Τέταρτο

“Μετά τον Γιάνγκ” του Κογκονάντα – Το δημιούργημα που εξελίσσεται κι ο δημιουργός που περιχαρακώνεται


“Μετά τον Γιάνγκ” (After Yang)
Σκηνοθεσία: Κογκονάντα
Πρωταγωνιστούν: Κόλιν Φάρελ, Τζόντι Τέρνερ-Σμιθ, Τζάστιν Χ. Μιν
ΗΠΑ, 2022.

Όταν διακόπτεται ξαφνικά η λειτουργία του Γιάνγκ, ο Τζέικ και η Κύρα αντιμετωπίζουν τη θλίψη τής μικρής τους κόρης Μίκα για την απώλεια του αγαπημένου της αδελφού και την εξάρτησή τους από τις υπηρεσίες του, λείποντας πολλές ώρες καθημερινά από το σπίτι. Στερούνται μία επιπλέον υπηρεσία του: ο Γιάνγκ, έχοντας πρόσωπο κατασκευασμένο με τα γνωστά μορφολογικά χαρακτηριστικά των εθνοτικών πληθυσμών της Άπω Ανατολής και με τη γνώση της πολιτιστικής της παράδοσης καταχωρημένη στο λειτουργικό του σύστημα, συνέδεε την υιοθετημένη στις ΗΠΑ Μίκα με τις Κινεζικές ρίζες της.

Στην αγωνιώδη προσπάθεια να προλάβει την αποσύνθεση του σώματος του Γιάνγκ, ο Τζέικ ανακαλύπτει ότι η ομοιότητά του με τον άνθρωπο είχε επεκταθεί πέρα από τις κατασκευαστικές προδιαγραφές του: αποκτώντας πρόσβαση στη μνήμη του, ένα αρχείο όπου ο Γιάνγκ αποθησαύριζε (όχι μόνο αποθήκευε) αναμνήσεις, εκπλήσσεται μπροστά στη συνείδηση της ύπαρξης που είχε αποκτήσει και τη συναισθηματική νοημοσύνη που είχε αναπτύξει αυτό το ανθρωποειδές, ένα πολιτιστικό techno sapiens που είχε υπερβεί την προγραμματισμένη λειτουργία της μηχανικής ενσυναίσθησης και της μειλίχιας συμπεριφοράς. Η περιήγηση στη μνήμη του Γιάνγκ, με χρήση ειδικών μαύρων γυαλιών, φέρνει στον νου την παρατήρηση του σύμπαντος: αμέτρητοι φωτεινοί βώλοι θυμίζοντας αστέρια, ο καθένας έχοντας συγκεκριμένες αναμνήσεις, κινούμενοι σ’ ένα σκοτεινό περιβάλλον (όπου εμπεριέχεται υποφωτισμένο το οικείο του δάσος- ένα αθέατο μικροσύμπαν με δίκτυο επικοινωνίας ανάμεσα στα δέντρα), μέχρι κάποιος να έρθει στο προσκήνιο αποκαλύπτοντας το περιεχόμενό του σε μια έκχυση φωτός. Φέρνει επίσης στον νου, τη δομή του ανθρώπινου εγκεφάλου που, όπως υποστηρίζουν επιστημονικές μελέτες, έχει σχηματιστεί ακολουθώντας παρόμοιες φυσικές αρχές μ’ αυτές του σύμπαντος (οι νευρώνες του αντιστοιχούν στους γαλαξίες).


Είναι τόσο όμορφος αυτός ο προηγμένος τεχνολογικά μελλοντικός κόσμος: μεγάλες μονοκατοικίες χτισμένες στο δάσος, με τζαμαρίες από το έδαφος έως το ταβάνι και διακοσμημένες με βάση την Ανατολική αισθητική (άραγε, η εξάπλωσή της σημαίνει τη γνώριμη μίμηση των δυτικών ανθρώπων σε επίπεδο εικόνας, τη μηχανική αναπαραγωγή της Ανατολικής φιλοσοφίας στην καθημερινότητά τους ή κάτι άλλο;), αυτοκίνητα που κινούνται με προφορικές οδηγίες χωρίς να οδηγούνται, ολογράμματα σε φυσικό ανθρώπινο μέγεθος που κάνουν αμέσως εφικτή την επικοινωνία όσων βρίσκονται μακριά. Όμως… το φυσικό φως φτάνει στη γη, θαρρείς διηθημένο από αθέατα φίλτρα που θαμπώνουν τη φωτεινότητά του, συμβολίζοντας το ημίφως που επικρατεί στις σχέσεις και σε τούτο τον κόσμο, όπου οι συζητήσεις διεξάγονται χωρίς εντάσεις αλλά άνευρα, σαν κάθε σύγκρουση να διεκπεραιώνεται χωρίς να λύνεται, όπου αντιλαμβανόμαστε ότι η αναπαραγωγή επιτυγχάνεται χωρίς σωματική ένωση παρά μέσω της επιστήμης κυρίως (ολοκληρώνοντας, θα ‘λεγες, μια μακρόχρονη διαδικασία μηχανιστικής ανθρώπινης επαφής όπου η θέρμη απορριπτόταν όλο και περισσότερο), ένας τεχνητός, αποστειρωμένος παράδεισος (όπου είναι χαρακτηριστικό ότι το πόσιμο νερό είναι εμφιαλωμένο). Ο λευκός Τζέικ, η μαύρη Κύρα, η Κινέζα Μίκα και ο ανθρωπόμορφος Γιάνγκ συνιστούν οικογένεια χωρίς τη συνέχεια του αίματος, μπολιασμένης με διάφορες φυλές, πολιτισμικές αναφορές και μορφές ζωής, ανάμεσα σε άλλες πολυφυλετικές, ομοφυλόφιλες και μικτές οικογένειες, σε μια κοινωνία ανθρώπων, ανθρωποειδών κι ανθρώπινων κλώνων- μάλλον χωρίς ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ τους…

O Γιάνγκ, γνωρίζοντας την εμφυτευμένη πολιτιστική κληρονομιά του, αναρωτιέται ποιος είναι: “Είμαι πράγματι Κινέζος;”. Κάθε πολιτιστική κληρονομιά δεν είναι εμφυτευμένη, απόρροια της διαπαιδαγώγησης στις κοινωνίες όπου μεγαλώσαμε; Την θεωρούμε, μάλιστα, ως στοιχείο της ταυτότητάς μας που πρέπει να μας διαχωρίζει από τους ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας, περιορίζοντας τη φυσική μας τάση για συνεργασία κι αλληλεπίδραση, αντί ως ένα ζωντανό στοιχείο της που συνδιαλέγεται με τα ζωντανά στοιχεία των άλλων. Παρόμοιους διαχωρισμούς προκαλεί η σημασία που δίνουμε σε κάθε είδους καταγωγή που μας κληροδοτείται ενώ στην πραγματικότητα, δεν προσφέρει παρά τη γνώση ενός μέρους της προσωπικής μας ιστορίας: περπατώντας στο δάσος, η Μίκα, το παιδί, αναρωτιέται για τη φύση της σχέσης της με τους θετούς γονείς κι ο Γιάνγκ, το ανθρωποειδές, την καθησυχάζει εξηγώντας τη διαδικασία της μεταμόσχευσης (“μια αρχαία Κινεζική τεχνική όπου κλαδί από ένα δέντρο τοποθετείται στο άλλο και γίνεται οργανικό μέρος του. Το άλλο σου γενεαλογικό δέντρο είναι επίσης ένα ζωτικό μέρος του ποια είσαι”) ενώ ο Τζέικ, ο άνθρωπος, αν και επιδιώκει τη σύνδεση του κοριτσιού με την πολιτιστική κληρονομιά του, του αρνείται να παίζει με κλώνους ανθρώπων, αποφεύγοντάς τους ο ίδιος: άραγε, ο μελλοντικός ρατσισμός θα ‘χει στο στόχαστρό του εκείνους που η επιστήμη θα ’χει δημιουργήσει ή θα ‘χει παρεμβληθεί στο γενεαλογικό δέντρο τους; Ωστόσο, δεν κατανοούμε τον συγκεκριμένο ρατσισμό του ούτε γιατί θεωρίες περί κατωτερότητας της διαφορετικότητας θα εξακολουθούν να διαμορφώνουν τη στάση των ανθρώπων.


Κυρίως, δεν κατανοούμε την “ψυχοσύνθεση” του Γιάνγκ, τη διαδικασία ανάπτυξης προσωπικής βούλησής του. Άραγε, φυλάσσοντας αναμνήσεις και συνδέοντάς τες μ’ αυτές που του είχαν εμφυτευθεί από μια παιδική ηλικία που δεν είχε βιώσει, εξιδανικεύει τον εξανθρωπισμό του ή δημιουργεί δική του προσωπικότητα, ενσωματώνοντας τα ευγενέστερα στοιχεία της ανθρώπινης φύσης; Τον μαθαίνουμε κυρίως μέσα από αναμνήσεις του που φέρνουν αντιμέτωπο τον Τζέικ με τη δική του αποξένωση και την ανάγκη να επανασυνδεθεί με την οικογένειά του: μια ανθρωποκεντρική οπτική που (περι)ορίζει τη σημασία της ζωής του δημιουργήματος στα ερεθίσματα που προσφέρει η ύπαρξή του στους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν την ανάγκη ενός ανθρώπινου τρόπου ζωής (και, η μελοδραματική μουσική που τονίζει τα συναισθήματα του Τζέικ, ενισχύει αυτήν την άποψη). Είναι, βέβαια, φανερή η πρόθεση της ταινίας να επισημανθεί η διαφορά του Τζέικ από τον Γιάνγκ που εκτιμά το πολύτιμο δώρο της ζωής, αγαπά την Μίκα, προκαλεί την ανάδυση του “καλύτερου” εαυτού των ανθρώπων, αισθάνεται έλξη για μία άλλη ύπαρξη (μια πληροφορία της προσωπικής του ζωής χωρίς ωστόσο, να μαθαίνουμε περισσότερα για τη φύση αυτής της σχέσης), η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που περιχαρακώνεται σε βάρος της εξέλιξής του και το ανθρωποειδές που, έχοντας καταστήσει οργανικό μέρος του τη γνώση τού δημιουργού του, εμπλουτίζει την ύπαρξή του- όπως στη μεταμόσχευση, όπως στην πραγματικότητα όπου η ζωή εμπλουτίζεται όταν ο άνθρωπος γίνεται οργανικό μέρος μιας άλλης οικογένειας, κοινωνίας και πολιτισμού (ο Κογκονάντα είναι Αμερικανός γεννημένος στη Νότια Κορέα). Όμως, αυτές οι προθέσεις δεν ολοκληρώνονται δραματουργικά.

Σημαντικά θέματα τίθενται στην ταινία δίχως να εμβαθύνονται, εξυπηρετώντας μόνο την εξέλιξη της πλοκής ή μένοντας στο επίπεδο της νύξης. Οι ερμηνείες, αν και εσωτερικές, καταλήγουν υποτονικές, η αρχική ποιητικότητα εξασθενεί κι αναπαράγεται στυλιστικά, και μαζί με την έλλειψη κορύφωσης, αποδυναμώνουν την ατμόσφαιρα, αγγίζοντάς μας όλο και λιγότερο. Μια ενδιαφέρουσα ταινία, περισσότερο όμως θεματολογικά.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 133 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top