Τέταρτο
115 Προβολές

“Ένα Ψηλό Κορίτσι” – Ο πόλεμος και τα θαμπά του όρια




“Ένα Ψηλό Κορίτσι” (Dylda / Beanpole)
Σκηνοθεσία: Καντεμίρ Μπαλάγκοφ
Ηθοποιοί: Βικτώρια Μιροσνιτσένκο, Βασίλισα Περελίτζινα, Αντρέι Μπικόφ
Ρωσία, 2019.

Εκείνο τον πρώτο χρόνο μετά το τέλος του πολέμου στη Σοβιετική Ένωση, υπήρχαν άνθρωποι που όταν έβλεπαν μια φωτογραφία παιδιών στο γραφείο του γονιού τους, το πρώτο που τους ρωτούσαν ήταν αν ζουν ακόμα. Εκείνη την εποχή, όταν οι στρατιώτες γάβγιζαν σαν τους σκύλους για να διασκεδάσουν τα παιδιά, αυτά δεν μπορούσαν να καταλάβουν ποιο ήταν εκείνο το ζώο, γιατί η πείνα εξακολουθούσε να θερίζει και τα παιδιά δεν είχαν προλάβει να το δουν. Εκείνο τον καιρό, η εικόνα από τα γυμνά σφριγηλά στήθια των νέων γυναικών, έσφιγγε  την καρδιά εκείνων των ανθρώπων που ήξεραν, ήξεραν ότι είτε το σώμα τους ήταν άδειο πια από τα αναπαραγωγικά όργανά τους είτε η ψυχή τους ήταν άδεια πια από την ερωτική επιθυμία. Η δίψα κι η ανάγκη για χάδια, για φιλιά και θηλασμό είχε σβήσει πια. Ο άνθρωπος είχε αγνοήσει κι είχε συντρίψει τη φύση- και, μαζί, ο άνθρωπος είχε ηττηθεί.

Με ποιον τρόπο, λοιπόν, μπορεί κάποιος να μιλήσει άλλη μια φορά για τους αναρίθμητους ανώνυμους στρατιώτες και νοσοκόμες που επιβίωσαν αλλά δεν μπόρεσαν πια να ζήσουν μια καινούρια ζωή, πάσχοντας από τραύματα στο σώμα που δεν επουλώθηκαν κι από μετατραυματικές αγχώδεις διαταραχές; Που ούτε να επιστρέψουν στην προηγούμενη ζωή τους μπόρεσαν ούτε και την καινούρια τους ζωή μπόρεσαν να ζήσουν; Μια σκηνή όπου η ερωτική πράξη βασανίζει όλους αυτούς που συνδέονται με την κοινή εμπειρία της φρίκης – και μόνον όλοι μαζί μπορούν να ζήσουν αυτό το βάσανο της ερωτικής πράξης. Μια άλλη σκηνή που η σκληρή αλήθεια των πράξεων στα χαρακώματα που υπαγορεύονταν από το ένστικτο της επιβίωσης, αποκαλύπτεται με τόση μεθοδική σαρωτικότητα ώστε ξεγυμνώνει τους εκπροσώπους του λαού που τώρα πια, από τη μία τους τιμάνε, κι από την άλλη, θέλουν να τους απομονώσουν σ’ έναν άλλο κόσμο από το δικό τους ώστε να μην απειληθεί ούτε τώρα, μετά το τέλος του πολέμου, η περιχαράκωση στην ασφάλεια της προστατευμένης ζωής τους όλα αυτά τα χρόνια. Και πως να επιχειρήσει κάποιος να καταγράψει άλλη μια φορά το αληθινό, βαρύ ανθρώπινο κόστος της μεγάλης εθνικής νίκης που μνημονεύεται περήφανα στα ιστορικά βιβλία; Πάντως, αυτοί δεν μπορούν να είναι οι κρατικές αρχές που επισκέπτονται τα ανθρώπινα ερείπια στα νοσοκομεία για να τους πουν ένα ευχαριστώ και να τους δώσουν ένα συμβολικό δώρο. Τότε, αρκεί το ξέσπασμα ενός στρατιώτη, ενός νέου, όμορφου άντρα, που το μανιακό χειροκρότημά του όλο και δυναμώνει μέχρι ν’ανοίξει η πληγή του και το σώμα του να γεμίσει αίματα.


Ο μόλις 28 χρόνων υπέρ-ταλαντούχος Ρώσος σκηνοθέτης Καντεμίρ Μπαλάγκοφ (που πριν 2 χρόνια, είχαμε δει την εξαιρετική ταινία του “Οι δικοί μου άνθρωποι”/ “Tesnota”), εδώ δημιουργεί μια ταινία με πολλές σπαρακτικές σκηνές που δε μπορείς να τις ξεχάσεις. Δεν είναι μονάχα το σκληρό μήνυμα γι’αυτόν τον αγιάτρευτο πόνο: ο Μπαλάγκοφ μας μεταδίδει αυτή τη ζοφερή ατμόσφαιρα με σκηνές συγκλονιστικής έμπνευσης. Οι απόηχοι της Ρώσικης ψυχής που έχουμε γνωρίσει στα βιβλία του Ντοστογιέφσκι και του Τσέχωφ, είναι εδώ και μας αγγίζουν βαθιά.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η σχέση ανάμεσα σε δύο νέες γυναίκες, διαμετρικά αντίθετες μεταξύ τους ως προς την αντιμετώπιση της φρίκης που έχει εγγραφεί μέσα στη μνήμη τους, για πάντα πια, κι οι οποίες αλληλοσυμπληρώνονται απωθούμενες. Η μία έχει εφεύρει ένα λόγο για ν’αντέξει να ζει, κι η αγωνία της διοχετεύεται στην πραγματοποίησή του, η άλλη, αισθάνεται ότι δεν υπάρχει λόγος ούτε για να ζήσει ούτε για να πεθάνει. Η μια γελάει, μιλάει, είναι εξωστρεφής για ν’αντέξει τον πόνο της, η άλλη έχει αποσυρθεί εσωτερικά για να τον αντέξει, ζώντας σ’ ένα φάσμα, σ’ ένα όριο όπου η θέληση για ζωή έχει διαταραχθεί. Η μια απαιτεί, διεκδικεί να ζήσει ένα άψυχο αντίγραφο της παλιάς της ζωής, η άλλη, ζει το δικό της αληθινό υπόλειμμα ζωής, απέχοντας από το παιχνίδι και την ανάγκη των σχέσεων, διατηρώντας ανέπαφη μια παρθενικότητα. Η μία επιβάλλει, η άλλη υποχρεώνεται. Κι ενώ αυτό που τις συνδέει στην αρχή, είναι η επιθυμία της συμπαράστασης της μιας στην άλλη, η πίστη μιας ακατάλυτης σχέσης ανάμεσά τους, όσο περνάει ο καιρός, η σχέση τους εκφυλίζεται στην αμοιβαία επιθυμία της ψυχολογικής κατοχής της μίας από την άλλη. Η μία φοβάται να χάσει την άλλη ενώ οι ζωές τους φαίνεται ν’ αποκλίνουν. Όπου το ψέμα γίνεται η μόνη αλήθεια που μπορούν να πουν.


Πως, όμως, να μιλήσεις για ηθική και να κρίνεις τους ανθρώπους όταν αυτοί ζουν πια σ’ ένα ψυχολογικό ημίφως, σε μια γκρίζα ζώνη που έχει εξαπλωθεί κι έχει καταλάβει ολόκληρο το χώρο μιας αληθινής ζωής, εκεί όπου έχουν θαμπώσει τα όρια ανάμεσα στο ανθρώπινο και το απάνθρωπο, το ηθικό και το ανήθικο, τη ζωή και την επιβίωση, την ελπίδα και την απελπισία; Ο Καντεμίρ  Μπαλάγκοφ μας μεταδίδει αυτό το ψυχολογικό ημίφως με τα πρόσωπα να φωτίζονται στους τόνους ενός θαμπού κίτρινου, θαρρείς από το αδύναμο νυχτερινό φως μιας λάμπας έξω στο δρόμο, το  χειμώνα που χιονίζει. Πόσο, όμως, να φτάσει από ένα τέτοιο φως αλλά και πόση εσωτερική λάμψη να έχει απομείνει, για να φωτιστούν τα ανθρώπινα πρόσωπα και να δούμε πιο καθαρά τι κρύβουν στα μάτια τους; Το μέλλον δεν έχει έρθει ακόμα, μέσα τους, όμως, νιώθουν σαν να το’χουν ήδη ζήσει.

Κι όμως, ο Μπαλάγκοφ, σε αρκετά σημεία φαίνεται να χάνει την πρόθεσή του να μεταδώσει αυτόν το ζόφο από τα ανεξίτηλα τραύματα στις ψυχές των ανθρώπων και να υποκύπτει σ΄έναν αυτοσκοπό να φτιάξει μια ταινία για να σοκάρει και να συγκλονίσει. Ο σκοπός του να νιώσει ο θεατής ασφυκτικά, γίνεται υπερβολικά φανερός ώρες ώρες. Νιώθεις ότι σαν να μας αναγκάζει να ερμηνεύσουμε κάποιες κρίσιμες αντιδράσεις των ηρώων παρά να τις αισθανθούμε και να τις κατανοήσουμε. Σε μερικά επεισόδια, σαν να περιγράφει περισσότερο τη φρίκη και τις αναγκαίες διαφυγές απ’ αυτήν, να μας την ανακοινώνει με τα λόγια των ηθοποιών του παρά να μας τη μεταδίδει. Σαν να πέφτει θύμα του μεγάλου ταλέντου του κι η ιστορία του δεν πάλλεται, δεν είναι ζωντανή όσο θα θέλαμε. Άλλες σκηνές βυθίζεσαι στην ατμόσφαιρα, κι άλλες, σαν να παρακολουθείς καταλαβαίνοντας κι ερμηνεύοντας ό,τι συμβαίνει χωρίς να σ’ αγγίζουν σε βαθμό ανάλογο με το θέμα του. Ένα παιδί πεθαίνει κι, όμως, η μάνα του δεν μας δείχνει να νιώθει κάτι ιδιαίτερο: καταλαβαίνουμε ότι έχει αναπτύξει μια άμυνα για να εξοικειωθεί με το θάνατο μετά από τόσα χρόνια, όμως, δεν νιώθουμε κάτι απ’ αυτήν την άμυνά της ενάντια στη φρίκη για να μπορέσει να εξοικειωθεί με το θάνατο μετά από τόσα χρόνια.

Μιλάμε για μια σημαντική ταινία, με πολλές σκηνές μεγάλης καλλιτεχνικής έμπνευσης που ταράζεσαι μέχρι το μεδούλι της ψυχής σου από το δράμα των ανθρώπων της που, τελικά, δεν καταφέρνει να γίνει μια μεγάλη ταινία. Αξίζει, όμως, να τη δείτε, και με το παραπάνω- ακόμα και για να πείτε θλιμμένα “κρίμα”, λίγη ώρα αφότου θα’χει τελειώσει η ταινία.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 77 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top