Τέταρτο

“Μάρτιν Ίντεν” του Πιέτρο Μαρτσέλο – Πότε η ασυμβίβαστη στάση ρέπει προς τον ατομικισμό;


“Μάρτιν Ίντεν” (“Martin Eden”)
Σκηνοθεσία: Πιέτρο Μαρτσέλο
Πρωταγωνιστούν: Λούκα Μαρινέλι, Τζέσικα Κρέσι, Ντενίζ Σαρντίσκο
Ιταλία, 2019.

Ο Μάρτιν Ίντεν παίρνει το λόγο σε μια συγκέντρωση σοσιαλιστών εργατών την ώρα που η συζήτηση φλέγεται για την απεργία τους:  «Βλέπω σκλάβους εδώ, απογόνους και εγγόνια σκλάβων. Θυμάστε τους εαυτούς σας να δούλεψαν ποτέ χωρίς αφεντικά; Ζητάτε να αντικατασταθεί ένας νόμος της φύσης, ο νόμος της εξέλιξης, όπου οι πιο υγιείς εξουσιάζουν τους άλλους, με έναν νόμο της ηθικής όπου το νέο σας αφεντικό θα είναι το κράτος. Που είναι, όμως, το άτομο στις ιδέες σας; Ακόμα κι αν απαλλαγείτε από τα σημερινά σας αφεντικά, θα ξεπηδήσουν καινούρια από τις τάξεις σας». Τον γιουχάρουν, μην αντέχοντας να ακούσουν άλλη κριτική πέρα από αυτή που είναι διατεθειμένοι να ασκήσουν οι ίδιοι στους εαυτούς τους. Ο Ίντεν πιστεύει ότι ο σοσιαλισμός είναι ηθική σκλαβιά, δηλώνοντας ότι είναι ατομικιστής ενώ οι σοσιαλιστές πιστεύουν ότι ο ατομικισμός είναι ο μεγαλύτερος εχθρός τους. Η ερμηνεία που θα μπορούσαμε να δώσουμε στα λεγόμενά του, είναι ότι όσο ο λαός δεν συμμετέχει ισότιμα στις επαναστατικές ζυμώσεις, κάθε κοινωνική αλλαγή θα είναι καταδικασμένη στην αναπαραγωγή ενός καθεστώτος υποδούλωσης, έστω σε μια βελτιωμένη εκδοχή.

Ο Μάρτιν Ίντεν προτρέπει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν την εκμετάλλευση της υπεραξίας της εργασίας των πολλών από τους λίγους. Φλέγεται από οργή για την κοινωνική ανισότητα χωρίς να φιλοδοξεί να ηγηθεί παρά μονάχα να εμπνευστεί και να εμπνεύσει. Θαρρείς ότι έχει την πεποίθηση ότι μπορεί να τα βάλει με όλους και όλα, βάζοντας άφοβα το σώμα του μπροστά στα εκτελεστικά όργανα της εξουσίας. Άραγε, η προσωπική του εκδοχή τού ατομικισμού έχει να κάνει με τη δίψα για διαρκή υπέρβαση των προσωπικών ορίων και την ευθύνη της αδιάλλακτης στάσης ενάντια σε κάθε αδικία; Πότε, όμως, χάνονται τα όρια ανάμεσα στην επιθυμία για διαρκή εξέλιξη και το ναρκισσισμό; Πότε η ανάγκη διαφύλαξης της προσωπικότητας μπροστά στην απειλή της τυφλής υποταγής, ακόμα και στο όνομα των υψηλότερων ιδανικών, οδηγεί στη απομόνωση;

Ο Ίντεν είναι ναυτικός, έχοντας παρατήσει το σχολείο γιατί χρειάστηκε να δουλέψει από παιδί, τα φέρνει δύσκολα βόλτα αλλά διψάει για γνώση και θέλει να γίνει συγγραφέας, θέλοντας να εκφράσει τα βάσανα των μεροκαματιάρηδων. Ο νόμος της εξέλιξης μιλάει μέσα του και η κορύφωση της προσωποποίησής του αφυπνίζεται στον έρωτά του για μια νέα, γόνο ευκατάστατης οικογένειας. Συνειδητοποιείται ιδεολογικά μέσα από τις απόψεις του βιολόγου και φιλοσόφου Χέρμπερτ Σπένσερ, όπου η πρόοδος του κόσμου είναι σταθερή μέσα από την επιβίωση του ισχυροτέρου, εξηγώντας με μηχανικούς όρους τη θεωρία του Δαρβίνου για τη διατήρηση των πιο προικισμένων ειδών στον αγώνα της ζωής. Φαίνεται ότι ο Ίντεν εμπνέεται ανθρωπιστικά από τη συγκεκριμένη θεώρηση της ζωής, θέλοντας να εμπλουτίσει τη λαχτάρα για αλλαγή αυτού του από-ανθρωποποιημένου κόσμου με τη γνώση, ώστε αυτή η φυσική ροπή για σταθερή πρόοδο να οδηγήσει στο νέο, δίκαιο κόσμο με πιο βέβαια βήματα. Όμως, η νέα γυναίκα μετεωρίζεται ανάμεσα στον έρωτα και τα ψυχολογικά δεσμά τής τάξης της- καθώς οι λήψεις των ερωτευμένων νεανικών προσώπων εστιάζουν στα βλέμματά τους εκείνες τις άχρονες στιγμές που σαρώνονται τόσο φυσικά οι κληρονομημένες αντιλήψεις της, αισθανόμαστε τη διαρκή επιστροφή της στην πραγματικότητα σαν να ξυπνάει μηχανικά από ένα όνειρο, έχοντας παρεκκλίνει από τον κόσμο που έχει μεγαλώσει: νιώθουμε ισχυρότερο το βάρος της διαμόρφωσης που κουβαλάμε, από την επιθυμία της ελευθερίας και της αλληλεγγύης με τους άλλους ανθρώπους.


Πόσοι, όμως, μπορούν να τον ακολουθήσουν και σε πόσους επιτρέπει ο ίδιος να συμπορευτούν παρά τις διαφορές τους; Οι φίλοι του τον αγαπάνε αλλά δεν εμπνέονται, οι αναγνώστες του εντυπωσιάζονται από την εκκεντρικότητα της μοναξιάς του αλλά όχι από την ουσία της και οι γυναίκες τον ερωτεύονται αλλά δεν αντέχουν τη φανατική πίστη στην προσωπική του στράτευση. Είναι μονάχα η ασυμβίβαστη στάση του που τον ωθεί στη μοναξιά ή ρέπει προς την εγωπάθεια; Υποβόσκει μια ατομική φιλοδοξία ή δεν υπάρχει θέση στο δικό του κόσμο για όποιον δεν αρνείται το ίδιο σθεναρά κάθε έκπτωση σε ένα προσωπικό όραμα; Η συγγραφική του αξία αναγνωρίζεται μετά από μια βασανιστική πορεία φτώχειας, αλλεπάλληλων υποδείξεων για την έλλειψη γενικής παιδείας του, συνεχών απορρίψεων των διηγημάτων του- κι όμως, παρά την αναγνώριση με τους δικούς του υπαρξιακούς όρους, χωρίς να έχει λειάνει ούτε το συγγραφικό του όραμα ούτε το τραχύ ταμπεραμέντο του, η εικόνα της αγέρωχης, ενεργητικής στάσης του σώματός του θα εκφυλιστεί σ’αυτήν ενός θλιμμένου δανδή, χωρίς να κατανοούμε τα αίτια της υπαρξιακής πτώσης του. Αντιλαμβάνεται, άραγε, την αποτυχία της τέχνης να αλλάξει τον κόσμο καθώς, όλο και πιο καθαρά, πλησιάζει το ξέσπασμα ενός παγκόσμιου πολέμου; Μας μεταδίδεται, ωστόσο η οξύτητα ενός πόνου που κατατρώει τα σωθικά του, σαν μια σκληρή μάχη να περισώσει τον εαυτό του από τους συμβιβασμούς της διασημότητας, μέσα από την κυνική ειλικρίνεια και τα ξεσπάσματα θυμού του. Η ωραία ερμηνεία του Λούκα Μαρινέλι συμβάλλει σημαντικά στην ατμόσφαιρα αυτού του τελευταίου μέρους της ταινίας (η οποία, ως τότε, είχε κάπως μεγαλύτερη διάρκεια απ’όσο θα θέλαμε).

Δεν έχουμε διαβάσει το ομώνυμο βιβλίο του Τζακ Λόντον όπου βασίζεται η ταινία (γραμμένο το 1909 και το οποίο συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο της Le Monde για τα 100 καλύτερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα) αλλά εκπλησσόμαστε με τη διφορούμενη σε ορισμένες σκηνές ιδεολογία του κινηματογραφικού Μάρτιν Ίντεν, γνωρίζοντας ότι ο αγαπημένος συγγραφέας μας ήταν αριστερός. Ο Λόντον είχε γράψει ότι ήθελε να στηλιτεύσει τον ατομικισμό, συμπληρώνοντας ότι δεν το κατάφερε αφού δεν είχε γίνει αντιληπτό. Στην ταινία, δεν μαθαίνουμε για τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα του εργατικού κινήματος που τόσο στηλιτεύονται από τον ήρωα της. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί την ιστορία στην Νάπολι, καλύπτει χρονικά ένα μεγάλο μέρος του 20ου αιώνα και συνδυάζει εικόνες περασμένων εποχών με σύγχρονα τραγούδια, τονίζοντας ευφάνταστα τη διαχρονικότητα των καταστάσεων. Μας αγγίζουν αυτές οι εικόνες αρχειακού υλικού που παρεμβάλλονται στην αφήγηση, εικόνες σαν αυτές που έβλεπε ο Λόντον γράφοντας το μυθιστόρημά του: φτωχοί άνθρωποι που χαμογελάνε διάπλατα παρά τα βάσανά τους, ναυτικοί την ώρα που σαλπάρουν για ένα ακόμα μακρινό ταξίδι σ’ ένα δικό τους, θαρρείς, κόσμο, φτωχοντυμένα παιδιά στους άδειους βραδινούς δρόμους μετά το παιχνίδι της μέρας, ενός  μεσήλικα εργάτη που τα παιδιά γελάνε μαζί του επειδή χρειάζεται τη βοήθεια της δασκάλας για να καταφέρει να γράψει το όνομά του στον πίνακα: αυτός, όμως, χαμογελάει μπροστά στην ανακάλυψη ενός νέου κόσμου, το πρόσωπό του λάμπει- με μια χαρά ανόθευτη από οποιαδήποτε φιλοδοξία.

 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 
 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 104 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top