Τέταρτο

92 Προβολές

“Επινοημένη γη” – Μεταονειρικές ζωές σε επινοημένους τόπους



“Επινοημένη γη” (A land imagined)
Σκηνοθεσία: Γεό Σιου Χουά
Ηθοποιοί: Peter Yu, Liu Xiaoyi, Yue Guo.
Σιγκαπούρη, 2018.

Οι καπνοδόχοι των εργοστασίων δουλεύουν νυχθημερόν. Μια βιομηχανική καταχνιά σκεπάζει διαρκώς τον ουρανό της Σιγκαπούρης. Το φως του ήλιου και του φεγγαριού είναι μόνιμα θαμπά. Η χώρα επεκτείνεται ακατάπαυστα μέσα από τη διαρκή επιχωμάτωση της θάλασσας, μια γη που μεγαλώνει σταθερά με τη χρήση άμμου από τις γειτονικές χώρες. Η χώρα επεκτείνεται και, ταυτόχρονα, γίνεται κάποια άλλη χώρα. Και καθώς μεγαλώνει, ο άνθρωπος μοιάζει όλο και πιο μικρός μέχρι που θαρρείς κι η γη θα τον καταπιεί στο τέλος. Στις μεγαλωμένες παραλίες, έχεις πια την αίσθηση ότι ταξιδεύεις σε όλες κείνες τις χώρες που έχουν πουλήσει την άμμο τους πατώντας στα χώματά τους, ότι εδώ τα σύνορα έχουν πια καταλυθεί, ότι εξακολουθείς να είσαι εδώ που ήξερες από πάντα και, μαζί, είσαι κάπου αλλού που δεν μάθεις ποτέ. Είναι ένας “επινοημένος” τόπος, τόσο φανερά κατασκευασμένος που λίγη έχει πια σχέση με την αληθινή φύση.

Είναι σαν αυτή η νέα χώρα, με το παλιό της όνομα που, όμως, ο χάρτης της αλλάζει κάθε τόσο, να πάσχει από μια κρίση ταυτότητας: οι κάτοικοί της κι οι οικονομικοί μετανάστες όπου εργάζονται σ’αυτήν, πάσχουν από αϋπνία και, μαζί, από μια εσωτερική σύγχυση. Το τοπίο, τους κάνει να χάσουν την αίσθηση της αληθινής ζωής. Ελκύονται σαν έντομα από το μόνο, θαρρείς, λαμπερό φως που εκπέμπεται στον ουρανό αυτής της χώρας: τον έντονο φωτισμό από νέον των internet cafe που κι αυτά δουλεύουν νυχθημερόν. Εκεί περνάνε τα άγρυπνα βράδυά τους όταν, αποκαμωμένοι από την κούραση της σκληρής κι απλήρωτης δουλειάς της ημέρας, ζουν ένα ηλεκτρονικό αντίγραφο μιας πραγματικής ζωής. Είναι ό,τι πιο κοντινό σε μια προσωπική ζωή που μπορούν να ζήσουν. Ζουν μια παραισθητική αντίληψη της πραγματικότητας σ’ένα προ-Αποκαλυπτικό τοπίο.


Ο Σιγκαπουριανός σκηνοθέτης Yeo Siew Hua, που κέρδισε το μεγάλο βραβείο του φεστιβάλ Λοκάρνο το 2018 μ’αυτήν την ταινία του, ισορροπεί ανάμεσα σε δύο πόλους. Από τη μία, η απεικόνιση της σκληρής εργασιακής πραγματικότητας για τους εργαζόμενους που πληρώνονται με χαμηλούς μισθούς ή δεν πληρώνονται καν, που όταν εξαφανίζονται, δεν τους αναζητάει κανένας από τις αρχές και που έχουν παραδώσει τα διαβατήριά τους στους εργοδότες τους μην έχοντας πια τη δυνατότητα να παραιτηθούν αυτόβουλα, χωρίς την έγκριση των τελευταίων. Το οικονομικό θαύμα τροφοδοτείται κυριολεκτικά από την ίδια τη ζωή των εργαζομένων. Κι από τη άλλη, υπάρχει το υπαρξιακό αποτύπωμα αυτής της κοινωνικής πραγματικότητας στην ψυχολογική κατάσταση όσων ζουν εκεί: πάσχοντας από αϋπνία, δεν βλέπουν όνειρα στον ύπνο τους παρά ονειρεύονται, με ανοιχτά πια τα μάτια, ότι ζουν. Σαν υπνοβάτες. Η χρονική σειρά των γεγονότων παρουσιάζεται σαν μέσα σ’ένα όνειρο που έχει αναδυθεί από ένα άλλο όνειρο.

Ναι, η χώρα σίγουρα υπάρχει, όμως, ποιος είσαι εσύ που υπάρχεις σ’αυτή τη χώρα; Οι άνθρωποι έχουν εγκαταλειφθεί μέσα σε μια ηδονική μοναξιά, σαν αποκομμένες μονάδες που αμυδρά θυμούνται ότι κάποτε πάσχιζαν να έχουν σχέσεις μεταξύ τους. Κι όταν το επιχειρούν, σαν να συνέρχονται για λίγο από το όνειρο που ζουν ξύπνιοι, και τότε θυμούνται πως ήταν να κάνεις ένα βραδυνό μπάνιο στην παραλία, πως ήταν να παίζουν πετώντας άμμο στο υγρό σώμα του άλλου και το γέλιο που μπορεί να προκαλέσει μια τέτοια κίνηση, πως είναι να φοβούνται, να οργίζονται και να πλακώνονται στο ξύλο, έστω κι αν τις τρώνε από ένα νεότερό τους. Κυρίως, πως είναι να νιώθουν το αίμα στις φλέβες τους να κυλάει γρήγορα πάλι, πως είναι να νιώθουν την αδρεναλίνη τους ν’ανεβαίνει μέσα από το χορό. Είναι εκείνες οι στιγμές που νιώθουν ότι μπορούν ν’απελευθερωθούν από μια μαζική ύπνωση- μονάχα εκείνες, όμως…

Η ισορροπία του Yeo Siew Hua δεν είναι πάντα επιτυχημένη, κάποιες ιστορίες που αναπτύσσονται, αφήνουν μιαν εκκρεμότητα ενώ το κοινωνικό σχόλιο δεν ολοκληρώνεται. Όμως, η παραισθητική αίσθηση που μεταδίδει, ιδιαίτερα μέσα από την υπέροχη κινηματογράφηση, οι ερμηνείες των ηθοποιών κι ιδιαίτερα της Yue Guo που λες κι έχει ξεπηδήσει μέσα από ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι με τον ακαταμάχητο παγωμένο ερωτισμό της, κι η ανάμνηση που αφήνει η ταινία, είναι μέσα σου για μέρες μετά.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 43 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top

menu