Τέταρτο

“Daniel ’16” του Δημήτρη Κουτσιαμπασάκου – Η ανάδυση του αισθήματος ευθύνης ενός “παραβατικού” νέου


“Daniel ’16”
Σκηνοθεσία: Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος
Πρωταγωνιστούν: Νικόλας Κίσκερ, Αλέξανδρος Λιακόπουλος Μπούχχολτς, Βασίλης Κουκαλάνι, Μαρλένε Καμίνσκι,
Ελλάδα, 2021

Ο Ντάνιελ δεν μιλάει παρά μόνο για να  επαναλάβει μονότονα ότι θέλει να επικοινωνήσει με τη μητέρα του. Το πρώτο βράδυ της διαμονής μακριά από την πατρίδα του, σκίζει τα στρώματα και τα μαξιλάρια. Ο Ντάνιελ έχει βίαια ξεσπάσματα αλλά σαν κάτι να τον συγκρατεί όταν πρόκειται για παιδιά. Οι λειτουργοί της δομής για ανηλίκους τού γνωστοποιούν τις υποχρεώσεις του, με τη συχνή υπενθύμιση ότι είναι τυχερός που θα εκτίσει την ποινή του εκεί αντί σε αναμορφωτήριο στη Γερμανία, εκείνος όμως σκέφτεται μόνο πως θα επιστρέψει στη χώρα του. Ο Ντάνιελ είναι ένας αδιαπέραστος έφηβος.

Καταδικασμένος για παραβατική συμπεριφορά, έχει σταλεί στο παράρτημα ενός γερμανικού ιδρύματος σ’ ένα μικρό χωριό στον Έβρο, πιθανώς με το σκεπτικό της ανάγκης να απομακρυνθεί από το περιβάλλον όπου θυμάται έναν εαυτό που πρέπει να ξεχάσει- εσωτερικεύοντας την ενοχή για την παραβατικότητα, μένουν αθέατες οι ρίζες της που βυθίζονται στη διαμόρφωση απ’ αυτό το συγκεκριμένο περιβάλλον το οποίο, επιπλέον, στιγματίζει κοινωνικά με δικαστικές αποφάσεις που ερμηνεύουν απρόσωπα τους νόμους (δημοσιεύματα αναφέρουν ότι στο site της Γερμανικής Υπηρεσίας Δικαιοσύνης, υπάρχουν οδηγίες για προγράμματα αποστολής ανηλίκων σε άλλες χώρες προκειμένου να αλλάξουν περιβάλλον και να επανενταχθούν). Στην Ελλάδα του επαναλαμβάνουν ότι έχει έρθει σε ένα κράτος με «ειρήνη και σεβασμό στις ανθρώπινες αξίες, όπου κάθε μέρα προσπαθούν εκατοντάδες άνθρωποι να περάσουν τα σύνορά του»: ο Ντάνιελ βλέπει στην τηλεόραση της δομής, εικόνες της ανθρωπιστικής κρίσης στην Ειδομένη, βρισκόμαστε στο 2016, τη χρονιά των μεγάλων προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών. Πρωτόγνωρες εικόνες μιας άγνωστης πραγματικότητας σε μια άγνωστη γλώσσα- άραγε, ο Γερμανός έφηβος συνειδητοποιεί πόσα έχουν περάσει οι αλλόθρησκοι άνθρωποι που ζουν στη χώρα του και αντιμετωπίζονται εχθρικά, αντιλαμβάνεται ότι ο αριθμός τους εκεί δεν είναι παρά ένα ελάχιστο κλάσμα όσων ξεριζώνονται από τις δικές τους πατρίδες; Στις μοναχικές του περιπλανήσεις μακριά από τη δομή, θα συναντηθεί άμεσα με άλλες εικόνες της ίδιας πραγματικότητας, παρατηρώντας  κρυμμένος το απαγορευμένο από τις αρχές θέαμα της περισυλλογής των πτωμάτων στον Έβρο. Μέσα του αφυπνίζεται η ζωντανή ευαισθησία των νέων μπροστά σε μια αποτρόπαιη πραγματικότητα, που δεν έχει ακόμα περιχαρακωθεί πίσω από άκαμπτες απόψεις οι οποίες δηλητηριάζουν την ανθρώπινη ψυχή με μίσος για τον ξένο και το διαφορετικό.


Απόντας ο πατέρας από τη ζωή του, απούσα συναισθηματικά η μητέρα του από τα εξελικτικά στάδια της εφηβείας του- η πυρηνική οικογένεια των δυτικών κοινωνιών διαλύεται. Ο Ντάνιελ ένιωθε ήδη εσωτερικά ανέστιος πριν το βιώσει στην πραγματικότητα, πατρίδα γι’ αυτόν σήμαινε η μητρική γλώσσα και η αγάπη για τον γέρικο σκύλο του. Στη δομή του Έβρου, οι λειτουργοί μιλάνε Γερμανικά και θέλουν να του προσφέρουν την αίσθηση ότι ανήκει σε μια οικογένεια, βγαίνοντας κάθε Κυριακή όλοι μαζί να γευματίσουν στην κοντινή πόλη. Ωστόσο αυτή η παιδαγωγική μέθοδος καταλήγει σε μια προσομοίωση της οικογένειας στα μάτια του αφού αυτοί οι ενήλικες δεν μπορούν να κρύψουν το εσωτερικό τους κενό από το πέρασμα του χρόνου στις σχέσεις τους και στην άσκηση του λειτουργήματος τους (είναι ζωντανή η σκιαγράφησή των χαρακτήρων τους, παρατηρώντας να παραμένουν ανθρώπινοι μέσα σ’ αυτήν τη φθορά τους και μέσα στην ελαστικότητά τους στις συχνές παραβιάσεις του Ντάνιελ καθώς υποχωρούν στην αντίθετη άποψη του άλλου).

«Μέσι», λέει ο Ντάνιελ δείχνοντας μια κάρτα με τη φωτογραφία του Αργεντίνου σταρ στο προσφυγόπουλο, «Σουάρες», ανταπαντά εκείνο, δείχνοντας τη δική του κάρτα. Μια σκασμένη μπάλα, τέσσερις πέτρες να ορίζουν τις διαστάσεις των δύο εστιών στην αυλή ενός ερειπωμένου σπιτιού όπου κρύβονται πρόσφυγες αναζητώντας τα παράνομα κυκλώματα που υπόσχονται μεταφορά στην ηπειρωτική Ευρώπη, η κοινή αγάπη για έναν αδέσποτο σκύλο – αυτά χρειάζονται σε δύο νέους από άλλες χώρες, θρησκείες και πολιτισμούς για να πλησιαστούν. Μέσα στον αντιδραστικό κι απόμακρο Ντάνιελ αναδύονται η θέρμη, το αίσθημα της ευθύνης, η προσωπική του εσωτερική πειθαρχία στον αντίποδα μιας πειθαρχίας που επιβάλλεται, όταν έρθει η δική του ώρα γιατί δεν μπορούν να καλλιεργηθούν με κηρύγματα για αξίες, διαψεύδοντας την πεποίθηση της κοινωνίας ότι η επανένταξη προϋποθέτει τιμωρία και σωφρονισμό όπως ορίζονται από την αυθεντία των μεγάλων.


Από τους αρχικούς τίτλους, ενημερωνόμαστε ότι στην Ελλάδα λειτουργούν τέτοιες δομές από τη δεκαετία του 1980. Στο διαδίκτυο υπάρχουν δημοσιεύματα για τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό όπου ορίζεται ότι η  τοποθέτηση ανηλίκου από ένα κράτος-μέλος σε ένα άλλο, προϋποθέτει την έγκριση του κράτους υποδοχής, με αρμόδιο τον εισαγγελέα Ανηλίκων Αθηνών για την Ελλάδα. Πιο σημαντική, όμως, είναι η επισήμανση για τον άγνωστο αριθμό δομών και παιδιών που φιλοξενούνται σ’ αυτές, για τις άγνωστες συνθήκες διαβίωσης και το ασαφές νομικό καθεστώς, και για την απουσία εκθέσεων αξιολόγησης της επιτυχίας τέτοιων προγραμμάτων. Στο site του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, υπάρχει κοινοβουλευτική ερώτηση της 15/2/2011 με αναφορά σε περιστατικά εγκληματικότητας και αυτοκτονίας «προβληματικών» παιδιών και νέων που είχαν σταλεί από την Γερμανία στην Πορτογαλία, γεννώντας αμφιβολίες για την αναγκαιότητα της μετακίνησης μακριά από τη χώρα τους. Ο σκηνοθέτης έχει δηλώσει ότι εντόπισε μια τέτοια δομή σε ένα εγκαταλειμμένο χωριό στον Έβρο, με αφορμή ένα σχετικό καταγγελτικό άρθρο σε εφημερίδα, χωρίς να ‘χει διαμορφώσει προσωπική άποψη αφού δεν έχει τις απαραίτητες γνώσεις για το θέμα, τονίζοντας, ωστόσο,  ότι η ελληνική πολιτεία «δεν έχει κανένα λόγο στην λειτουργία αυτών των κέντρων που λειτουργούν στο έδαφός της» παρά την ύπαρξη σχετικής νομοθεσίας για τους όρους λειτουργίας τους. Στην ταινία, στέκεται στο γεγονός της ύπαρξής τους ώστε να μας εισάγει στην ιστορία του Ντάνιελ.

Δύο νέοι άνθρωποι που έχουν αναγκαστεί να βρεθούν σ’ ένα ξένο περιβάλλον, έρχονται κοντά με ένα φυσικό τρόπο. Βέβαια, η διαφορά στη βαρύτητα των γεγονότων που τους έφεραν εκεί, είναι τεράστια – ο νέος μιας ευρωπαϊκής κοινωνίας αποκλείεται κοινωνικά, δεν βιώνει, όμως, τα τραγικά γεγονότα στα ματωμένα χώματα της Ασίας. Ωστόσο, ο Ντάνιελ δεν αισθάνεται τυχερός παρά επιθυμεί να συνδεθεί με το ξένο παιδί. Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος μας μεταδίδει τις εσωτερικές αλλαγές του, την αφύπνιση μιας φυσικής ανθρωπιάς χωρίς διδακτισμό ή εξιδανίκευση, χωρίς να τον οδηγεί εκεί μέσα από μια προκατασκευασμένη ιδεολογικά πορεία. Η εσωτερική διαδρομή του Ντάνιελ μας αγγίζει, παρατηρώντας τον να επιλέγει και να δημιουργεί τη δική του οικογένεια, να ακολουθεί αβίαστα την ελεύθερη βούλησή του χωρίς να ζυγιάζει τους θανάσιμους κινδύνους των συνοριακών γραμμών με τους αμέτρητους αυτοσχέδιους τάφους όπου κυριαρχεί το όνομα «Άγνωστος», γραμμένο πάνω σ’ ένα χαρτόνι. Το υπέροχο, βαθιά ανθρώπινο φινάλε μας μεταδίδει θέρμη και αισιοδοξία.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 135 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top