Τέταρτο

“Η οδύνη” του Εμμανουέλ Φινκιέλ: Το κατά Μαργκερίτ Ντυράς ευαγγέλιο της οδύνης του έρωτα


“Μαργκερίτ Ντυράς: Η οδύνη” (La douleur / Memoir of pain, Memoir of war)
Σκηνοθεσία: Εμμανουέλ Φινκιέλ
Πρωταγωνιστούν: Μελανί Τιερί, Μπενουά Μαζιμέλ, Μπεντζαμίν Μπιολέ
Γαλλία, 2017

* Διαθέσιμη στο ertflix έως και 8/6/2022

Μια νέα γυναίκα εργάζεται στην υπηρεσία καταγραφής των στρατιωτών που επιστρέφουν στη Γαλλία από τον πόλεμο. Οι μέρες περνάνε: “Δεν κάνω καλά τη δουλειά μου. Σε όλα αυτά τα ονόματα που προσθέτω, δεν είναι ποτέ το δικό του”.

Το Παρίσι έχει απελευθερωθεί από τη Γερμανική κατοχή, όλες οι μπαλκονόπορτες έχουν ανοίξει, θαρρείς μεταδίδοντας τη χαρά των ανθρώπων από κάθε σπίτι σε ένα κοινό μοίρασμά της αλλά η Μαργκερίτ κρατά σφαλισμένα τα δικά της παντζούρια. Πλήθος ανθρώπων γιορτάζει στους δρόμους αλλά εκείνη μόνη, με τσιγάρο στο χέρι, περνά ανάμεσά τους σαν αόρατη. Η ένταση των εσωτερικών της μονολόγων μετατρέπει τους ήχους της πραγματικότητας γύρω της, τις ενθουσιώδεις φωνές και τα τραγούδια, σε απόηχους ενός άλλου κόσμου. Οι μέρες περνάνε χωρίς να προσθέτει στις καταστάσεις το όνομα του Ρομπέρ, του συζύγου και συντρόφου της στη Γαλλική Αντίσταση: “Νεκρός… Αυτή η λέξη είναι πλέον εφικτή”. Οδύνη: μια απόλυτη κατάσταση μετά την απώλεια του έρωτα ο οποίος είναι το πιο μεγάλο νόημα της ζωής στο προσωπικό σύμπαν της Μαργκερίτ- την αυτοβιογραφική προβολή της Μαργκερίτ Ντυράς (στο βιβλίο της: “Η οδύνη” έχει βασιστεί η ταινία) που έζησε παράφορους, αντισυμβατικούς δεσμούς με άντρες, έχοντας το θέμα του έρωτα σαν κεντρικό στο λογοτεχνικό της έργο.

Ένα σύμπαν  όπου ο έρωτας γεννάει την ανάγκη, την επιθυμία και τη νοσταλγία τού έρωτα, της αυθύπαρκτης, απρόσωπης δύναμής του. Η Μαργκερίτ ελκύεται από τον Ντιονύς, φίλο του Ρομπέρ, σύντροφο στην Αντίσταση που την φροντίζει επιπλήττοντάς την για την εγκατάλειψή της στην οδύνη, κι από τον δωσίλογο Ραμπιέ, ενδίδοντας σαν υπνωτισμένη στις προτάσεις του για καθημερινές συναντήσεις όπου εκείνη αγωνιά για τυχόν νέα του αγνοούμενου Ρομπέρ- ή, συντηρεί τη ζωτική αυταπάτη της ύπαρξής του στη ζωή της- κι αυτός εκφράζει ερωτική επιθυμία μέσα από τον θαυμασμό του για τη λογοτεχνική της γραφή, στοχεύοντας, παράλληλα, στην απόσπαση πληροφοριών για την Αντίσταση. Θολώνουν οι διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στη συντροφικότητα και τον ερωτισμό με τον Ντιονύς, ανάμεσα στην απώθηση και την έλξη με τον Ραμπιέ που δεν παύει να είναι ανθρώπινος και σαγηνευτικός παρά τις δραστηριότητες του με τους Γερμανούς, η ζωή συχνά ματαιώνει ρόλους, προθέσεις και ιδεολογικές διαφορές. Η Μαργκερίτ κάνει έρωτα με τον Ντιονύς μια νύχτα, έχοντας πρώτα αναζητήσει τη συμπαράστασή του, και φιλάει τον Ραμπιέ, μόνοι στο συσκοτισμένο εστιατόριο καθώς έξω ηχεί συναγερμός για τα καταφύγια- θαρρείς ότι οι άνθρωποι ζουν ελεύθερα τον ερωτισμό τους στις υποφωτισμένες περιοχές όπου μπορεί να παύσει να τυφλώνει η ηθικολογία και να ρίχνουν βαριά τη σκιά τους οι ενοχές.


Η Μαργκερίτ παρατηρεί όσους επιστρέφουν στην πατρίδα, αποστεωμένοι, βουβοί, με πρόσωπα σκαμμένα από έναν βαθύ πόνο, επιστρέφοντας από μια άγνωστη ξένη χώρα στη γνωστή αλλά ξένη πια χώρα: πόσοι μπορούσαν να κατανοήσουν τη φρίκη που είχαν ζήσει στα πεδία της μάχης και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης; Κυρίως, πόσοι επέτρεπαν να χωρέσει μέσα τους η τρομακτική συνειδητοποίηση της ακραίας ανθρώπινης κατάστασης στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μαθαίνοντας πια για τους μαζικούς τάφους με σκελετωμένα πτώματα και τους ζωντανούς νεκρούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, προτιμώντας, αντίθετα, να παραμένουν μεθυσμένοι από την εορταστική παραζάλη, ξεχνώντας τον πόλεμο και τη γερμανική κατοχή ή την πίστη τους στη φιλογερμανική Γαλλική κυβέρνηση του Βισύ; Η Ντυράς γράφει στις αναφορές της για την άνοδο του Γκωλισμού προς την εξουσία, ότι “ξαναγράφουν την ιστορία, από έναν κόσμο σε πόλεμο έτοιμο να ξεχάσει τα πάντα”, πιστεύει ότι η ευθύνη για τις πολεμικές θηριωδίες με αποκορύφωμα το Ολοκαύτωμα βαραίνει όλους τους ανθρώπους και, παράλληλα, ανάγει το προσωπικό δράμα στο συλλογικό. Εκατομμύρια αθρήνητων ανώνυμων ανθρώπων είχαν σκοτωθεί, ανείπωτος πόνος χαρασσόταν μέσα στους αγαπημένους τους όταν ταυτοποιούνταν οι νεκροί αλλά τα δυτικά κράτη κήρυσσαν επίσημο πένθος μόνο για τον θάνατο εκείνων των επωνύμων, όπως του Ρούσβελτ, που τιτλοφορούνταν ως αρχιτέκτονες και ήρωες της νίκης, πολιτικών και αξιωματούχων του στρατού. Και όσοι περίμεναν την επιστροφή των δικών τους από το μέτωπο, μοιράζονταν μεταξύ τους την οδύνη, όπως η Μαργκερίτ, έγκλειστη στον εαυτό της ή όπως η Εβραία κυρία Κατζ που αποζητούσε να της μιλά για τον δικό της αγνοούμενο άνθρωπο καθώς σιδέρωνε τα ρούχα τής κόρης της, με φυλλορροούσα αλλά άσβεστη πίστη ότι θα επέστρεφε από το στρατόπεδο συγκέντρωσης.

Πολύ μεγάλες οι δυσκολίες να αποδοθεί κινηματογραφικά ο ποιητικός, ελλειπτικός, τόσο ιδιαίτερος λόγος της Ντυράς που μεταφέρεται αδιάλειπτα από το τώρα στο χτες κι αντίστροφα, από το πραγματικό στο ανακατασκευασμένο χτες, από την ένταση των αναμνήσεων στη θραυσματικότητά τους. Και, παρά τη σχετικά μεγάλη διάρκεια του πρώτου μέρους, το κάπως βιαστικό κλείσιμο όπου δεν αναπτύσσεται περισσότερο η επιλογή μιας νέας ζωής και την απουσία εμβάθυνσης στη συλλογική ενοχή, ανεπαισθήτως βυθιζόμαστε στην ατμόσφαιρα και στις ψυχικές διεργασίες της Μαργκερίτ: το πένθος που εξαπλώνεται μέσα της ενώ εκκρεμεί η επικύρωσή του, ανυπεράσπιστη μπροστά σε τόση οδύνη που βιώνεται παραισθητικά πια (είναι στιγμές που αναρωτιέται αν στ’ αλήθεια υπάρχει ο Ρομπέρ) πριν καταλήξει σε αποστασιοποίηση, τη ντροπή της επειδή εκείνη παραμένει ζωντανή, την άρνησή της να τον δει μετά την επιστροφή του από το Άουσβιτς και, κυριολεκτικά, από τον θάνατο, έναν άλλον άνθρωπο από εκείνον που γνώριζε κι ας ήταν αυτός στην πραγματικότητα, τον φόβο που την εγκαταλείπει για τη ζωή της και τη ζωή του, τον φόβο που δεν φοβάται πια να μην πονέσει περισσότερο έχοντας ζήσει τον πόνο ως τις απώτατες εσχατιές του, την οδύνη της για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.


Χάνουμε την αίσθηση του χρόνου μαζί με την Μαργκερίτ, μας μεταδίδεται η απομόνωσή της μέσα από παραμορφωτικούς φακούς και την ανησυχητική μουσική, πάνω απ’ όλα από την ερμηνεία της Μελανί Τιερί, σαν να ερμηνεύει η ίδια η Ντυράς τον ρόλο του εαυτού της. Η φωνή της αναδύεται από μέσα της, θαρρείς εκφέροντας έναν αρχέγονο λόγο πάνω στην οδύνη κάθε γυναίκας που περιμένει αγωνιώντας τον άντρα της από τον πόλεμο, κάθε ανθρώπου που περιμένει αγωνιώντας τα αγαπημένα του πρόσωπα, πάνω στο πανανθρώπινο πένθος για όλους όσους χάνουν τη ζωή τους στους πολέμους όλου του κόσμου, σε όλες τις εποχές. Η έκφραση του προσώπου της μεταδίδει το βάσανο που την κατατρώει, την εσωτερική της καταστολή έχοντας πάψει να τρώει και να πλένεται παρά μόνο καπνίζοντας, τη σωματοποίηση του ανείπωτου πόνου με τους ψηλούς πυρετούς. Μια σπουδαία, σπαρακτική ερμηνεία που συμβάλλει τα μέγιστα στη δημιουργία αυτής της ατμόσφαιρας που δεν ξεχνάμε.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 136 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top