηνεία της Γιούλια Βισότσκαγια), οι σιωπές και η πικρία με τις συναισθηματικές εξάρσεις χωρίς μελοδραματισμό- αγαπημένη ατμόσφαιρα του Σοβιετικού και Ρώσικου σινεμά- και το ονειρικό, λυρικό φινάλε της διαγενεακής συμφιλίωσης στη στέγη ενός κτιρίου, θαρρείς ψηλότερα από την επίγεια αδικία και τους ανθρώπινους διαχωρισμούς, εκφράζοντας την ανάγκη της ελπίδας για ένα ανθρώπινο αύριο.

Το πρώτο μέρος, όμως, θα το ζήλευε Αμερικανός προπαγανδιστής του ψυχρού πολέμου: καρικατουρίστικη απεικόνιση ανθρώπινων καρικατούρων, υπευθύνων που κατάντησαν ανεύθυνα πιόνια ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού, τρομοκρατημένων για την απώλεια των προνομίων τους, που στέκονταν ψαρωμένα αγαλμάτινοι μπροστά στους εκάστοτε ανωτέρους τους, υπομένοντας εξευτελισμούς επειδή δεν έλεγξαν τις αναταραχές, ένα σύστημα αποξενωμένο από τον λαό με μόνο μέλημα τη μετακύλιση της ευθύνης- σ’ έναν αναδιπλασιασμό της πραγματικότητας όπου βλέπουμε και ξαναβλέπουμε χέρια να τρέμουν ή να σκουπίζουν τον ιδρώτα από φαρδιά μέτωπα, δουλοπρεπή γεμίσματα ποτηριών ιεραρχικά ανωτέρων, μπουλούκια που σπεύδουν σχεδόν παραπατώντας να κρυφτούν λες και δεν μπορούν πια να τρέξουν- χωρίς όμως να προστίθεται κάτι καινούριο δραματουργικά. Είναι κρίμα που η κριτική του Κοντσαλόφσκι εξαντλείται σε μια καταγγελία μέσω της σκόπιμης γελοιοποίησης των αξιωματούχων- είναι μεγάλη η αντίθεση με την οδύνη της ηρωίδας του που δεν παύει να πιστεύει και να αγωνίζεται για τον “θαυμαστό καινούριο” κόσμο.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 133 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top