Τέταρτο

“Ο άγνωστος του εξπρές” – Είμαστε συνειδησιακά συνένοχοι όταν επωφελούμαστε από το κακό που έχει διαπράξει ένας άλλος


“Ο άγνωστος του εξπρές” (“Strangers on a train”).
Σκηνοθεσία: Αλφρεντ Χίτσκοκ
Πρωταγωνιστούν: Φάρλεϊ Γκρέιντζερ, Ρόμπερτ Γουόκερ, Ρουθ Ρόμαν.
ΗΠΑ, 1951

-“Μερικοί άνθρωποι είναι καλύτερα πεθαμένοι. Όπως ο πατέρας μου, η γυναίκα σου… Πες πως θέλεις να την ξεφορτωθείς (κάμπτοντας τη χλιαρή αντίδραση του Γκάι)… Θα φοβόσουν να τη σκοτώσεις. Γιατί θα σε έπιαναν. Θα σε πρόδιδε το κίνητρο. Άκου την ιδέα μου (κάμπτοντάς τον ξανά). Δύο άνθρωποι συναντιούνται τυχαία στο τραίνο. Όπως εσύ κι εγώ… Δεν έχουν ξανασυναντηθεί. Ο καθένας θέλει να ξεφορτωθεί έναν άνθρωπο. Ανταλλάσσουν φόνους. Εσύ κάνεις τον φόνο μου κι εγώ τον δικό σου… Σου αρέσει η θεωρία μου;”

-“Μα βέβαια Μπρούνο”, απαντά περιπαικτικά ο Γκάι. Δεν τον πήρε στα σοβαρά, ούτε όμως εναντιώθηκε στο εξωφρενικό σχέδιο “χιαστί θανάτων” που τού πρότεινε: πως, άραγε, ο Μπρούνο εξέλαβε τη στάση του;

Ο Μπρούνο, δολοφονώντας τη Μύριαμ, τη σύζυγο του διάσημου τενίστα Γκάι, γνωρίζει ότι εκείνος δεν θα μπορούσε αλλιώς να παντρευτεί την αγαπημένη του Ανν (η Μύριαμ ανακαλεί και δεν συναινεί σε διαζύγιο, δηλώνοντας ότι προτιμά την άνετη οικονομικά ζωή μαζί του κι ας γνωρίζει ότι αγαπάει την Ανν)- ούτε να σταδιοδρομήσει στην πολιτική χωρίς την υποστήριξη του γερουσιαστή πατέρα της Ανν (ανέφικτο, πιθανότατα, με τη Μύριαμ πλάι του, μια πωλήτρια με σεξουαλική ελευθεριότητα). Κι όμως, παρά τον αποτροπιασμό μας για την πράξη του Μπρούνο, θεωρούμε τη Μύριαμ συνυπεύθυνη για τη δολοφονία της, έχοντας προκαλέσει τη μοίρα της με μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζουμε αλαζονική (αδιαφορώντας επιδεικτικά για τα  έμφυλα πρότυπα μιας πατριαρχικής κοινωνίας- που ισχύουν και σήμερα…) κι εγωιστική (ξεχνάμε, όμως, ότι αρχικά ο Γκάι δεν έδινε διαζύγιο). Αντίθετα, δεν κρίνουμε τον Γκάι που δεν εκφράζει θλίψη για τον θάνατό της, ταυτιζόμαστε μαζί του στην αγωνία να απαλλαχτεί από την καχυποψία της αστυνομίας και της κοινής γνώμης (που, στη χωρίς συγκινήσεις ζωή της, εξυψώνει και αποκαθηλώνει ανθρώπους) κι από τον Μπρούνο που έχει δυνατότητα να τον ενοχοποιήσει αν δεν σκοτώσει τον πατέρα του. Αν τα καταφέρει, θα παντρευτούν με την Ανν ολοκληρώνοντας τη σχέση τους με τον μόνο τρόπο που επιθυμούν, χωρίς προβληματισμό για το πως θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί έξω από τον θεσμό του γάμου. Θα ζήσουν αυτοί καλά, κι εμείς καλύτερα- χωρίς η ευτυχία τους (και η ανακούφισή μας) να σκιάζεται από τον θάνατο της Μύριαμ: σαφής η νύξη για τη διαμορφωμένη ηθική μας από την κοινωνία όπου ζούμε.


Ο Μπρούνο δηλώνει σύμμαχος του Γκάι στις ανομολόγητες επιδιώξεις του από την Ανν, ελκύεται ερωτικά απ’ αυτόν (δεν το εκδηλώνει καθώς τότε ήταν ταμπού), κυρίως τον θαυμάζει γιατί είναι πετυχημένος και φιλόδοξος (στο τένις, προσφέρονται δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης μέσα από τη γνωριμία με μέλη της ανώτερης οικονομικά τάξης, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος των θεατών στα γήπεδα). Ο Μπρούνο ζει παρασιτικά χάρη στα γερά χαρτζηλίκια της μητέρας του από τη μεγάλη πατρική περιουσία, παραμένοντας καθηλωμένος στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα κι επιθυμώντας τον θάνατο του δεσποτικού πατέρα που απαιτεί απ’ αυτόν να δουλεύει (σημαντική η ψυχαναλυτική διάσταση στη Χιτσκοκική δραματουργία, ιδιαίτερα οι φροϋδικές αναφορές). Ο Γκάι κι ο Μπρούνο διαφέρουν μοιάζοντας- και μοιάζουν διαφέροντας: ο Γκάι ωρύεται ότι θα ήθελε να στραγγαλίσει τη Μύριαμ κι ακολουθεί η εικόνα των χεριών του Μπρούνο, υποδηλώνοντας την υπόγεια ψυχική τους σύνδεση (και στο επόμενο πλάνο, βλέπουμε ότι η μητέρα τού λιμάριζε τα νύχια!). Ο Γκάι εύχεται τον θάνατό της, ο Μπρούνο πραγματοποιεί την ευχή του- και τον εκβιάζει, θεωρώντας τον ασυνεπή στην υποχρέωσή του. Ο Μπρούνο είναι ψυχοπαθής κι εμείς ταυτιζόμαστε με τον “κανονικό” Γκάι χωρίς να τον κρίνουμε: ενώ αισθάνεται ενοχή έχοντας επιθυμήσει τον θάνατο ενός ανθρώπου (η χριστιανική αμαρτία της σκέψης για το κακό ενός άλλου), δέχεται χωρίς τύψεις τη δυνατότητα νομιμοποίησης της σχέσης του με την Ανν χάρη στη δολοφονία της Μύριαμ. Δεν είμαστε ένοχοι λόγω κακών, απαγορευμένων σκέψεων- είμαστε όμως συνειδησιακά συνένοχοι όταν επωφελούμαστε από το κακό που έχει διαπράξει ένας άλλος αντί να αρνηθούμε αυτά τα οφέλη.


Γνώριμα Χιτσκοκικά θέματα: η ενοχή και η συνενοχή, το αλληλοκαθρέφτισμα των χαρακτήρων- και του θεατή μέσα σ’ αυτούς, η μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, όπως ορίζονται από τα πρότυπα μιας υποκριτικής κοινωνίας όπου οι κρατικοί λειτουργοί (μόνο άντρες τότε, όπως βλέπουμε) καταδικάζουν τους εγκληματίες σε θάνατο, τιμωρώντας πράξεις αλλά χωρίς συναίσθηση ότι το έγκλημα που διαπράττεται, έχει προετοιμαστεί από την κοινωνία, όπως έλεγε ο Ουγκώ (ένας ανώτατος δικαστής διαχωρίζει το μονοπώλιο του κράτους στη δολοφονία από την αυτοδικία), όπου τα όργανα της τάξης (μόνο άντρες) σκοτώνουν αναίτια κι ατιμώρητα (αστυνομικοί σκοτώνουν έναν χειριστή καρουσέλ, εγκληματικά στοχεύοντας έναν ύποπτο ανάμεσα σε πολλούς ανθρώπους εν κινήσει), όπου οι άνθρωποι έχουν διαστρέψει την έννοια της αγάπης θεωρώντας ότι μπορεί ένας φόνος να ’χει για κίνητρο την αγάπη (η μικρή αδελφή της Ανν λέει αυθόρμητα, χωρίς τη συμψηφιστική λογική της κοινωνίας για τον θάνατο της Μύριαμ: “τι ωραία θα ήταν αν ο Γκάι είχε σκοτώσει τη Μύριαμ από την αγάπη του για την Ανν!”). Όμως, δεν μας μεταδίδεται το σκοτάδι των βαθύτερων κινήτρων και των ενδόμυχων επιθυμιών- είχε δηλώσει ο Χίτσκοκ: “Στο παθητικό της ταινίας πρέπει να καταλογίσουμε τον απλοϊκό χαρακτήρα των δύο πρωταγωνιστών και τις ατέλειες του σεναρίου. Το πρόβλημα σ’ αυτές τις ταινίες είναι ότι τα κύρια πρόσωπα τείνουν να καταντήσουν απλές φιγούρες”. Και, το (επιθυμητό) happy end ολοκληρώνεται απλοϊκά, ωστόσο έρχεται μόνο μετά από αγωνία για την επικράτηση του “καλού” (όπως πάντα στον Χίτσκοκ) ενώ, παράλληλα, μας προσφέρονταν ερεθίσματα να αντιληφθούμε τις ομοιότητές μας με τον “κακό” που θέλουμε να τιμωρηθεί: ο πνευματωδώς αναιδής λόγος του Μπρούνο ελκύει το ενδιαφέρον μας καθώς απευθύνεται στη σκοτεινή μας πλευρά, απωθημένη περισσότερο στο όνομα της κοινωνικής ευπρέπειας και λιγότερο επειδή φοβόμαστε ότι δεν είμαστε ικανοί να τη διαχειριστούμε. Και, το βλέμμα του Μπρούνο μπορεί να μαγνητίσει, όπως στον αγώνα τένις όπου ανάμεσα στα κεφάλια που παρακολουθούν σαν υπνωτισμένα το μπαλάκι, ένας θεατής, στο κέντρο του κάδρου, αυτός, το έχει ακινητοποιήσει, καρφωμένο στον Γκάι, και σε μάς θαρρείς, παγώνοντάς μας (συναρπαστική η ερμηνεία του Ρόμπερτ Γουώκερ).

Όπως όλες οι ταινίες του Χίτσκοκ, “Ο άγνωστος του εξπρές” είναι μια ταινία πολυεπίπεδη: ψυχαγωγική, θρίλερ, ψυχαναλυτική, ηθική παραβολή, παιχνιδιάρικη (ο Γκάι θα το ξανασκεφτεί να συζητήσει με άγνωστο στο τραίνο!). Και, βέβαια, πως να αντισταθείς στην απαράμιλλη αφηγηματική ικανότητά του που κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον μας, κλιμακώνοντας την ανησυχία μας με τη ρευστότητα των καταστάσεων και με την ατμόσφαιρα από τις σκιές και τις λήψεις με την κάμερα σε κλίση- με αποκορύφωμα την τελική σεκάνς: τα άλογα στο καρουσέλ κινηματογραφούνται σαν ζωντανά, ανεξέλεγκτα μετά τον φόνο του χειριστή τους από την αστυνομία, ξαναμμένα από την πάλη ζωής και θανάτου μεταξύ δύο ανθρώπων, με την αγωνία στο κατακόρυφο για τους πελάτες που, όσο τρομαγμένοι είναι, άλλο τόσο καταναλώνουν σαν θέαμα όσα δραματικά συμβαίνουν. Μια από τις ταινίες του Χίτσκοκ που θέλουμε να ξαναβλέπουμε.


 

ΣΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

 
 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

 

Σχετικά με τον αρθρογράφο:

Έχει γράψει 139 Άρθρα

Εκείνες τις ατέλειωτες ελεύθερες ώρες των φοιτητικών χρόνων στην δεκαετία του '80, η ανάγκη για τη διαμόρφωση μιας προσωπικής ταυτότητας, να ξέρεις τουλάχιστον ποιος δεν είσαι, βρήκε καταφύγιο στην κινηματογραφοφιλία, στα διαβάσματα των κριτικών για ταινίες και στις συζητήσεις γύρω απ' αυτές. Με τα χρόνια, μετά από ναρκισσισμούς κι επιδείξεις, αυτό που μένει στο τέλος είναι το να είσαι επιτέλους ανοιχτός στο να μαθαίνεις διαρκώς τι σ' αρέσει, τι δεν σ' αρέσει, τι παύει να σ' αρέσει και τι αρχίζει να σ' αρέσει. Έτσι, ταυτόχρονα, είναι δυνατό επιτέλους, να μπορείς να δεχθείς τι αρέσει και τι δεν αρέσει και στον άλλον. Ο κινηματογράφος είναι σαν ένα δεύτερο σπίτι που μπορεί να χωράει όλο και πιο πολλούς. | [email protected]

RELATED ARTICLES

 

Back to Top