Τέταρτο

122 Προβολές

“Corpus Christi” – Ανάμεσα σ’ αυτό που ζούμε, σ’ αυτό που είμαστε και σ’ αυτό που πιστεύουμε ότι ξέρουμε για μας



“Corpus Christi” (Boze Cialo)
Σκηνοθεσία: Γιαν Κομασά
Πρωταγωνιστούν: Μπαρτόζ Μπιελένια, Αλεξάντρα Κονιέζνα, Ελίζα Ρίσεμπελ
Πολωνία, 2019

Ένας νεαρός άντρας που έχει εκτίσει την ποινή του στο αναμορφωτήριο, δεν μπορεί να εργαστεί σαν ιερέας, όπως επιθυμεί, λόγω του ποινικού του μητρώου κι αντί να πιάσει δουλειά στο εργοστάσιο ξυλείας όπου του έχει εξασφαλιστεί θέση εργασίας, αποφασίζει να υποδυθεί τον ιερέα σ’ εκείνη την περιοχή.

Ποιοι είμαστε στ’ αλήθεια, λοιπόν; Είμαστε αυτό που ζούμε στην πραγματικότητα, οι πράξεις μας, τα λόγια μας; Ή δεν είμαστε μονάχα αυτό, ίσως ούτε καν αυτό, παρά (και) κάτι άλλο πιο κρυμμένο, αληθινό, που δεν το ζούμε είτε γιατί φοβόμαστε είτε γιατί δεν μπορούμε για λόγους ανώτερους της θέλησής μας; Και με πόση βεβαιότητα μπορούμε να γνωρίζουμε αυτό που πιστεύουμε ότι είμαστε στ’ αλήθεια όταν, έστω εξαιτίας των κοινωνικών συνθηκών, δεν μας επιτρέπεται η έκφρασή του, δεν είναι ζωντανό  κι αυτό, όλο και πιο πολύ, γίνεται μέσα μας μια ιδέα, μια άλλη εικόνα του εαυτού μας; Απέχουν, τελικά, το φαίνεσθαι από το είναι μας ή τέμνονται; Κι αν, θέλοντας να πραγματώσουμε αυτό που πιστεύουμε ότι στ’ αλήθεια είμαστε, λέγοντας λόγια που θα θέλαμε να ήταν τα δικά μας, αυτά που θα’ λεγε εκείνος ο άλλος μας εαυτός, κι αυτά γίνονται όλο και πιο δικά μας, ζώντας τη ζωή ενός άλλου που τον γνωρίζουμε καλά κι ας μην τον ξέρουμε, ανθίζοντας μέσα από το ψέμα για να μπορέσουμε να ζήσουμε την αλήθειά μας; Θα μπορούσαμε, τότε, να ξεχωρίσουμε την αλήθεια από το ψέμα ή το ψέμα μας θα είχε γίνει πια η αλήθειά μας; Κι αν, ανθίζοντας έτσι, οι άλλοι μας αποδέχονταν, μας ανοίγονταν, μας εμπιστεύονταν, αγνοώντας το αρχικό μας ψέμα, τη ζωή που είχαμε ζήσει ως τότε, τη ζωή κάποιου άλλου από εμάς τους ίδιους όπως πιστεύαμε, τότε, και πάλι, πόση σημασία θα είχε η διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα;


Στην ταινία “Corpus Christi”, ο Πολωνός σκηνοθέτης Γιάν Κομασά μας μεταδίδει τη θολότητα ανάμεσα σ’ όλες αυτές τις υπαρξιακές καταστάσεις, εκεί όπου η διάσταση ανάμεσα σ’ εμάς και τον άλλον, τον εξιδανικευμένο, “αληθινό μας εαυτό”, δεν είναι και τόσο σαφής όσο πιστεύουμε, κυρίως μέσα από τη μοναδική ερμηνεία του Μπαρτόζ Μπιελένια, σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες που έχω δει στον κινηματογράφο. Ο νεαρός πρωταγωνιστής δεν μας αφήνει να είμαστε βέβαιοι ότι έχουμε κατανοήσει τα βαθύτερα κίνητρά του κι έχουμε συχνά την αμφιβολία αν ο χαρακτήρας που υποδύεται, έχοντας πει σκόπιμα ψέμματα στην αρχή, ζει τελικά αυτό που πάντα επιθυμούσε ή αν μέσα απ’ αυτό που ζει πια καθημερινά, μαθαίνει κι ο ίδιος τι θα ήθελε πάντα να ζούσε, ίσως και μ’ έναν άλλο τρόπο απ’ αυτόν που φανταζόταν. Το μόνο που γνωρίζει με βεβαιότητα, είναι ό,τι δεν θέλει να συνεχίσει να ζει. Άραγε, ολοκληρώνεται εσωτερικά ή ολοκληρώνει την εξωτερική μεταμόρφωσή του; Τι συμβαίνει μέσα στην ανταριασμένη του ψυχή;

Ο Μπιελένια μας μεταδίδει τόσους πολλούς τόνους ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, στο συνειδητό και το ασυνείδητο, στο ελεύθερο και το καταναγκαστικό, χωρίς καμιά απ’ αυτές τις καταστάσεις να είναι απόλυτη, ξεκάθαρη. Είναι ένας εκπεσών άγγελος που μπορεί, όμως, να φτάσει έως το φόνο. Κι είναι ένας δολοφόνος που μπορεί να φτάσει έως την αγιοσύνη. Η κάμερα εστιάζει στα γαλάζια μάτια του, το φως που χύνεται μέσα από τα παράθυρα της εκκλησίας, λούζει την άσπρη του επιδερμίδα κι εμείς βλέπουμε ένα παιδί που μεγάλωσε βίαια σ’ ένα τόσο σκληρό κόσμο κι έναν άγγελο που επέστρεψε στη γη. Έχει, άραγε, αναδυθεί από μέσα του μια κατάσταση αθωότητας ή αναπαριστάνει με τόση σαρωτική πειστικότητα κάποιον άλλον; Ή αυτό που ζει πια, περιέχει και τις δύο αυτές καταστάσεις, σε μια ρευστή αναλογία;


Ο νεαρός πρωταγωνιστής σηκώνει στις ερμηνευτικές του πλάτες το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας, συμβάλλοντας στη δημιουργία μιας αμφίσημης ατμόσφαιρας για το ποια είναι στ’ αλήθεια τα βαθύτερα κίνητρά του. Το σενάριο, όμως, της ταινίας, η ανάπτυξη του χαρακτήρα του, δεν τον υποστηρίζει στο βαθμό που χρειάζεται αυτή η αμφισημία παρά μόνο σ’ επίπεδο προθέσεων. Το βαρύ παρελθόν που κουβαλάει ο ήρωάς μας, το κρυμμένο μυστικό της θεοσεβούμενης μικρής πόλης όπου ζει πια, η τολμηρή αντισυμβατικότητά του στο ρόλο που υποδύεται ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει, μέσα από το βασικό ψέμα που έχει διαδώσει για τον εαυτό του, καταλήγοντας να είναι πιο αληθινός από τους κατοίκους που δεν λένε ψέματα αλλά κρύβουν την αλήθεια, η σκιαγράφηση και των υπολοίπων χαρακτήρων, για όλα αυτά έχουμε μια επίμονη αίσθηση ότι χρησιμοποιούνται περισσότερο προσχηματικά μέσα στην ταινία με σκοπό το προχώρημα της ιστορίας παρά ότι έχουν δουλευτεί σε βάθος. Eίναι κρίμα γιατί η ιστορία αποδυναμώνεται αρκετές φορές μέσα μας.

Όμως, η βαθιά ανθρωποκεντρική ματιά του Κομασά που αφήνει την κάμερα να συλλάβει σε φυσικό χρόνο όλες τις αυθόρμητες εκφράσεις των ηθοποιών του, τις σιωπές τους, τους δισταγμούς τους, θαρρείς και τους παρατηρούμε σ’ ένα μικρό διαλογισμό τους στην οθόνη πριν πουν τα έτοιμα λόγια των ρόλων τους, οι εξαιρετικές ερμηνείες, το πολύ πικρό φινάλε όπου η αποκάλυψη της αλήθειας θα πονέσει βαθιά μονάχα το μόνο ειλικρινή άνθρωπο εκεί, μονάχα αυτήν όμως, μια νέα γυναίκα, ένα άλλο άγγελο, μόνη ενάντια στην υποκρισία όλων των υπολοίπων κατοίκων, όλα αυτά μας καθιστούν συμμέτοχους στο δράμα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Ο σκηνοθέτης πιστεύει πολύ στην αγωνία του χαρακτήρα που ενσαρκώνει ο πρωταγωνιστής του και στη δύναμη του μηνύματος που θέλει να μας μεταδώσει, συμπαρασύροντάς μας στην ηθική περιπέτεια του ήρωά του. Οι μνήμες των σπουδαίων κινηματογραφικών του προγόνων, του Κριστόφ Ζανούσι και του Κριστόφ Κισλόφσκι, η αίσθησή μας από τις ηθικές περιπέτειες και συγκρούσεις που βλέπαμε παλιότερα στις ταινίες εκείνων των δασκάλων, είναι κι εδώ ζωντανές.

 

 


“Συγχώρεση δεν είναι να ξεχνάς. Συγχώρεση σημαίνει ν’ αγαπάς. Ν’ αγαπάς τον άλλον παρά την ενοχή του, όποια κι αν είναι αυτή”, κηρύσσει από άμβωνος ο νεαρός, φορώντας τα άμφια του ιερέα. Βγαίνουν από μέσα του αυτά τα λόγια, αντλώντας από την προσωπική  του επίγνωση κι έχοντας ταυτιστεί με το ρόλο που υποδύεται ή εκστομίζει αυτά τα λόγια που έχει ανάγκη ο ίδιος, πρώτα απ’ όλα, να πιστέψει και, μαζί μ’ αυτόν, το ποίμνιό του; Το κήρυγμά του παύει να είναι μεγαλόπνοο αλλά προκατασκευασμένο και γίνεται μια απόπειρα να κατατεθεί μια προσωπική αλήθεια που θ’ αφυπνίσει τους άλλους, να καθρεφτιστεί η συνείδησή τους σ’ αυτήν. Κι οι κάτοικοι αυτής της θρησκευόμενης πόλης, που έχουν πάντα ανάγκη έναν πνευματικό καθοδηγητή για να τους ωθήσει έως τα όρια της καλοσύνης που είναι ψυχικά διατεθειμένοι να φτάσουν, χωρίς ωστόσο να διακινδυνεύσουν ν’ αλλάξουν ριζικά, να ξεχάσουν και να συγχωρήσουν, τον αποδέχονται στην αρχή, γοητευμένοι κι αναζωογονημένοι μέχρι ν’ αρχίσουν να τον αμφισβητούν και ν’ απομακρυνθούν, νομοτελειακά θαρρείς. Η Κυριακάτικη εκκλησιαστική λειτουργία γι’ αυτούς τους ανθρώπους, είναι ένα πρωτόκολλο, μια άψυχη τελετουργία επικοινωνίας με το θείο και, ταυτόχρονα, μια επίδειξη ταπεινότητας. Σ’ αυτές τις Κυριακάτικες λειτουργίες, όλοι φοράνε το προσωπείο τους: ο νεαρός ιερέας, όμως, εκφράζει κάτι βαθύτερα μέσα από το δικό του ενώ οι κάτοικοι κρύβουν τα πιο μύχια συναισθήματά τους πίσω από το δικό τους. Όλοι ζουν ένα ομοίωμα μιας εξιδανικευμένης ζωής, με τη διαφορά ότι νεαρός ταλαντεύεται ανάμεσα στην ανακούφιση και το φόβο ενώ οι κάτοικοι, ζουν αδιατάρακτα μια ακύμαντη βεβαιότητα. Όλοι, εκτός από εκείνη τη νέα γυναίκα, που έχει διαφυλάξει μέσα της μια ψυχική παρθενικότητα και ζει βουβά μια δική της, αληθινή ζωή.

Αν για να ζήσεις την αλήθειά σου, πρέπει να πεις ψέματα, χωρίς όμως να έχεις την πρόθεση να κάνεις κακό σε κανένα, θέλοντας μόνο ν’ αλλάξεις τη δική σου ζωή, τότε γιατί να ηθικολογούμε για την αδιαπραγμάτευτη αξία της αλήθειας, επιτρέποντας στην εκκλησία να παίζει το ρόλο της αστυνομίας της ηθικής μέσα από την καλλιέργεια των ενοχών και της μόνιμης αίσθησης ανεπάρκειάς μας μπροστά σε κάθε σύγκριση της πραγματικής μας ζωής μ’αυτήν της επουράνιας, της εξιδανικευμένης εκδοχής της, λες κι είμαστε εξ ορισμού ανάξιοι γι’αυτήν; Είναι προτιμότερη η αποκάλυψη της αλήθειας όταν σε ξαναγυρνάει στην κατάσταση του τρομαγμένου ζώου ή η απόκρυψή της όταν μπορεί να σε βοηθήσει στην προσπάθειά σου να ζήσεις σαν άνθρωπος;


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 46 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top