Τέταρτο

407 Προβολές

“Joker” – Μια εξαιρετική ταινία… για την κοινωνία των ΗΠΑ όμως

MV5BYmZlOTY2OGUtYWY2Yy00NGE0LTg5YmQtNmM2MmYxOWI2YmJiXkEyXkFqcGdeQXVyMTkxNjUyNQ@@._V1_SY1000_SX1500_AL_



“Joker”
Σκηνοθεσία: Τοντ Φίλιπς
Πρωταγωνιστούν: Χοακίν Φίνιξ, Ρόμπερτ Ντε Νίρο, Ζάζι Μπιτς
Η.Π.Α., 2019

Φυσικά, στην προσέγγιση και στην ερμηνεία μιας ταινίας χωράει μεγάλη υποκειμενικότητα. Γνωστό είναι αυτό αλλά το ξαναθυμάμαι όταν βλέπω μια νέα ταινία όπου η υποκειμενικότητα χωράει ακόμα πιο πολύ. Και τότε οι ερμηνείες ποικίλουν πιο πολύ και, ταυτόχρονα, αποκλίνουν το ίδιο πολύ!

Ένα πρόσφατο παράδειγμα γι’ αυτές τις σκέψεις, ήταν η ταινία “Joker”. Πιστεύω ότι είναι στ’ αλήθεια μια πολύ καλή ταινία- όμως, για ποιους θεατές; Λοιπόν. είναι μια πολύ καλή ταινία για το κοινό των ΗΠΑ κυρίως. Εκεί όπου συχνά συμβαίνουν τόσο συχνές εκρήξεις των πιο καταφρονεμένων κοινωνικών ομάδων όσο και συχνές μαζικές δολοφονίες από άτομα που χαρακτηρίζονται είτε ως παρανοϊκά είτε ως κατειλημμένα από το απόλυτο κακό. Η τολμηρή θέση που υποστηρίζεται ξεκάθαρα στην ταινία, είναι ότι το πρόσωπο που δολοφονεί είναι διαφορετικό απ ‘αυτό που του οπλίζει το χέρι, ότι οι δολοφόνοι είναι ένα προϊόν της δομής της συγκεκριμένης κοινωνίας κι ότι ο θύτης είναι πρώτα απ’ όλα ο ίδιος θύμα και, πιθανώς, καθόλου θύτης. Το θέμα των ταξικά κατώτερων ανθρώπων στο Γκόθαμ Σίτι όπου ζουν απαρατήρητοι, που χαρακτηρίζονται ως «κλόουν» από τον επίδοξο πλούσιο δήμαρχο που υπόσχεται να επιβάλλει την τάξη, που «αν πέθαιναν, κανένας δεν θα το έπαιρνε χαμπάρι και θα πατούσαν πάνω τους» ενώ τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων είναι για μέρες γεμάτα από τη δολοφονία 3 στελεχών μιας μεγάλη εταιρείας, είναι ένα θέμα, βέβαια, που αφορά όλες τις κοινωνίες σε όλο τον κόσμο, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό την καθεμία.

Στον “Joker” η θέση καταδηλώνεται τολμηρά, όμως, μαζί, δικαιολογείται και κάθε πράξη, κάθε συναίσθημα που απορρέει απ’ αυτήν τη θέση. Η ποσότητα της βίας και του αίματος που προβάλλονται στην οθόνη δεν είναι αμελητέες, το αντίθετο μάλιστα, κι έχεις την αίσθηση ότι πρέπει οπωσδήποτε να τη δικαιώσεις με το να την αποδεχθείς σαν ένα είδος αξιώματος κι όχι μόνο να την κατανοήσεις και να τη δικαιολογήσεις. Η όλο και μεγαλύτερη εσωτερική βεβαιότητα του ήρωα με κάθε φόνο που διαπράττει, φτάνει στα όρια μιας ηδονικής απελευθέρωσης καθώς φαίνεται να χορταίνει όλο και λιγότερο με την ανάγκη του ν’ ανακουφιστεί και να εκτονωθεί επιβάλλοντας επιτέλους το εγώ του πάνω στους δυνάστες του, πάνω σε όσους τον περιπαίζουν, του κουνάνε το δάχτυλο σαν ηθικολόγοι για τους φόνους του κι όσοι του έχουν καταστρέψει τη ζωή, ενώ όλο και περισσότερο δεν χορταίνει πια με το ν’ αποδίδει πια τη δική του άποψη περί δικαιοσύνης για όσα πάνδεινα έχει τραβήξει στη ζωή του.

MV5BYTZkZmRmNzktZTcxNC00Yjc3LWE0YjUtYWExZTc1N2RhMmFmXkEyXkFqcGdeQXVyOTk4MDE5NDg@._V1_SX1777_CR0,0,1777,841_AL_


Η ταύτιση της οπτικής του Φίλιπς είναι ολική, θα έλεγες, με την αδιαπραγμάτευτη εκδοχή της πραγματικότητας που απεικονίζει, αυτήν του τυφλού ξεσπάσματος της συσσωρευμένης οργής, σαν μια μορφή δικαιοσύνης που πρέπει ν’ αποδοθεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Δεν αποδοκιμάζεται ούτε η εν ψυχρώ δολοφονία συγγενών των διεφθαρμένων δημοσίων προσώπων που πληρώνουν με τη ζωή τους αυτή τη συγγένειά τους. Για την ακρίβεια, η συμπεριφορά του ήρωα τροφοδοτείται μόνο από το θυμικό του- μ’ αυτό που ταυτίζεται και η οπτική του σκηνοθέτη. Οι κοινωνικά καταφρονεμένοι του Γκόθαμ Σίτι, εμπνέονται από το αιματηρό ξέσπασμα του Joker, κι έτσι όλοι ξεσπάνε εναντίον δικαίων κι αδίκων. Τόσο αναπότρεπτα, τόσο νομοτελειακά, τόσο μονοσήμαντα.

Χορογραφία, μουσική, εικονογραφία, σενάριο όπου κάθε προκατάληψη και κάθε επιθετικότητα συσσωρεύονται όλο και πιο αβάσταχτα πάνω στα προηγούμενα βάσανα, ένας κόσμος γεμάτος βάσανα όπου λες ότι σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες υπάρχουν στην ταινία μόνο και μόνο για ν’ αυξάνουν τη δυστυχία του ήρωα ή να μην ενδιαφέρονται να την αλαφρύνουν, έτσι ώστε να δικαιολογηθεί το νομοτελειακό του ξεσπάσματός του. Το μήνυμα στην ταινία συρρικνώνεται στην εξιστόρηση και τη δικαιολόγηση των αναγκών του θυμικού. Κι όταν πια, μετά το τέλος της αναταραχής, τότε πια που η ιατρική παρακολούθηση γίνεται και πάλι ο προσχηματικός τρόπος για την οργανωμένη κοινωνία να επιδεικνύει το ενδιαφέρον γι’ αυτόν τον επικίνδυνο αόρατο, απομένει αυτός μόνο πια στο οπτικό μας πεδίο, αυτός ο μόνος επώνυμος καταφρονεμένος στα μάτια του σκηνοθέτη ώστε ν’ αγωνιούμε μόνο για τη δική του τύχη όχι όμως και για την τύχη όλων των άλλων ανωνύμων καταφρονεμένων που είχαν εξεγερθεί τυφλά, αυτός ο μόνος ορατός αόρατος ανάμεσα στους αναρίθμητους συμπάσχοντες μέσα στην ίδια πόλη που παραμένουν αοράτως αόρατοι- τι αντίθεση μ’ όλα αυτά που καταγγέλλει ο δημιουργός… Εδώ, στην παρατήρηση του βασιλείου του θυμικού, δεν χωράει ούτε η ελάχιστη άποψη για τις συνθήκες που θ’ άλλαζαν μια τέτοια κοινωνία, για την ενσωμάτωση της εξέγερσης μέσα σε κάποιους ευρύτερους κοινωνικούς αγώνες.

Σφιχτοδεμένο το μοντάζ, στοιχειωτική η μουσική, η ταινία μας κρατάει το ενδιαφέρον, δεν μας κουράζει- μας εξουθενώνει εσωτερικά. Κι η ερμηνεία του Χοακίν Φοίνιξ είναι στ’ αλήθεια αξιοθαύμαστη ακόμα και τις τόσες στιγμές που υπέρ-παίζει: υποδύεται τόσο πειστικά, τόσο θεαματικά και τόσο ξεχωριστά έναν χαρακτήρα που ουσιαστικά δεν υπάρχει. Σε μια ταινία που αφορά κυρίως τους πολίτες των Η.Π.Α.- παρά την προσπάθεια της κριτικής επιτροπής του φεστιβάλ Βενετίας που βραβεύοντάς την, επιχειρεί να μας πείσει ότι πρέπει ν’ αφορά κι εμάς.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 
Σχετικά με τον αρθρογράφο:
Έχει γράψει 38 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

Back to Top

menu