Τέταρτο

“Μαγνητικά πεδία” του Γιώργου Γούση – Τα μαγνητικά πεδία της ανθρώπινης επαφής


“Μαγνητικά πεδία”
Σκηνοθεσία: Γιώργος Γούσης
Πρωταγωνιστούν: Έλενα Τοπαλίδου, Αντώνης Τσιοτσιόπουλος, Νίκος Σπανίδης.
Ελλάδα, 2021

“Σε παρακαλώ, πάμε… Το μόνο που θέλω, είναι να πω μερικά τραγούδια και να με ακούει κάποιος”. Η Έλενα δεν βρήκε ανταπόκριση από τον σύζυγό της στην επιθυμία της να τού τραγουδήσει, η απάντησή του στο τηλεφώνημά της ήταν ότι είχε δουλειά. Έχουν περάσει πια τα χρόνια που ήταν ερωτευμένος μαζί της- περνώντας τα χρόνια, πολλοί άνθρωποι θεωρούν ως νομοτελειακό να μην έχουν πια ενδιαφέρον για ό,τι αγγίζει, ό,τι προβληματίζει αυτόν που θεωρούν ως “δικό τους άνθρωπο”. Δεν αναρωτιούνται πια για τις εσωτερικές του διεργασίες ούτε ξενίζονται για τις αποκλίσεις του από τη γνωστή συμπεριφορά παρά φοβούνται ότι είτε θα χρειαστεί να γνωρίσουν ξανά και να συμβιώσουν αλλιώς με έναν άλλον άνθρωπο είτε ότι θα τον χάσουν από κοντά τους.

Η Έλενα παρακαλεί τον Αντώνη να έρθει μαζί της, να την ακούει να τραγουδά. Θα είναι πολλές ώρες μαζί στο αυτοκίνητό της (αφού το δικό του έπαθε βλάβη φτάνοντας στην Κεφαλονιά), αναζητώντας ένα κατάλληλο μέρος για να θάψει τα οστά μιας θείας του. Ήταν μια μοίρα που κίνησε τα νήματά της ύπαρξής τους προς την ίδια κατεύθυνση ώστε να γνωριστούν πριν δύο μέρες στο φέρυ μπωτ για το νησί; Όχι, με τη συνηθισμένη, προκατασκευασμένη ερμηνεία που επιβεβαιώνεται από την εκδήλωση ερωτισμού: είναι δύο άνθρωποι που μέσα από τις συμπτώσεις, τα γεγονότα, έχουν τη δυνατότητα να γνωριστούν και να ικανοποιήσουν τη φυσική ανθρώπινη ανάγκη και επιθυμία για επαφή. Εκείνη πνίγεται μέσα στον γάμο παρά την αγάπη για το παιδί της, εκείνος είναι ένας μοναχικός λύκος. Εκείνη λαχταρά πάντα τον έρωτα, εκείνος δεν θέλει να ερωτευθεί ξανά. Εκείνη είναι χορεύτρια, ψηλόλιγνη, φοράει μόνιμα μαύρα γυαλιά και ρούχα, η πρώτη εντύπωσή μας είναι ότι έχει μια εκκεντρικότητα, μια ελαφρά επιτήδευση στην ομιλία της, όμως  θέλει τόσο πολύ να εξωτερικεύσει και να επικοινωνήσει που χάνει τη ροή του λόγου της ορισμένες φορές- πόσο συχνά οι πρώτες μας εντυπώσεις για έναν άνθρωπο απορρέουν από τα στερεότυπα και την αρνητική προδιάθεσή μας προς οποιονδήποτε διαφέρει από τον μέσο όρο, εμποδίζοντάς μας να τον πλησιάσουμε και να μοιραστεί μαζί μας τους φόβους του που ουσιαστικά δεν διαφέρουν από τους δικούς μας. Εκείνος εργάζεται σε μια επιχείρηση, δείχνει ένας άνθρωπος χωρίς κάτι ιδιαίτερο πάνω του με μια πρώτη, αβασάνιστη ματιά, η φιγούρα του θυμίζει ζωγραφιές απόμαχων ναυτικών από τα βιβλία της παιδικής μας ηλικίας φορώντας κίτρινη νιτσεράδα και κόκκινο σκούφο, τα κιλά του θαρρείς ότι ενισχύουν τη στιβαρότητα που αποπνέει, η πυκνή γενειάδα προσδίδει μια αγριάδα στη φυσιογνωμία του, όμως ο λόγος και το βλέμμα του μεταδίδουν συστολή και ευγένεια. Δύο άνθρωποι με το δικό του βάρος ο καθένας, με το δικό του φορτίο από τη ζωή, φαινομενικά αταίριαστοι μεταξύ τους.


Δύο άγνωστοι που η αλληλεπίδραση ανάμεσά τους εκμηδενίζει την απόσταση που τους χωρίζει, αφήνοντας παράλληλα ένα ιδιαίτερο εσωτερικό αποτύπωμα στον καθένα. Ο Αντώνης, αρχικά επιφυλακτικός, αφήνεται να παρασυρθεί σε μια ανθρώπινη σχέση. Και η Έλενα, σπάζοντας το γνώριμο καλούπι των μηχανικών ερωταπαντήσεων σε μια τηλεφωνική συνομιλία με τον σύζυγό της, δεν συμπληρώνει μονάχα την αρχική της απάντηση, “Κάνε ό,τι νομίζεις, δεν με νοιάζει”, την εξανθρωπίζει θα ‘λεγες, με διευρυμένη συνειδητότητα και ψυχικό άνοιγμα, διορθώνοντας: “Δηλαδή, με νοιάζει αλλά θέλω να είσαι ελεύθερος να νιώσεις ό,τι θέλεις” (σ’ έναν υπέροχο μονόλογό της). Στον χώρο όπου ασκούνται αυτές οι ελκτικές δυνάμεις ανάμεσά τους, σαν σε μαγνητικά πεδία, η επικοινωνία τους βαθαίνει και η θέρμη εξαπλώνεται αβίαστα. Η νεκρή θεία ανασυστήνεται μέσα από τη φαντασία τους, το αυτοκίνητο, σαν πιστός σύντροφός της με το όνομα Ζωρζ, αποκτά μια έμψυχη διάσταση και για τον Αντώνη- όπως και για τον θεατή, με τα χιλιόμετρα που αδιαμαρτύρητα καταπίνει, μεταφέροντας τους δύο ήρωες που συνομιλούν χωρίς να τους βλέπουμε- ο Αντώνης βγάζει μια κραυγή σαν να πετάει ένα βάρος που θαρρείς ότι κουβαλάει βουβά μέσα του για χρόνια, εκείνη κλαίει σιγανά τραγουδώντας στο πιάνο και, με ένα φιλί στο μέτωπο, τον σκεπάζει στην πολυθρόνα που τον πήρε ο ύπνος καθώς την άκουγε. Δεν έχει σημασία αν πλανιέται ένας ερωτισμός ανάμεσά τους ούτε πότε θα ξαναειδωθούν- αυτό που έχει σημασία είναι μόνο ό,τι συμβαίνει στο τώρα, οι αυθόρμητες εκμυστηρεύσεις και τα γέλια, όλα όσα βιώνονται, στον βαθμό που ο καθένας τους αφήνεται σ’ αυτά. Γιατί, αυτό που πάντα συμβαίνει, είναι η ίδια η ζωή που κυλάει σαν το ποτάμι, με ορμή προσπερνώντας κάθε εμπόδιο.


Την ώρα ανάμεσα στο σούρουπο και τη νύχτα, στις θαλασσοδαρμένες, βραχώδεις ακτές της Κεφαλονιάς, τα αναμμένα φώτα του αυτοκινήτου της Έλενας γεννάνε μια απόκοσμη αίσθηση, λες κι ένα μέρος των μαγνητικών δυνάμεων ανάμεσά τους, των μαγνητικών πεδίων του νησιού, γίνεται ορατό. Το αυτοκίνητο περνά δίπλα από ανεμογεννήτριες, πάνω σε χωματόδρομους που από κάτω χάσκει ο γκρεμός, η Έλενα κι ο Αντώνης σκαρφαλώνουν σε ένα ύψωμα με ραντάρ, μπαίνουν σε εγκαταλελειμμένα κτίρια, παρκάρουν δίπλα σε φάρους- περιπλανιούνται θαρρείς όσο πιο μακριά από τις κατοικημένες περιοχές, θυμούνται μια ολοένα και πιο ξεχασμένη κατάσταση, τη χαρά του “μαζί”, να είσαι ο εαυτός σου μπροστά στον άλλον. Η ακατέργαστη, φυσική αμηχανία των ηθοποιών απεικονίζεται αρχικά με μια δραματουργική αμηχανία, ωστόσο στη συνέχεια παραδιδόμαστε σ’ αυτό το πλησίασμα των δύο μεσήλικων όπου αποδομούνται οι προκαταλήψεις σχετικά με τις διαφορές που οι άνθρωποι τις επικαλούνται για να απομακρυνθούν αντί να προκαλέσουν το ενδιαφέρον για τον άλλον. Χαμογελάμε καθώς εξοικειώνονται μεταξύ τους- κι εμείς μ’ αυτούς- μέσα κι από έναν τρυφερό αυτοσαρκασμό  (“Χορεύω φρικτά”, λέει η Έλενα, “Κι εγώ είμαι φρικτός θεατής”, απαντά ο Αντώνης, “Ε τότε θα είναι μια φρικτή παράσταση με φρικτούς θεατές”!). Τα μεσαία πλάνα μεταδίδουν έναν σεβασμό στην αρχική αμηχανία τους και, στη συνέχεια, μια διακριτικότητα στην παρατήρηση της επαφής τους. Και, η παλιομοδίτικη για την ψηφιακή εποχή μας εικόνα (“η επιλογή της miniDV κάμερας προέκυψε επειδή δεν είχαμε μπάτζετ”, όπως έχει δηλώσει ο σκηνοθέτης), με κόκκο στις σκηνές των αναμνήσεων, τονίζει μια νοσταλγία γι’ αυτήν την  κατάσταση του “μαζί”.

Ο Γιώργος Γούσης σκηνοθέτησε ένα road movie που μεταδίδει μια αναζωογονητική αίσθηση αυτοσχεδιασμού και κόστισε μόλις 6.500 ευρώ, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να δημιουργήσει εικόνες και ατμόσφαιρα με κινηματογραφική δύναμη. Δεν είναι μονάχα το ταλέντο- είναι, ταυτόχρονα, να έχεις κάτι να εκφράσεις και να θέλεις να το μοιραστείς με τους άλλους: πως να μην μας αγγίξει αυτή η ταινία;


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 139 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top