Τέταρτο

27 Προβολές

“Donbass” – Η δύναμη της αλήθειας κι η δύναμη της εικόνας



«Η Δύναμη της Αλήθειας» (Donbass)
Σκηνοθεσία: Σεργκέι Λόζνιτσα
Ηθοποιοί: Ταμάρα Γιατσένκο, Λουντμίλα Σμοροντίνα, Μπόρις Καμόρζιν
Ουκρανία, 2018

Με ποιον τρόπο, άραγε, θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για το αποτύπωμα ενός καθημερινού, κρυφού πολέμου πάνω στην καθημερινή ζωή και στον ψυχισμό των κατοίκων μιας περιοχής που ανήκουν σε δύο διαφορετικές εθνότητες κι η οποία διεκδικείται από δύο χώρες; Ενός ακήρυχτου πια πολέμου που διαδέχθηκε έναν άλλον, φανερό πόλεμο, που τελείωσε μονάχα θεωρητικά αφού δεν τηρήθηκαν οι συμφωνίες εκεχειρίας, οι αμοιβαίες δέσμες μέτρων κι οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις των αντιμαχομένων πλευρών; Πως να μιλήσεις πια με βεβαιότητα για το ποια πλευρά έχει το δίκιο με το μέρος της μετά από τόσες παραβιάσεις των συμφωνιών, μετά από τόσους νεκρούς ανθρώπους για κάθε πλευρά; Και πως θα μπορούσε ν’ αποτραπεί η οπισθοδρόμηση της ανθρωπότητας σε πιο παλιές, σκοτεινές εποχές, διολισθαίνοντας στη συμπεριφορά και τους νόμους της συμμορίας και της αγέλης, θαρρείς κι όλοι οι πολιτισμοί που έλαμψαν στην κοινή μας ιστορία, να μην είχαν τελικά διάρκεια μεγαλύτερη από ένα φωτεινό διάλειμμα, σαν να μην άφησαν κάποιο γόνιμο σπόρο μέσα στη συλλογική μνήμη;

Στην περιοχή Ντονμπάς (απ’ όπου κι ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας) της Ουκρανίας, τα τελευταία χρόνια διεξάγεται ένας ακήρυχτος πόλεμος ανάμεσα στην Ουκρανία και τη Ρωσία, με την όλο και μεγαλύτερη συμμετοχή παραστρατιωτικών οργανώσεων- εκεί όπου κυριαρχεί ο εθνικισμός που οδηγεί σε φασιστικές απόψεις και πρακτικές. Κοινές οι παραβιάσεις της κατάπαυσης του πυρός, καινούργιοι νεκροί προστίθενται καθημερινά στις συνολικές απώλειες και των δύο πλευρών, όροι που τίθενται ως προϋπόθεση για να τηρήσει η κάθε πλευρά τις δικές της ανειλημμένες υποχρεώσεις με αναμενόμενη συνέπεια να να μην τηρείται καμία στο τέλος, δέσμες μέτρων που υπογράφηκαν αλλά έμειναν στα λόγια, μια γενικευμένη δυσπιστία. Ακολουθεί, νομοτελειακά, η κατάρρευση του κοινωνικού ιστού, η διαφθορά κι ο αυταρχισμός των αρχών εξαπλώνεται, τροφοδοτώντας κι άλλο την απογοήτευση των κατοίκων του Ντονμπάς που ζουν σε μιαν ηθική σύγχυση, διχασμένοι, καχύποπτοι, καταγράφοντας στη μνήμη τους το φόβο και το μίσος, λες κι η συλλογική μνήμη μολύνεται για πολλές μελλοντικές γενιές πια μ’ αυτές τις αναμνήσεις, αναπαράγοντας, διαιωνίζοντας, εξασφαλίζοντας τη χρήση των πολλών ανθρώπων σαν αναλώσιμη ύλη στους πολέμους συμφερόντων μεταξύ των αφανών λίγων. Δεν φαίνεται να υπάρχει πια δίκιο ή άδικο, λογικό ή παράλογο, ανθρώπινο ή απάνθρωπο.


Μια γυναίκα αξιωματικός υποχρεώνει τους νέους άντρες ενός λεωφορείου να ξεγυμνωθούν από τη μέση και πάνω μέσα στο καταχείμωνο, κατηγορώντας τους για την εγκατάλειψη της μητέρας πατρίδας επειδή δεν βρίσκονται στα χαρακώματα. Άνθρωποι στοιβαγμένοι σ’ ένα καταφύγιο που μοιάζει με τρώγλη, σκοτεινή, υγρή, λαβυρινθώδη, όπου σαπίζουν καθημερινά ανθρώπινα σώματα. Ένας στρατιώτης δένεται σ’ ένα στύλο και προπηλακίζεται, στα όρια του λιντσαρίσματος, από νέους και γέρους, η μπουνιά αυτού που κάνει την αρχή, εμπνέει την ηδονική επιθυμία στους άλλους να γρονθοκοπήσουν κι αυτοί, νέοι και γέροι. Ένας γάμος στο δημαρχείο (σε μια μεγάλη σε διάρκεια σεκάνς), ένα ομοίωμα του παραδοσιακού Ρώσικου τρόπου, με τους μεσήλικες νεόνυμφους στα όρια της καρικατούρας να ορκίζονται αιώνια πίστη κι απογόνους και το πλήθος των θεατών από κάτω, να παραληρεί γελώντας χλευαστικά, γελώντας όμως, γιατί μόνο έτσι θαρρείς μπορούν να γελάνε και να χαίρονται εκεί πια οι άνθρωποι: χλευάζοντας τους πάντες και τα πάντα, πριν πάρουν τα όπλα και ξαναρχίσουν να σκοτώνουν.

Με ποιον τρόπο, λοιπόν, θα μπορούσε κάποιος να μιλήσει για το αποτύπωμα αυτού του καθημερινού, κρυφού πολέμου πάνω στην καθημερινή ζωή και στον ψυχισμό των κατοίκων; Ο Σεργκέι Λόζνιτσα δομεί την ταινία του πάνω σε 13 σεκάνς, σαν μικρού μήκους ταινίες, που συνδέονται χαλαρά μεταξύ τους, μέσω ενός προσώπου, μέσω ενός κινηματογραφημένου γεγονότος από κάποιο κινητό, μέσω του χρώματος ενός μπουφάν, συνδέοντας αυτές τις αυτόνομες ιστορίες με το κοινό υπόγειο νήμα της φρίκης που έχει καταγραφεί, για πάντα θαρρείς, στα μάτια των ανθρώπων, του καθημερινού ζόφου που θαρρείς κι έχει σκεπάσει για πάντα τον ουρανό μ’ ένα γκρίζο χρώμα χωρίς αποχρώσεις, του παραλογισμού της πίστης ορισμένων ανθρώπων ότι μπορούν να συνεχίσουν να κάνουν τις καθημερινές τους δουλειές όπως πριν παραμένοντας ουδέτεροι- κι ενός σουρεαλιστικού, πικρού χιούμορ, μια σκληρής ειρωνείας που υφέρπει κάτω απ’ αυτόν τον καθημερινό ζόφο, πριν η τραγωδία αποτινάξει τη μάσκα της φάρσας και τους επαναφέρει όλους στη γνώριμή τους πια κανονικότητα του τρόμου και του θανάτου. Κάποιες καταστάσεις επαναλαμβάνονται, η σύνδεση των τόσων διαφορετικών ιστοριών και προσώπων φαίνεται να κατακερματίζει την ενότητα της αφήγησης, όμως η ενότητα της ατμόσφαιρας, της αίσθησης δεν χάνεται τελικά. Επιπλέον, λείπει μια μνεία για τα ιστορικά γεγονότα που θα βοηθούσε τους θεατές να κατανοούσαν τις αιτίες αυτής της συγκεχυμένης πραγματικότητας σ’ ένα μεγαλύτερο βαθμό.


Θα μπορούσε κάποιος να κατηγορήσει για μεροληψία τον Ουκρανό Λόζνιτσα ότι στις μεγαλύτερες σε διάρκεια σεκάνς, είναι οι Ρώσοι αυτοί που συμπεριφέρονται απάνθρωπα, όμως ο δημιουργός δεν έχει σκοπό να πάρει το μέρος καμίας πλευράς παρά, αλλά κυρίως (εάν δεν είναι ο μόνος του σκοπός, κιόλας) ν’ απεικονίσει και να μας μεταδώσει την απελπισία και το ζόφο που έχουν διαποτίσει πια όλους τους κατοίκους ως το μεδούλι της ύπαρξής τους. Κι απεικονίζει αυτήν τη σκληρή πραγματικότητα με μια ντοκυμανταιρίστικη προσέγγιση (ο Λόζνιτσα έχει θητεύσει στο ντοκιμαντέρ για πολλά χρόνια) πάνω στη μυθοπλασία που έχει προκύψει από τις καθημερινές ιστορίες μιας κοινωνίας στο χείλος της ηθικής κατάρρευσης. Και, υπαινικτικά, προσθέτει τα ερωτήματά του για την αλήθεια των εικόνων που βλέπουμε τόσο εμείς οι θεατές όσο κι οι ήρωες της ταινίας, είτε «απ’ευθείας» από τον ίδιο τον σκηνοθέτη είτε μέσα από τις κάμερες των ηρώων της ταινίας (τηλεόραση, κινητά): είναι, άραγε, η πραγματικότητα αυτή που βλέπουμε ή οι εικόνες έχουν επιλεχθεί και σκηνοθετηθεί ώστε η αντίληψή μας, τα συναισθήματά μας κι η ερμηνεία μας να διαμορφώνονται χωρίς την προσωπική μας κρίση;

Ο Σεργκέι Λόζνιτσα, που πριν 5 χρόνια μας είχε χαρίσει το αριστουργηματικό «Το πρόσωπο της ομίχλης», είναι ένας μεγάλος σκηνοθέτης! Ακόμα κι αυτή εδώ η άνιση ταινία του, που έχει ατέλειες, θαρρείς και πολλές στιγμές της βιώνεται με κάθε κύτταρό μας. Θαρρείς και μέσα στο ηχητικό σύμπαν της, με τις φωνές των ηθοποιών, με τους απόμακρους ήχους των εκρήξεων που συμβαίνουν εκτός πλάνου, μέσα σ’ αυτό το σύμπαν αναδύεται κι ένα άλλο, πιο εσωτερικό όπου ακούς την ανάσα σου καθώς στοχάζεσαι πάνω σ’ αυτά που βλέπεις και νιώθεις, όπου η ακοή σου αφουγκράζεται ένα ασυνείδητο πένθος στη χροιά της φωνής των ανθρώπων για όλα εκείνα τα λόγια που χάνονται πίσω απ’ αυτά που λέγονται, μηχανικά πια, μετά την έκπτωση του ανθρώπινου λόγου και της συνειδητότητάς τους. Πικρή, απελπισμένη, σκοτεινή η ατμόσφαιρα, ο Λόζνιτσα μας μεταδίδει το πως έχει συρρικνωθεί η ανθρωπότητα σε αντανακλαστικές συμπεριφορές, το πως ο διαρκής φόβος και το μίσος είναι οι μόνιμες σταθερές της καθημερινής μας ζωής. Μια άνιση, ελλιπής ταινία, όμως, μια σπουδαία ταινία!


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 37 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top

menu