Τέταρτο

“Marseille” της Άνγκελα Σάνελεκ – Ανάμεσα στο τέλος της γνώριμης δραματοποίησης των καταστάσεων και πριν το ψηλάφισμα άλλων τρόπων έκφρασης


“Marseille”
Σκηνοθεσία: Angela Schanelec
Γερμανία, 2004.

Η επίσκεψη σε άλλη πόλη σε άλλη χώρα και οι επιστροφές. Εκκρεμότητες, ανάπαυλες, διαφυγές- γνωστά κεφάλαια κλείνουν ώστε ν’ ανοίξουν νέα. “Καινούριους τόπους” κι “άλλες θάλασσες” ή “η πόλις θα την ακολουθεί”;

Στο κινηματογραφικό σύμπαν της Γερμανίδας Άνγκελα Σάνελεκ, η ανάγκη για επικοινωνία, για επίγνωση και απελευθέρωση, εξιστορούνται αποδραματοποιημένα, σχεδόν στεγνά, με αποσπασματική αφήγηση, θραύσματα απόηχων από συναισθηματικές διεργασίες που θαρρείς ότι συντελούνται στο “εντός” ενός άλλου, σαν αντανάκλαση μιας συνείδησης που πάσχει κρυμμένη κάτω από την επιφάνεια της αποστασιοποιημένης ζωής. Δεν πρόκειται για μια στωική αποδοχή της εσωτερικής σύγχυσης και της εξωτερικής αποξένωσης: οι άνθρωποι μιλάνε με χαμηλές φωνές κι όταν κάποιος ανεβάσει τους τόνους, για μια μόνο φορά στη φιλμική του ζωή, λες και τον κυριεύει η ανάγκη να μην ξεχάσει πως είναι να εγκαταλείπεται στα συναισθήματα. Αυτό που αποτίθεται καθημερινά στην έκφραση του προσώπου τους, είναι ό,τι έχει ξεγλιστρήσει από τον ανεκδήλωτο εαυτό τους- κι ο θεατής καλείται να παρατηρήσει με ενδιαφέρον, περισσότερο και απ’ αυτό που έχουν οι ίδιοι οι χαρακτήρες της ταινίας για τον εαυτό τους, και να επιβεβαιώσει ότι, όχι μόνο ότι οι λέξεις που χρησιμοποιούμε εκφράζουν στ’ αλήθεια το περιεχόμενο των συναισθημάτων αλλά, κυρίως, ότι αυτά υπάρχουν ακόμα. Οι στιγμές που οι χαρακτήρες της Σάνελεκ βρίσκονται πιο κοντά σε μια συνειδητότητα, κινηματογραφούνται πιο συχνά με μεγαλύτερες σε διάρκεια λήψεις του προφίλ τους καθώς τούς ακούμε να μιλάνε για τον εαυτό τους, εκφράζοντας την εσωτερική αναζήτηση της εξόδου από ένα λαβύρινθο. Θαρρείς ότι μετεωρίζονται σταθερά πάνω από το κενό που προκύπτει μετά το τέλος της γνώριμης δραματοποίησης των καταστάσεων και πριν το ψηλάφισμα άλλων τρόπων έκφρασης- κι αυτά μάς μεταδίδονται μέσα από μια στοιχειώδη δραματουργία όπου προσπαθούμε να συνδέσουμε ονόματα και σκόρπιες πληροφορίες που έχουμε ακούσει προγενέστερα, για πρόσωπα, καταστάσεις και σχέσεις που εμφανίζονται και αρχίζουν να κατανοούνται αργότερα.

Κατακερματισμένα επεισόδια, σιωπές, στιγμές που κινηματογραφούνται σε ολόκληρη τη διάρκειά τους. Άλματα στο χρόνο έχουν συμβεί στο επόμενο πλάνο, με μια ξαφνική μεταφορά του προσώπου στο χώρο, σπάζοντας ξαφνικά τη ροή της χρονικής συνέχειας. Η Σάνελεκ δεν ψυχογραφεί, δεν ενδιαφέρεται καν για τη δημιουργία ατμόσφαιρας με τη γνώριμη έννοια, παρά μάς καλεί να παρατηρήσουμε τους ανθρώπους στο τώρα, να ψυχανεμιστούμε όσα αθέατα κουβαλάνε από παλιά που λες και δεν τους επιτρέπουν να ζήσουν στο παρόν ο,τιδήποτε άλλο παρά μόνο αυτό που βλέπουμε. Ανθρώπινα μέλη ή περιοχές του σώματος κινηματογραφούνται καταλαμβάνοντας ολόκληρο το κάδρο για αρκετό χρόνο (αφυπνίζοντάς μας μνήμες από τον μεγάλο Ρομπέρ Μπρεσσόν) λες κι έχουν αποκοπεί από το σώμα, αποκτώντας τη δική τους ζωή. Οι άνθρωποι μιλάνε την ίδια γλώσσα αλλά δεν καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον, μιλώντας για τα ίδια πάλι με άλλες λέξεις τώρα, συζητήσεις μένουν μετέωρες, σε συνέχεια προηγουμένων που είχαν μείνει κι εκείνες εκκρεμείς, μια ακόμα απόπειρα επικοινωνίας που αποδείχθηκε εκ των προτέρων καταδικασμένη. Η κάμερα στέκεται στο χαρακτήρα που έχει αρχίσει να μιλάει, ακούγοντας τις εκτός κάδρου απαντήσεις τού συνομιλητή του, λες και απευθύνεται σε κάποιο φανταστικό πρόσωπο ή στον άγνωστο εαυτό του, πριν τελικά μάς αποκαλυφθεί ο συνομιλητής.


Θαρρείς ότι οι πόλεις όπου ζουν αυτοί οι άνθρωποι, κινηματογραφούνται πιο ζωντανά. Καθημερινοί ήχοι όπως οι θόρυβοι από αυτοκίνητα και λεωφορεία, από τις πόρτες των μαγαζιών που ανοιγοκλείνουν, ακόμα κι από αυτόματα κυλιόμενες σκάλες που βρίσκονται πιο μακριά, φτάνουν με τέτοια σαφήνεια στα αυτιά μας που μπορούμε να τους ξεχωρίσουμε μέσα στο ηχητικό μείγμα μιας πολύβουης πόλης του Νότου, πόσο μάλλον σε μια ήσυχη πόλη του Βορρά. Οι ήρωες έχουν ενσωματωθεί σε τέτοιο βαθμό στο αστικό περιβάλλον που οι χαμηλές φωνές τους δεν ξεχωρίζουν σ’ αυτό το ηχητικό τοπίο, σαν να μην είναι κάτι περισσότερο από έμψυχες συνιστώσες των πόλεων. Στη “Μασσαλία”, η άλλη πόλη στην άλλη χώρα, με τους άλλους ανθρώπους και το άλλο ηχητικό περιβάλλον, παίζουν καταλυτικό ρόλο στις αποφάσεις της κεντρικής ηρωίδας, σαν μια ριπή αέρα να ταράζει τα στάσιμα νερά της συνείδησής της (εξαιρετική η ερμηνεία της Maren Eggert που μέσα σε μια φαινομενική απάθεια, θαρρείς ότι αντέχει τα πάντα, μεταβολίζοντάς τα με σταθερό τρόπο μέσα της χωρίς, όμως, να χάνει την επαφή με τον υπόκωφο πόνο της). Όμως, κάθε νέα αρχή, όσο συνειδητοποιημένη κι αν είναι, πρέπει πρώτα να περάσει μέσα από τον πόνο της απογύμνωσης και της απώλειας, συμβολικά, ψυχολογικά και υλικά. Τα μακροχρόνια διλήμματα και εκκρεμότητες, όταν πια γίνουν αντιληπτά, ζητάνε, θαρρείς, όχι μόνο την επίλυσή τους στο σήμερα αλλά, επιπλέον, μια αναδρομική δικαίωση.

Η άγνωστη εμπορικά στην Ελλάδα Σάνελεκ (μέλος της Σχολής του Βερολίνου μαζί με τον γνωστό Κρίστιαν Πέτσολντ, μεταξύ άλλων), γνώριμη μόνο από τις προβολές του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, δημιουργεί ένα εγκεφαλικό σινεμά, τόσο ιδιοσυγκρασιακό που η πρώτη επαφή μαζί του μπορεί να ξενίσει έως την αποστροφή. Όταν πια επέλθει η εξοικείωση, βρισκόμαστε σε εγρήγορση νιώθοντας ότι προσπαθούμε να ενώσουμε τα κομμάτια ενός δύσκολου παζλ και, στο τέλος, η ικανοποίησή μας έχει να κάνει τόσο με το ότι αρχίσαμε να το συμπληρώνουμε όσο και με την εμπειρία της επεξεργασίας καθαυτής. Όλα αυτά θα μάς ήταν ενδεχομένως αδιάφορα αν δεν υπήρχε το σκηνοθετικό στυλ της Σάνελεκ, που όσο κι αν έχει τα όρια του και την επανάληψή του, ωθεί σε τέτοιο βαθμό την αφαιρετικότητα ως τα κινηματογραφικά της άκρα, που προκαλεί διαρκώς τη συμμετοχή μας. Δεν μαθαίνουμε καν πως τελειώνουν όλα όσα είδαμε γιατί η Σάνελεκ δεν δίνει σημασία στη γνώριμη ανάγκη μας για απαντήσεις ή στο όποιο σασπένς. Ακόμα περισσότερο όταν η ζωή συνεχίζεται, όταν ο ταραγμένος ψυχισμός μας μπορεί ν’ ανακουφιστεί από τη θάλασσα, την αμμουδιά και το σούρουπο κι όταν δεν μπορούμε  ν’αντισταθούμε στο χαμόγελο ακούγοντας τις παιδικές φωνές να δυναμώνουν καθώς ο ήλιος δύει, με τα παιδιά ν’ αδράχνουν και τις τελευταίες ώρες της μέρας, γνωρίζοντας πια ότι οι γονείς τους δεν θ’αργήσουν να τους πουν ότι πρέπει να κοιμηθούν.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 135 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top